Κάτι που, σε σύγκριση με κάτι άλλο, είναι ή δείχνει μηδαμινό, ανάξιο λόγου.

Προέρχεται από κάποια διαφήμιση των τότε μοναδικών ανταγωνιστών Κολυνός / Kolynos και Colgate. Μία από τις δυο είχε βάλει φθόριο και ήταν ... Fluoride, ενώ όλες οι άλλες ήσαν απλώς οδοντόκρεμες.

Η έκφραση γενικεύθηκε με λίγο σκωπτική απόχρωση και ακούγεται ακόμα από κάτι γέρους σαν τον Hodjas για παράδειγμα.

  1. Μπροστά στη Μύκονο, όλα τα άλλα νησιά είναι απλώς οδοντόκρεμες.

  2. Μπροστά στη ρακή των Εξαρχείων (όταν την πίνεις παρέα με το Hodjas) όλες οι άλλες ρακές είναι απλώς οδοντόκρεμες.

  3. Μπροστά στον ΧΧΧΧΧ όλοι οι άλλοι χρήστες είμαστε απλώς οδοντόκρεμες.

  4. Μπροστά στο slang.gr όλοι οι άλλοι ιστότοποι είναι απλώς οδοντόκρεμες.

κ.ο.κ. ad infinitum

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν φτερνιζόμαστε, παίρνουμε ανάσα σηκώνοντας λίγο το κεφάλι και με το φτέρνισμα το κατεβάζουμε κάπως, αλλά με όλη μας την δύναμη, όπως στην περίπτωση της καταφάσεως-επιβεβαιώσεως.

Από αυτό προέρχεται και η φράση όταν κάποιος λέει κάτι και κατά τύχη συγχρόνως φτερνισθεί να λέει (αψού!) ''και αλήθεια λέω''.

- Χθες βράδυ, με πήραν τηλ. όλες οι πρώην μου να κάνουμε μια παρτούζα και οι εκατό μαζί, ώστε να συμφιλιωθούν επιτέλους με την ιδέα ότι καμία δεν μπορεί να με έχει αποκλειστικά δικό της. Και αλήθεια λέω.
- Αψού ρε μαλάκα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο γέρος, ο ηλικιωμένος, το χούφταλο, το ραμολιμέντο, ο χαρχάλης, ο υπέργηρος, το σαράβαλο, ο κωλόγερος.

Τουλάχιστον μπαμπαδισμός αν όχι... μπαμπαλισμός.

Η έκφραση, αναλόγως των περιστάσεων, χρησιμοποιείται με περιπαικτική διάθεση, κατανόηση και συμπάθεια, αντικαθιστώντας ή αποφεύγοντας βαρύτερους συνώνυμους χαρακτηρισμούς, αλλά και απαξιωτικά ή υβριστικά, είτε για άτομα περασμένης, τρίτης ηλικίας είτε για άτομα πάσης ηλικίας που εκφράζουν όμως, λόγω και έργω, άπιαστες, ανεπίτευκτες ανησυχίες και προσδοκίες νεώτερης ηλικίας.

Οι 20άρες φίλες στον 35άρη κορτάκια:
- Άντε βρε γερομπαμπαλή, που θέλεις και πιπίνια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση παρεμφερής με τις θα γίνει χαμός, έγινε της πουτάνας. Η λεπτή διαφορά έγκειται στο ότι την ακούει κανείς συνήθως από άτομα με ιδιαίτερη αδυναμία στα RPG, MMORPG, στις ταινίες Lord of the Rings, και φυσικά στα βιβλία του Tolkien, και γενικότερα σε ότι περιέχει ξωτικά, δράκους, και μαλλιαρούς τούμπανους(βλ. σφίχτερμαν) warriors με τεράστια σπαθιά.

Η Μόρντορ στην τριλογία του Άρχοντα των δαχτυλιδιών του Tolkien είναι ο τόπος του υπέρτατου Κακού, τιγκαρισμένη με ένα σωρό σιχαμερά και κακιασμένα πλάσματα, κατά τους θρύλους απροσπέλαστη, άντρο του υπερσατανικού Σόρον. Στη Μόρντορ παίζεται και η κλασσική τελική αναμέτρηση μεταξύ του Καλού και του Κακού, σε μια επική μάχη-υπερπαραγωγή, όπου αφού πρώτα διαλυθεί το σύμπαν, τελικά το Καλό θριαμβεύει.

Αυτή τη τελική αναμέτρηση μάλλον είχαν στο μυαλό τους οι εμπνευστές της έκφρασης τούτης.

- Ρε συ, έχουμε γενική συνέλευση τμήματος στις 4.
- Α καλά, πάλι της Μόρντορ θα γίνει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περίεργο πράμα το art of masoulima... Παίζει κι έτσι, παίζει και γιουβέτσι αποτελώντας τρόπο μέτρησης της σκληρότητας κάποιου.

Αρχικά σκληρός είναι αυτός που ΔΕΝ μασάει, δηλαδή δε χαμπαριάζει, δεν καταλαβαίνει Χριστό, είναι τελικώς αμάσητος. Αυτά που ο σκληρός τύπος δεν μασάει είναι αντικείμενα λίγο ως μετρίως σκληρά. Όσο ανεβαίνουμε στην σχετική κλίμακα σκληρότητας, σκληρός είναι αυτός που μασάει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο γνωστός λαϊκός ήρωας Παναγής Κουταλιανός (Κούταλη, 1847 - Κωνσταντινούπολη, 1916), ο οποίος κατά το λαϊκό άσμα μασούσε σίδερα.

Σχετικό λήμμα και το μασάει η κατσίκα ταραμά;

1
- Ο Κίτσος είπε ότι άμα σε πετύχει θα σου ρίξει ένα ταβερνόξυλο που θα πεις το δεσπότη Παναγιώτη.
- Τσου ρε Λάκη... Πες του μαλάκα ότι δε μασώ από τέτοια και άμα θέλει να έρθει το βράδυ στην πλατεία να τονε γαμήσω στις μάπες.

2
Ο ΚΟΥΤΑΛΙΑΝΟΣ
Σίδερα μασάει ο Κουταλιανός
τραίνα σταματάει ο Κουταλιανός
πέτρες ροκανίζει ο Κουταλιανός
και βουνά γκρεμίζει ο Κουταλιανός

Κι αν μασάει σίδερα
και κάνει το λιοντάρι
στο τσαρδί του ο Κουταλιανός
τρέμει σαν το ψάρι
στην κυρά του μπρός
αχ πως τη φοβάται
ο φτωχός Κουταλιανός
τρέμει σαν το ψάρι
στην κυρά του μπρός
αλλά μην το πήτε κανενός (σ.σ. ναι, είναι τόσο παλιό που το «πήτε» γραφόταν ακόμα με -η-)

3
Το τυπάκι είναι Die Hard μεγάλε. Μασάει σίδερα σου λέω... Προχθές του την είχε στημένη ο Μπάμπης ο Σουγιάς με το δείρε τημ και τους έκανε ασήκωτους μόνος του.

βλ. και μασάω, τσιμπάω, ψαρώνω

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Δεν) τα καταφέρνει. Είναι κουτός, βλάκας, ανίκανος να φέρει σε πέρας μια απλή δουλειά.

Ο Θανασάρας γατόνι, σκέτη κωλοφωτιά, αλλά ο τζούνιορ δε τα σπάει τα καρύδια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση εκδήλωσης ικανοποίησης που σημαίνει ότι η ομάδα σου κέρδισε (δύο μηδέν).

- Πόσο ήρθε η Νικάρα;
- Δύο μηδέν λακέρδα!
- Έλα ρε, τέλεια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η συγκεκριμένη φράση χρησιμοποιείται κυρίως από τους Πατρινούς και αυτούς οι οποίοι ζουν στην ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας (κυρίως της δυτικής) όταν αναφέρονται σε τριτοκλασάτους τραγουδιστές ή οργανοπαίκτες οι οποίοι γυρνούν στα πανηγύρια της Αχαΐας. Επειδή τα δύο συγκεκριμένα χωριά της Αχαΐας είναι σε αρκετά κοντινή απόσταση, η φράση δηλώνει ότι στην πραγματικότητα είναι παντελώς άγνωστοι. Τα ονόματα τέτοιων καλλιτεχνών τα μαθαίνεις συνήθως μέσα από τις πολιτιστικού περιεχομένου εκπομπές του μεγάλου ραδιοφωνικού παραγωγού επ' ονόματι Μπλάκμαν.

Η φράση μπορεί κατ' επέκτασιν να χρησιμοποιηθεί και για διάφορους τύπους οι οποίοι το παίζουν φίρμα ενώ στην πραγματικότητα δεν τους ξέρει ούτε η μάνα τους.

  1. Άκουσες ποιος θα έλθει να τραγουδήσει στο πανηγύρι του χωριού μας; Μεγάλη διασημότητα! Είναι γνωστός από Λάππα μέχρι Καγκάδι.

  2. Πού τους βρίσκει όλους αυτούς ο Μπλάκμαν και τους παρουσιάζει στις εκπομπές του; Αυτοί είναι γνωστοί από Λάππα μέχρι Καγκάδι!

  3. - Εμένα που με βλέπεις φίλε, είμαι πρώτη φίρμα στην περιοχή. Μόλις μπαίνω στα κλαμπ, μου κάνουν τεμενάδες οι πορτιέρηδες
    - Ναι, το ξέρουμε, είσαι μεγάλη διασημότητα. Σε ξέρουν όλοι από Λάππα μέχρι Καγκάδι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτό που ελκύει τις (χαζο)γκόμενες, συνήθως το λέμε για ακριβά αμάξια ή για ακριβά μοδάτα ρούχα.

- Πολύ γαμάτο το νέο cabrio που αγόρασες! Να το χαίρεσαι!
- Ε ναι, είναι για τα γκομενάκια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάνω κάτι κομμάτια.

  1. Σιγά ρε, από το πολύ πλύσιμο έκανες το παντελόνι κοκλίβα!

  2. Μην τρέχετε πάνω στα λιόπανα, θα τα κάνετε κοκλίβα!

  3. Μας φάγανε τα ποντίκια τα σακκιά και τα κάνανε κοκλίβα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified