Σεφ ή εστιατόριο που έχει βραβευτεί με αστέρι Μισελέν. Η λέξη καθιερώθηκε με το πρώτο ελληνικό Μάστερ Σεφ (με τον Πετρετζίκη), όμως έγινε μέρος καθημερινότερων συζητήσεων με τα επόμενα, στο Σταρ.

Παράδειγμα:

Μισελενατο εστιατόριο ακριβώς δίπλα από την κεντρική πλατεία της Λιλ. Τα πάντα άψογα από το σέρβις μέχρι το φαγητό. https://www.tripadvisor.com.gr/Restaurant_Review-g187178-d2294762-Reviews-Monsieur_Jean-Lille_Nord_Hauts_de_France.html

(Απόσπασμα απο συνέντευξη Πετρετζίκη σε Ε. Μελέτη).

Μ: Στο δοκιμαστικό, τι σε έβαλαν να κάνεις βασικά; [...] Εσύ ήξερες τι μενού παρουσιάζει το εστιατόριο; Π: Ήτανε Μισελενάτο.

Got a better definition? Add it!

Published

Αν και δεν είναι αποκλειστικά ελληνική έκφραση, αλλά μάλλον διεθνής, η χρήση της έχει κατακλύσει τα κοινωνικά δίκτυα και αναφέρεται και από Έλληνες χρήστες. Η φράση χρησιμοποιείται με σαρκαστική διάθεση εναντίον οποιουδήποτε εκφράζει κάποια ξεπερασμένη ή παλιακιά άποψη. Η ελληνική απόδοση της έκφρασης βρίσκεται κάπου μεταξύ του "δε μας χέζεις ρε μπάρμπα" και του "ρε μπάρμπα, βγάλε το σκασμό επιτέλους, πήξαμε στη μαλακία".

Boomers είναι στην πραγματικότητα η γενιά των ανθρωπων οι οποίοι γεννήθηκαν κατά τα έτη 1946-1964, δηλαδή η γενιά που στην Ελλάδα μέχρι πρότινος, αναφέραμε ως "γενιά του Πολυτεχνείου". Συγκεκριμένα, μετά τον Β' Π.Π. οι άνθρωποι ξεπατώθηκαν να καβαλιούνται, με αποτέλεσμα μια ταχεία παγκόσμια αύξηση των γεννήσεων (έγινε "μπουμ") εκείνη την περίοδο. Οι μπούμερς είναι η γενιά η οποία εδραίωσε με τις πράξεις της τον καπιταλισμό και κατέστρεψε μια για πάντα την περιβαλλοντική ισορροπία του πλανήτη, ενώ ταυτόχρονα χέστηκε στα γκαφρά.

Παιδιά των μπούμερς είναι οι millenials (μιλλένιαλς), άνεργοι και αποτυχημένοι (σύγχρονοι) τριαντάρηδες, των οποίων η ζωή καταδικάστηκε για πάντα στη λήθη από τις επιλογές των γονιών της, δηλαδή των μπούμερς (μπαμπά σ'αγαπώ κι ας τό'ριξες πασοκ, αχ). Οι μπούμερς για πολύ καιρό κορόϊδευαν και υποτιμούσαν τους μιλλένιαλς, κατακρίνοντάς τους μεταξύ άλλων και για "υπερευαισθησία", αν και στην πραγματικότητα, τα δεδομένα που παρέδωσαν στους μιλλένιαλς και που οι τελευταίοι κλήθηκαν να διαχειριστούν, ήταν τραγικά (επαγγελματικά, οικονομικά και κοινωνικά).

Οι μπούμερς, ως άλλοι θείοι που κάθονται με τη νεολαία, υποτίμησαν τις επόμενες γενιές, πράγμα που τελικά τους γύρισε μπούμερανγκ: όταν αναγνωρίστηκαν οι συνθήκες που οδήγησαν την ανθρωπότητα στο χείλος της ανυπάρξιας (πάνω στο οποίο ακόμη παραπέουμε), οι μπούμερς κρίθηκαν ως οι απόλυτα ένοχοι. Και πλέον ο παλιός καλός καιρός, αναγνωρίστηκε ως μούφα. Και πια οι μπούμερς έγιναν αντικείμενο χλευασμού και ειρωνίας.

Κλείνοντας να σημειώσω ότι: (α) η φράση έχει κατηγορηθεί από τους ίδιους τους μπούμερς ως ρατσιστική ηλικιακά -ageist, αγγλιστί (μαλιστα, οκ μπούμερ) και (β) η φράση, λανθασμένα, χρησιμοποιείται και εναντίον ανθρώπων μικρότερης ηλικίας, κυρίως από πιτσιρίκια εναντίον των Generation X (οι νεολαίοι των 90ς).

Επίσης, για να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, δεν τα κάνανε όλα λάθος οι δόλιοι. Στη γενιά αυτή οφείλεται το civil rights movement, το stonewall, το τρίτο φεμινιστικό κίνημα, το πασοκ... Ουπς, λάθος το τελεύταιο!!

Παράδειγμα:

-Κοίτα εκεί κατάσταση! Είναι πράγματα αυτά, νέα κοπέλα με τατουαζ και σκουλαρίκια στη γλώσσα; -Οκ μπούμερ.

-Το να υποτιμάς την άποψη κάποιου λόγω της ηλικίας του, είναι ρατσιστικο. -Οκ, μπούμερ.

Got a better definition? Add it!

Published

Σεφ ή εστιατόριο που έχει βραβευτεί με αστέρι Μισελέν. Η λέξη καθιερώθηκε με το πρώτο ελληνικό Μάστερ Σεφ (με τον Πετρετζίκη), όμως έγινε μέρος καθημερινότερων συζητήσεων με τα επόμενα, στο Σταρ.

Παράδειγμα:

  1. Μισελενατο εστιατόριο ακριβώς δίπλα από την κεντρική πλατεία της Λιλ. Τα πάντα άψογα από το σέρβις μέχρι το φαγητό. https://www.tripadvisor.com.gr/Restaurant_Review-g187178-d2294762-Reviews-Monsieur_Jean-Lille_Nord_Hauts_de_France.html

  2. (Απόσπασμα απο συνέντευξη Πετρετζίκη σε Ε. Μελέτη).

Μ: Στο δοκιμαστικό, τι σε έβαλαν να κάνεις βασικά; [...] Εσύ ήξερες τι μενού παρουσιάζει το εστιατόριο; Π: Ήτανε Μισελενάτο.

Got a better definition? Add it!

Published

Υψηλόβαθμο στέλεχος, σε περίοπτη κοινωνική θέση με απεριόριστη πολιτική επιρροή και οικονομική ευρωστία. Είθισται να έχει μεγάλη ροπή προς την πολεμοκαπηλία και στην ιδιοτελή φόρο-εκπιπτόμενη φιλανθρωπία. Λειτουργεί με την συγκατάβαση και την υποστήριξη του Σύλλογος Εμπόρων Πολέμου. Μπορεί να χαρακτηριστεί απλά ως ανισόρροπος σε βαθμό κακουργήματος . Τα αδικήματα του στην παγκόσμια δικαιοσύνη είναι αρκετά για να καταδικαστεί για πολλαπλά επαναλαμβανόμενες γενοκτονίες. Είναι συνήθως κλινικά υγιέστατος αλλά πάντοτε ψυχικά ελλιπών, νεκρός. Μοναδικό του μέλημα είναι η διαιώνιση των προνομίων του. Ο μεγαλύτερος του φόβος η απώλεια αυτών. Δεν είναι πραγματικός γνώστης καμιάς άλλης τέχνης παρά της δόλιας τεχνικής της παραγωγής φόβου και παραπλάνησης, σε παγκόσμια κλίμακα.

-Δεν μπορώ να βρω δουλειά, ούτε γυναίκα, δεν έχω μία στην τσέπη και πάω και για χειρότερα. -Αυτοί οι κορωνοποιοί μας μπαζώνουν γερά.

-Έλεγε τις προάλλες ο άλλος ο κορωνοποιός ότι χωρίς αποτελεσματικό φάρμακο θα πεθάνουμε όλοι. -Αυτός πάλι κάνει την δουλειά του.

κορωνοποιός

Got a better definition? Add it!

Published

Αποκύημα της φαντασίας υπερχρεωμένων καταναλωτών του 21ου αιώνα που ανήμποροι να ελέγξουν την καταναλωτική τους βουλιμία για βολικότερη ζωή έπεσαν στα πλοκάμια της παλιοπαρέας, τσίμπησαν το δόλωμα από πιστωτικές κάρτες και μπλέχτηκαν στα δίχτυα των δανειακών συμβάσεων. Υποχρεωμένοι στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των δανειστών, όπερ εγένετο το χρέος, το παγκόσμιο. Οι παραπλανημένοι υπόχρεοι υποστηρίζουν πάραυτα ότι έχουν πέσει θύματα των αδίστακτων ληστών του Συλλόγου και ότι προκοπή δεν πρόκειται να δει κανείς όσο κρατάει αυτό το τροπάριο.

-Μ' έχουν ζαλίσει το κεφάλι οι τράπεζες για τις κάρτες που χρωστάω και τις δόσεις, τι θέλουν; να κάνουν κατάσχεση δεν έχω τίποτα να μου πάρουν... -Αυτοί είναι του Συλλόγου Εμπόρων Πολέμου, για να πάρουν το χρέος θα σου πάρουν πρώτα την ψυχή.

-Ο άνθρωπος, λέει, έχει πάει στο φεγγάρι αλλά ο πόλεμος και η πείνα καλά κρατεί σε όλο τον πλανήτη Γη. -Αυτά είναι δουλείες του Συλλόγου Εμπόρων Πολέμου, η σκλαβιά δεν καταργήθηκε ποτέ, επεκτάθηκε, διευρύνθηκε και συμπεριλαμβάνει πλέον, όλες τις ανθρώπινες φυλές.

Σύλλογος Εμπόρων πολέμου

Got a better definition? Add it!

Published

Μυθική συμμορία, μπόλιασμα αιωνόβιων οικογενειακών δέντρων, προαγωγοί παγκοσμίων πολεμικών συρράξεων.

-Οι κυβερνήσεις πέφτουνε και ο Σύλλογος Εμπόρων Πολέμου κυριαρχεί... -Πιάσαμε πάτο!!!

Got a better definition? Add it!

Published

Πανδημιολόγος, επιδημιολόγος, μεσαιωνική αντίληψη αλλά σύγχρονη και αποτελεσματική μέθοδος πρόληψης και θεραπείας. Προφητικός λόγος. Επεξεργάζεται ιατρικά δεδομένα παγκόσμιας κλίμακας και προτείνει σίγουρες λύσεις με λεπτομερείς οδηγίες χρήσης της ζωής. Με τις σαφείς συστάσεις του και τους ευνοήτους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, που πρέπει πάντα να τηρούνται, οι πελάτες προστατεύονται από τον μοιραίο θάνατο και οι επιχειρήσεις από την αναπόφευκτη χρεοκοπία. Αυτό ισχύει παντού, στα υπερκαταστήματα, στα εστιατόρια και στους οίκους ανοχής. Με γνώμονα πάντοτε την ασφάλεια των πολιτών και την έκρυθμη λειτουργία της κοινωνίας. Είναι κεντρικός ομιλητής στα τηλεοπτικά μέσα και θεωρείται διάσημος. Επίσης εικάζεται ότι οι κ.κ. κορονογιατροί, επί το πλείστων, (άθελα τους και μη) είναι επιζήμιοι για την πλειονότητα των ανθρώπων.

-Πότε θα σε δω μωρό μου; -"Δεν ξέρω ακόμη, περιμένω τις νέες οδηγίες από τον κορωνογιατρό".

-Εσύ νεαρέ, γιατί δεν φοράς μάσκα στο λεωφορείο; Δεν ακούς τον κορωνογιατρό όλη μέρα στην τηλεόραση; -Όχι, συγνώμη κύριε, δεν έχουμε τηλεόραση στο σπίτι, αλλά για να τα λέτε έτσι, μάλλον σοβαρά θα είναι τα πράγματα, θα προμηθευτώ μία αμέσως...

κορωνογιατρός

Got a better definition? Add it!

Published

Σλανγκιὰ παλαιᾶς κοπῆς, ἐν χρήσει στὸ ΕΜΚ* καὶ στὸ ΕΜΠ** τὴ δεκαετία τοῦ 1970.

Εἶναι ὁ "ἀσχολούμενος συστηματικῶς μὲ τὸν βασανισμὸν τοῦ ὑπογαστρίου δαίμονος", ὅπως ἔλεγε κάποιος φιλόλογος τῆς δεκαετίας τοῦ 1960.

Στὰ καθ᾿ ἡμᾶς ὁ μαλάκας.

*ΕΜΚ: Τὸ καφενεῖο "Μετσόβιο", φοιτητικὸ στέκι, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πλαϊνὴ εἴσοδο τοῦ Πολυτεχνείου στὴ Στουρνάρα. Ὁ Τάσος, ὁ καφετζῆς τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, ἀπαντοῦσε στὸ τηλέφωνο λέγοντας:

"Ἐδῶ Ἐθνικὸ Μετσόβιο Καφενεῖο".

**ΕΜΠ: Τὸ Ἐθνικὸ Μετσόβιο Πολυτεχνεῖο, φυσικά.

Συνώνυμα: πετσαδόρος, πετσάκιας, βυρσοδέψης, αὐτὸς ποὺ ματώνει τὸ πετσάκι του

Ὅποτε παιζόταν στὸ Μετσόβιο πρέφα τοῦ χαβαλέ, δηλ. χωρὶς κάποιο σοβαρὸ χρηματικὸ ἔπαθλο, μαζεύονταν διάφοροι ἀργόσχολοι γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι καὶ σχολίαζαν. Ὅταν κάποιος παίκτης ἔκανε μαλακία κι "ἔμπαινε μέσα", τραγουδοῦσαν ὅλοι (στὸ σκοπὸ τοῦ ρεφραίν ἀπὸ τὸ τραγοῦδι "Λὰ Κουκαράτσα"):

Κυρ-ἀστυνόμε, κυρ-ἀστυνόμε, βάλτον μέσα τὸν πετσή,

καὶ ἂν ἔμπαινε "σόλο", συνέχιζαν:

κυρ-ἀστυνόμε, κυρ-ἀστυνόμε, βάλτον σόλο τὸν πετσή.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο όρος Κουρής είναι παρμένος από τη ζωή, δηλαδή από τις εκπομπές του Βασίλη Λεβέντη στο Κανάλι 67-όχι 69-οι οποίες μας χάρισαν πλήθος γέλιου και σλαγκιών τύπου καθίζημα και λοιπά.

Κουρής λοιπόν στα λεβέντικα, είναι το πορνό, και μάλιστα το τηλεοπτικό. Κάποτε το 1997, ο Πρόεδρος αποφάσισε να κάνει ζάπι. Οι διαφημίσεις για περιοδικά γάμου δε του άρεσαν, ούτε οι πολιτικές συζητήσεις, ούτε οι ταινίες. Και τότε συντονίζεται στο Κανάλι 5(ιδιοκτησίας Κουρή).

Και τι δεν είδε.

Κουρής ο Ορίτζιναλ

-Βάλε Κανάλι 5, έχει Κουρή της Χύνος Φιλμ

Got a better definition? Add it!

Published

Εν ολίγοις, αυτός που προσπαθεί να περάσει το μέσο όρο στο χόμπυ/πεδίο που τον ενδιαφέρει, συνήθως ερασιτέχνης και συνήθως σπασαρχίδης. 'Ενας επαγγελματίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιδοσάκιας. Ερασιτέχνης δρομέας με τα σούπερ ντούπερ ντράι φιτ φανελάκια και τα παπούτσια με γέλη, παρόλο που έχει αφιερώσει χρόνο, και θα μπορούσες να του δώσεις και ένα ρισπέκτ, σου σπάει τ’αρχίδια με τις χρονομετρήσεις κτλ κτλ. Θετικό επίσης ότι κρατιέται σε φόρμα και δεν έχει κάνει κοιλαρόνι, μπάκα στο πιο επιστημονικό, αλλά στα 45 προσέχει μην χάσει το παιχνίδι με τα γκομενάκια (συνήθως μικρότερα). Επίσης, κομπιουτεράδες που βάζουν τα ψηφιακά τούρμπο μπας και δουν τσόντα 5msec πιο γρήγορα θα μπορούσαν τα χαρακτηριστούν ώς επιδοσάκιδες-και στη μαλακία.

- Ρε τι μαλάκας αυτός ο δρομέας, πήρε φόρα και έπεσε στη λάσπη, χαχα -Επιδοσάκιας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified