Από το τούρκικο kümes, δηλαδή ένας κλειστός χώρος στέγασης και εκτροφής για πουλερικά, Π.χ. το κοτέτσι (tavuk kümes) που φιλοξενεί όρνιθες (κότες).

Όσοι εκτρέφουν περιστέρια χρησιμοποιούν κατά κόρον αυτή τη λέξη για τον χώρο στέγασης των πτηνών τους.

Πιο ορθά και ολοκληρωμένα η έκφραση είναι:"από καλό κουμάσι".

Αρχικά αναφέρεται μεταφορικά και με θετική σημασία για υγιές, θαλερό και ικανό πτηνό από καλή γενιά και καλόν εκτροφέα.

Όταν όμως αναφέρεται για άτομο τότε η έκφραση έχει αντίθετη, ειρωνική, μεταφορική σημασία, υπονοώντας απαξιωτικά και με αρνητική επισήμανση άνθρωπο με κακή προέλευση, καταγωγή και παρελθόν, δόλιο, πονηρό, πανούργο κλπ

Α:-τον είδες τι έκανε? Ακόμα δεν πάτησε το πόδι του κι άρχισε τις πονηριές. Β:-άσε, τον ξέρω από παλιά. Είναι καλό κουμάσι και του λόγου του.

Got a better definition? Add it!

Published

Το τζατζίκι στα Βυζαντινά Ελληνικά. *Η λέξη αυτή αποτελεί πνευματικό τέκνο του καθηγητή Βυζαντινολογίας Κωνσταντίνου Κατακουζηνού, ο οποίος τη χρησιμοποιεί επανειλημμένα στη σειρά Κωνσταντίνου και Ελένης, κάθε φορά που η Ελένη ή οποιοσδήποτε άλλος τρώει πιτόγυρο avec tzatziki.

Εδώ, στο αεροδρόμιο, η ατάκα γύρω στο 0:09*

Got a better definition? Add it!

Published

Λέξη που περιγράφει ένα άτομο χαμηλής ηθικής στάθμης, ο άθλιος, ο χαμερπής, ο σκατάνθρωπος, ο κωλάνθρωπος, ο γκάβαλος. Μεταφορική χρήση του λόγου, εκφράζει μέγιστη απαξίωση. Λόγω του ουδέτερου γένους της λέξης, ενδείκνυται για χαρακτηρισμό θηλυκών προσώπων, που ο χαρακτηρισμός τους μέσα από λέξεις αρσενικού γένους όπως μαλάκας, αποτελεί έναν κακόηχο νεολογισμό.

Αυτή η γυναίκα κατά το διαζύγιό της φέρθηκε σα σκουπίδι, προσπάθησε να βγάλει τρελό τον άντρα της, για να χάσει τα παιδιά του.

Ξύπνα ρε, αυτή είναι εντελώς σκουπίδι. Σε βρίζει, σου λέει ψέματα, σε εξαπατάει, ασκεί βία, ατιμάζει τα παιδιά σας.

Χρησιμοποιείται και ως επιρρηματικό κατηγορούμενο με το ρήμα "κάνω", όταν κάποιος αντιμετωπίζει μία τρισάθλια συμπεριφορά. Τότε, επειδή την αποδέχεται, μετατρέπεται ο ίδιος έμμεσα σε σκουπίδι, επειδή χάνει την αξιοπρέπειά του.

Όταν τσακώνονταν τον έκανε εντελώς σκουπίδι, τον χτυπούσε και τον έβριζε, προσβάλλοντάς την οικογένεια και τις αποφάσεις του. Δεχόταν όμως τον εξευτελισμό, για να μην εγκαταλείψει το παιδί του.

Η λέξη ετυμολογείται ως εξής

Σκουπίδι < σκούπα + επίθημα -ίδι.

και είναι τυπικό παράδειγμα εξέλιξης της γλώσσας. Η σκούπα προέρχεται από το μεσαιωνικό λατινικό scopa που σημαίνει σκουπίζω, ενώ το -ίδι, προέρχεται από το αρχαιοελληνικό μετουσιαστικό επίθημα -ίδιον

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

ρουφιάνος

Ο ένας μπογδάνος στην δουλεία προχθές είπε στο αφεντικό ότι του έφαγα κάτι φράγκα.

εμετός

Έφαγα από το καινούργιο γυράδικο χθες και όλο το βράδυ έκανα μπογδάνο γαμώ την παναγία μου!

Got a better definition? Add it!

Published

Τι σου κάνει μια απλή αλλαγή στον τονισμό!

Ξαφνικά η ακουστική της λέξης αποκτά μια νέα πιο κλασάτη και αρχοντική διάσταση.

Δοκιμάστε το και θα με θυμηθείτε...

Κοίτα πως οδηγάει ο μάλακας

Είσαι μεγάλος μάλακας τελικά!

Got a better definition? Add it!

Published

Αναφέρεται όταν κάποιο άτομο απειλεί, χωρίς όμως να έχει την απαιτούμενη ισχύ.

- Θα σας πάρει και θα σας σηκώσει όλους εδώ μέσα!

- Καλά Τάκη, σκεπάσου..

Got a better definition? Add it!

Published

Αναφέρεται σε άτομα που περιαυτολογούν, κομπάζουν.

- Τι ταινιάρα σας έφερα να δείτε ρε!

- Καλά ρε, ξεπάτα..

Got a better definition? Add it!

Published

Αναφέρεται για να καταδείξει πολύ ασχήμια.

- Είναι τελικά τόσο άσχημη ρε παιδί μου; - Έσχος σου λέω, έσχος με έψιλον...

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός ή αυτή που εξ αιτίας των πράξεων ή του χαρακτήρα τους, ή και των επαγγελματικών τους επιλογών, φλερτάρουν έντονα με το ενδεχόμενο να τους ξεφορτωθεί αυτός ή αυτή που τους έχει στη δούλευσή του (ή της!), ή ακόμα και σε μια φιλική ή ερωτική σχέση με μια ετερόρρυθμη δυναμική.

Η κατάληξη "άρι" συμβολίζει την ταχύτητα και την ευκολία και την ταχύτητα με την οποία ο εργοδότης, ο "υπεύθυνος", ο "φίλος" ή ο εραστής δυτικών προαστίων θα ήταν πρόθυμος να ξεφορτωθεί το άτομο στο οποίο απευθύνεται, ακόμα και αν αστειεύεται, ή ακόμα και αν η όποια σχέση τους έχει μια ομόρρυθμη δυναμική.

1ο: Προπονητής Γ εθνικής λέει στον 2ο επιθετικό του: "Καπετανίδη άμα δεν βάλεις γκολ και απόψε θα σε κάνω πουλητάρι". 2ο: Ο Μήτσος λέει στον κολλητό του που μόλις έχυσε τον καφέ του από απροσεξία στα βελούδινο μπεζ πίσω καθίσμα του Range Rover της μητέρας του: "και στη δουλειά έτσι προσέχεις; αν δεν το καθαρίσεις θα σε κάνω πουλητάρι"

Got a better definition? Add it!

Published

Αλευρι με νερο οπως καταλαβες. Η αισχατη επιλογη φαγητου. Συνηθιζουν να το καταναλωνουν φοιτητες που εχουν καψει ολο το budget σε αλκοολια και εξοδους και αναγκαζονται να βγαλουν μια βδομαδα με φραγκοδιφραγκα. Τρωγεται ζεστο, σε μπολ, με κουταλι.. Αν παιζει και ζαχαρη στην πιατσα η φαση ειναι ελαφρως λιγοτερο μαρτυρικη.

-Ε τον πουστη τον Σαραντη, ξοδεψε το μηνιατικο σε μια βδομαδα και τωρα δεν εχει ουτε για τα βασικα.

-Ας την βγαλει με αλευρονερο να στρωσει χαρακτηρα!

-Θα του τσονταρω κανενα πακετο μακαρονια, δεν γαμιεται...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified