Σημαίνει: «σάλτσα και γαμήσου, σιγά μην κάτσω και ασχοληθώ με το κάθε σούργελο, την κωλοδουλειά αυτή την κάνω μόνο μέχρι να διοριστώ στο δημόσιο».

Πρόκειται για στερεότυπη απάντηση βαριεστημένου πωλητή καταστήματος σε ερώτηση πελάτη.

Σκηνή στην Καλογήρου:

Πελάτισσα (βουπού): - Τα mules αυτά βγαίνουν σιμπιζάκι;
Πωλήτρια (με ύφος ρεητσαρλίνας): - Ό,τι βλέπετε!
Πελάτισσα (κάτω από τα μουστάκια της): - Μule-άρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το παρακάτω απάνθισμα αρχαίων μπινελικίων προέρχεται από εδώ, από εκεί κι από αλλού.

ἁβροβάτης: λουγκρίτσα με κουνιστό βάδισμα [> αβρός (τρυφερός) + βαίνω (προχωρώ)]
ἁβροβόστρυχος: λουγκρίτσα με κοριτσίστικα κοτσιδάκια κοτσίδες (> αβρός (τρυφερός) + βόστρυχος (κοτσίδα))
ἀγγεῖον: μουνί
ἄμβων: Το μουνόχειλο [> ανά + βαίνω]
ἄντρον: η σπηλιά, το μουνί
ανασεισίφαλλος: η φραπεδιάρα (> ανασείω + φαλλός)
ἀνασύρτολις: η Άντα που κάνει τα πάντα ἀπεψωλημένος: ο αισχρός, ο ξεψωλιάρης. ἀπόψυγμα: σκατό [> αποψύχω (αφήνω κάτι να κρυώσει] ἀποψωλέω: επιδεικνύω την βάλανο την ψωλής μου όπου βρω, λατινιστί: praeputium retrahere alicui [> ψωλή]
ἄροτος: το γαμήσι [> όργωμα]
ἄτρητον: το ξεσκισμένο μουνί [α- επιτακτικό + τρωτόν]

βδέω: κλάνω [> βρωμάω]
βληχώ: το μουνάκι [ > βληχή (αρνάκι μαλλιαρό)]
βορβορόπη: Βρωμομούνα ή βρωμόκωλη (> βόρβορος + οπή) βουβονιῶ: καβλώνω[> βόμβων (πρήξιμο)]
βρῦσσος: μουνί-αχινός [> βρύσσος (αχινός)]
βυττός: μουνί-βαρέλι [> βυττός (βαρέλι)]

γεῖτον: μουνί-μαχαλάς
γίγαρτον: κλειτορίδα [> γίγαρτον (κουκούτσι σταφυλιού)]
γλωττοδεψέω: το γλειφομούνι [> γλώττα + δεψέω (κάνω μαλάξεις)]
γογγύλη: το καλοσχηματισμένο βυζί [> ολοστρόγγυλη]
γυναικοπίπης: ο μπανιστιρτζής [> γυναίκα + οπιπτεύω]

δέλτα: το μουνί, λόγω σχήματος και γονιμότητας.
δελφύς: το μουνί [> βολβός, αγριοκρεμμύδο]
δίδυμος: το αρχίδι [> δις]
διθυραμβοχάνα: το ραψωδικό μουνί-βόρβορος
δορίαλλος: το μουνί
δέλτα: το μουνί
δρομάς: τροτέζα [> δρόμος]

ἑδρόστροφος: πούστης που σου τουρλώνει τον κώλο του [> έδρα + στρέφω]
εἰλίπους: γκομενα που λικνίζει τους γλουτούς της.
ἐκμιαίνω: χύνω [> εκ + μίασμα]
ὲπανθούσα: το ανθηρόμουνο
ὲπιδερμίς: το μουνί
ἐσχάρα: το μουνί [> από το ρήμα ίσχω (εμποδίζω)]
εὔπυγος: γκόμενα με κώλο αναφοράς [> ευ + πυγή]
εὔστρα: το μουνί [εύστρα = σφαγείο όπου καψαλίζουν τα ζώα]

ἡδονοθήκη: το μουνί

θύρα: το μουνί

ἴακχος: το βακχικό ή τραγουδιστό μουνί
ἱπποπόρνος: Πληθωρική πουτάνα, έφιππη πουτάνα
ἰσθμός: το μουνί που σέρνει καράβι

κασσωρίς: πουτανίτσα [> κάσις (αδελφός, εταίρος)]
κῆπος: το μουνί[ > κήπος (μεταφορικά μουνί)]
κίνουρης: αυτός που περπατά κραδαίνοντας την ψωλή του σαν γύφτικο σκεπάρνι [> κινέω + ουρά]
κόκκος: η κλειτορίδα
κοσμάριον: το μουνί-στολίδι [κοσμάριον = στολίδι]
κτένιον: το μουνί-εδώ-ο-κόσμος-χάνεται
κύντερος: ο αναίσχυντος, ο κοπρίτης [> κύων]
κυσαρόν: το μουνί [> κυσανώ (γαμώ)]
κῦσθος: το μουνί [> κυσανώ (γαμώ)]
κυσολαμπίς: το φωτεινό μουνί [> κυσανῶ (γαμώ)]
κύων: η ψωλή [ > κύω (γεννώ)]

λαικαστής: ο έκφυλος [ > λαι (επιτατ.) + πασχητιάω (επιζητώ μίξη παρά φύση)]
λέχριος [ > λέχριος (λεχρίτης)]
λεωφόρος: η πουτάνα
ληκώ: Η ψωλή λοπάς: το μουνί [> λοπάς (πιάτο)]
λόχμη: το τριχωτό μουνί [> λόχμη (θάμνος)]

μανιόκηπος: γκόμενα νυμφομάνα [ > μανία + κήπος (μουνί)]
μέλαθρον: το μουνί
μῖνθος: το σκατό (> μίνθος (ανθρώπινο περίττωμα)
μύζουρις: η τσιμπουκλού[> μυζάω + ουρά (πέος)]
μυλλός: το μουνί [> μύλλος (χείλος)]
μυρρῖνον: το τριχωτό μουνί [> μύρρα (μυρτιά)]
μυρτοχειλίδες: το μουνί μου μοχχοβολάει
μῦσχος: το αφιλόξενο μουνί [> μύσις (κλείσιμο χειλιών)]
μυσχάνη: το αφιλόξενο μουνί [> μύσις (κλείσιμο χειλιών)]

ὄλεθρος: το μουνί

πανδοσία: Η Άντα που κάνει τα πάντα [> παν + δίδω]
πασιπόρνη: πόρνη που παίρνει τους πάντες
πελλάνα: το μουνί [> πέλλα (δέρμα κατεργσμένο)]
περιβασώ: η γυναίκα που καβαλάει τον άνδρα κατά το φίκι-φίκι [> περί + βαίνω]
πίττα: το μουνί με απ' όλα [> πίττα (κολλώδης ουσία, ρετσίνα)]
πιθηκαλώπηξ: ο μπαγαπόντης [> πίθηκος = αλώπηξ]
πλύμα: η ξεπλένω πουτάνα της εσχάτης υποστάθμης [πλύμα (ξέπλυμα)]
πορνοκόπος: ο μπουρδελιάρης
πορνομανής: ο μπουρδελιάρης
πόσθων: ο πουτσαράς [ > πόσθη (πούτσος)]
πτυχή: το μουνί
πτωχελένη: το φτωχομπινεδιάρικο πουταναριό πυγιστής: ο κωλομπαράς [> πυγή]
πύλη: το μουνί της κολάσεως

ῥαφανιδόω: χώνω ραπανάκια στον κώλο κάποιου. Αρχαία τιμωρία για την μοιχεία [ > ῥάφανος (ραπανάκι)]
ῥωποπερπερήθρας: ο φλύαρος, ξερόλας [> ρώπος (φτηνόπραγμα) + πέρπερος (φλυαρία)]

σλακανδρος: το μουνί
σαυλοπρωκτιάω: περπατάω κουνώντας τον κώλο μου.
σαῦλος: ο κουνιστός, η κουνίστρα.
σκύλλη: πουταναριό, σκυλί.
σποδηριλαύρα: σκατοφάγος [σποδή (καταβροχθίζω) + λαύρα (απόπατος)]
σῦκον: το προσφιλές σε όλους μουνί.

τέτανος: η ψωλή η καυλωμένη τιτίς: το μουνί (κυριολεκτικά, το πουλάκι που κελαηδά)

χαλκιδῖτις: η πολύ φτηνή πουτάνα, αυτή που εκδίδεται για ένα χάλκινο νόμισμα.
χοιροπωλεώ: γουρουνιάρα καριόλα [> χοίρος]

- ΕΥΜΕΝΙΟΣ: Αφού γλωττόδεψε την εύπηγο πλην βορβορόπη Λάουρα, η κασσωρίς Λίλιαν μου ξηγήθηκε πιθηκαλώπηκομυζουριά ! Έφτυνα αποψύγματα !

- ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Τουλάστιχον εμείς οι λαικαστοί αβροβάτες πλένουμε την ληκώ τα δίδυμά μας πριν! Λέμε τώρα...

« Ω πασιπόρνη και κάπραινα και σαπρά...» (Έρμιππος, απόσπασμα)

«Ειπέ μοι, ω πόσθων εις τον σαυτού πατέρ’ άδεις;» (Αριστοφάνης, Ειρήνη)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η πρακτική του να ρίχνουμε ονόματα «αυθεντιών», συχνά ασχέτων προς το θέμα συζητήσεως, με σκοπό την κακώς εννοούμενη τεκμηρίωση ή (στην χειρότερη) τον εντυπωσιασμό.

Το νέιμ ντρόπινγκ, άκα επίκληση στην αυθεντία, παρατηρείται σε κάθε κοινωνικό, μορφωτικό και επαγγελματικό στρώμα, από τον μεταμοντερνιάρη χρονογράφο που δεν χάνει ευκαιρία να επικαλεστεί τους Foucault και Braudrillard μέχρι και τον τσιμπουκόχειλο κομμωτή που διακόπτει τον εαυτό του στα παράθυρα για να τονίσει πόσο ευτυχισμένες πελάτισσές του υπήρξαν οι Βουγιούκλω και η Κάρλα Μπρούνι.

Ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια των λογικών ολισθημάτων τ. argumentum ad potential.

Εκ του αγγλικανικού name dropping.

...το (μεγαλύτερο αν μη τι άλλο) άγχος του να μη πετάξεις καμία κοτσάνα (γραμματική, συντακτική) ή να κάνεις κανένα πολύ πολύ άτυχο νειμ ντροπινγκ τύπου «συνεργαζόμουν πολύ στενά με την εξεκιουτιβ μάνατζερ κυρία τάδε» και η κυρία τάδε να είναι τρίτη ξαδέλφη ή αδελφή του μπατζανάκη του γαμπρού του τύπου που σου κάνει την συνέντευξη. και εσύ να μην έχεις συνεργαστεί ποτέ μαζί της.
(εδώ)

- Εμένα μου τη σπάει που απευθύνεται στον Πρίγκηπα α λα σύγχρονος Μακιαβέλι. Έξυπνος είναι, αλλά τόσο νέημ-ντρόπινγκ ομολογώ δεν το περίμενα
(εκεί)

- Το name dropping (νέιμ ντρόπινγκ στα Ελληνικά) είναι μια μόδα, που έχει ενσκήψει τα τελευταία χρόνια μεταξύ των ματαιόδοξων, κατά τ’ άλλα κενών ανθρώπων, οι οποίοι προσπαθούν να επιδεικνύονται προσποιούμενοι ότι γνωρίζουν κάποιους «επώνυμους». Νομίζουν έτσι, ότι «πετώντας ένα όνομα», κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, ενός γνωστού προσώπου (ηθοποιού, βουλευτή, τραγουδιστή, δημοσιογράφου της TV, κλπ) ότι αποκτούν κάτι από την αίγλη (το γκλάμορ, που λέμε Ελληνικά) που φέρει το όνομά του.
(παραπέρα))

Εμείς τα χτίσαμε αυτά τα μαγαζά! (από Vrastaman, 06/06/11)(από Vrastaman, 06/06/11)

Όπως είπε και ο Θεύδιος ο Μάγνης, το νέιμ ντρόπινγκ δεν πρέπει να συγχέεται με αυτό.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο φασίστας.

Το μαύρο είναι το χρώμα (και) του φασισμού: απεικονίζει αφενός τις στιλιστικές επιλογές των παλαιάς κοπής μελανοχιτώνων μου Μπενίτο και των σημερινών ναζών συνεχιστών του και αφεδύο το σκοτεινό πνεύμα που διακατέχει τις ιδέες και τις ψυχές των φασό.

- Ολοι οι πρωταγωνιστές της μαύρης τρομοκρατίας στην Ιταλία της δεκαετίας του '70 «συνέπεσαν» σε μια κρουαζιέρα στην Ελλάδα, το Πάσχα του 1968. Οχι μόνο για να προσκυνήσουν τη χούντα, αλλά και να εκπαιδευτούν στις τεχνικές υπονόμευσης της δημοκρατίας απ' τους πρώτους «διδάξαντες».
(από εδώ)

- η «Μαύρη Διεθνής», η φασιστική κίνηση που είχε πυρήνα το κόμμα Γιόζεφ Στράους στη Δυτική Γερμανία, άπλωσε τα πλοκάμια της και στην Κύπρο και στην Ελλάδα και κινεί τα νήματα της συνωμοσίας για πολιτική αναταραχή και οικονομικο – κοινωνική αναστάτωση στις δύο χώρες, με στόχο καθεστωτική αλλαγή, και προώθηση νόθων λύσεων στο Κυπριακό...
(από εδώ)

- Υπαρχουν μαυροι φασιστες, κοκκινοι φασιστες, θρησκευομενοι φασιστες κοκ.
(από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για σύγχρονους πολυθεϊστές, εκ του «παγανιστές», οι οποίοι τον τελευταίο καιρό πραγματοποιούν πανηγυρικό comeback. Ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιήθηκε αρχικά με υποτιμητική διάθεση, αλλά πολλοί παγάνες πλέον χρησιμοποιούν την λέξη με το ίδιο πνεύμα που οι μελαψοί αγγλοσάξονες των ΗΠΑ αποκαλούν αλλήλους my nigger.

Στην χώρα όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα υπάρχουν πολλές συνομοταξίες από παγάνες, καλύπτοντας όλο το φάσμα της πολιτικής και των ψυχοσωματικών δυσλειτουργιών. Κοινός παρανομαστής είναι η απόρριψη του Ιουδαιοχριστιανισμού και η πεποίθηση ότι εάν κάποιοι δεν είχαν φάει μπαμπέσικα τον Ιουλιανό θα ζούσαμε σε ένα καλύτερο κόσμο.

Υπάρχουν οι παρακάτω κύριες κατηγορίες:

϶ϵ Παγάνες για δέσιμο: πρόκειται για την πλέον παρανοϊκή υποκατηγορία, καθώς πιστεύουν ότι οι Έλληνες και οι «θεοί τους» κατάγονται από τον Σείριο και ότι από την αρχαιότητα τα μέλη της μυστικής Ομάδας Ε διεξάγουν ένα συνεχές παρασκηνιακό πόλεμο με τους Σιωνιστές, οι οποίοι είναι περίπου όπως οι Romulans του Star Trek. Οι εν λόγω παγάνες έχουν δανειστεί πολλά από τους Σιεντολόγους, αλλά δυστυχώς για αυτούς, ο άρτι αποδημήσας εις Σείριον εμπνευστής τους Ανέστης Κεραμυδάς στερείτο της επιχειρηματικής οξυδέρκειας ενός L. Ron Hubbard και δεν κατάφερε να οργανωθεί αντίσοιχα. Έτσι, οι εν λόγω παγάνες βγάζουν ψίχουλα γυρολογώντας βιβλία σε κυρα-περμαθούλες αντί να απολαμβάνουν τις πιο χοντρές μπάζες μιας οργανωμένης θρησκείας.

卐 Παγάνες που θέλουν να μας δέσουν: πρόκειται για μετάλλαξη ακροδεξιών σκινιών που εμπνέονται περισσότερο από την βορειοευρωπαϊκή μυθολογία παρά από το δωδεκάθεο, και αυτοηδονίζονται ακούγοντας Βάγκνερ και προσβλέποντας στην σαπουνοποίηση ως χόμπι. Φέρουν πολύ βαριά το γεγονός ότι κοντινοί τους ομοϊδεάτες κυβέρνησαν την χώρα χρησιμοποιώντας το σύνθημα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».

✇ Φωτορεαλιστικοί Παγάνες: πρόκειται για παγάνες που ειλικρινά επιχειρούν να αναπλάσουν την «πατρώα θρησκεία». Μερικοί συμμετέχουν σε τελετές στον Όλυμπο φορώντας χλαμύδες προσφέροντας σπονδές και θυσίες στους θεούς. Με δικαστικούς αγώνες και προσφυγές πέτυχαν την αναγνώριση του δωδεκαθεϊσμού ως «γνωστής θρησκείας» από το κράτος. Ίσως αυτή να είναι και η αχίλλειος πτέρνα τους, καθώς στη προσπάθειά να οργανωθούν πράττουν τα πεπατημένα καραγκιοζιλίκια άλλων οργανωμένων θρησκειών, ιδρύοντας αλληλοαφοριζόμενες οργανώσεις και γκρουπούσκουλα. Οι εν λόγω παγάνες έχουν κατηγορηθεί για γραφικότητα και κιτσοσύνη, αλλά ποιος, με το χέρι στη καρδιά, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είναι περισσότερο ή λιγότερο γελοίοι από οποιαδήποτε άλλη οργανωμένη θρησκεία;

☯ Φιστικοπαγάνες: ταλαιπωρήθηκαν στα παιδικά τους χρόνια καθώς η μαμά τους κοινωνούσε κάθε Κυριακή και η γιαγιά τους έσερνε γονυπετείς στην Τήνο για προσκύνημα. Ξεσπούν λοιπόν αποτασσόμενοι την ταλαιπωρία του χριστιανισμού, αλλά κάνουν καλού κακού τον σταυρό τους όταν τα βρούνε σκούρα. Λένε για τους αρχιτέκτονες ότι δεν είχαν τα αρχίδια να γίνουν μηχανικοί, αλλά ούτε και την πουστιά να γίνουν διακοσμητές. Οι φιστικοπαγάνες είναι κάπως έτσι: δεν έχουν το σθένος να δηλώσουν άθεοι, αλλά ούτε και την περιπετειώδη διάθεση να φορέσουν χλαμύδες, μη γίνουν και ρόμπες.

❀ Ρομαντικοπαγάνες: διακατέχονται από φιλο-φιλελληνικό πνεύμα, και προσεγγίζουν την θρησκεία πάντα υπό φιλοσοφικό πρίσμα. Διαβάζουν Κέλσο, Ιουλιανό, Τρύφωνα Ολύμπιο, Μάριο Βερέττα. Ανάλογα με τον πολιτικό τους προσανατολισμό (πολλοί είναι πρώην αριστεροί, άλλοι e-λληναράδες) αγοράζουν έντυπα όπως ΔΙΙΠΕΤΕΣ, ΔΑΥΛΟΣ, ΙΧΩΡ, κα. Δεν συμμετέχουν σε σπονδές όπως οι φωτορεαλιστικοί, αλλά συνήθως δεν πράττουν οπορτουνιστικά όπως οι φιστικοπαγάνες.

϶†ϵ Χριστιανοφιστικοπαγάνες (άκα Λίγο Χριστό, λίγο απ' ό): Πρόκειται για αυτομισούμενους χριστιανούς του απορρίπτουν την Παλαιά Διαθήκη ως σιωνιστική, αλλά ασπάζονται την Καινή Διαθήκη και τον Χριστό, τον οποίο θεωρούν Έλληνα και θύμα του σιωνισμού, και συνεχιστή της «πατρώας Θρησκεία» του δωδεκαθέου με ελάχιστες εκσυγχρονιστικές αλλαγές (πχ ο Ποσειδώνας γίνεται Άγιος Νικόλαος, κλπ). Υποστηρίζουν ότι ο Ιησούς ήταν ελληνάρας, ο καρπός του έρωτα της Μαρίας με κάποιον Ελληνορωμαίο στρατιώτη ονόματι Πάνθηρα (παραθέτοντας κείμενα του Κέλσου και του Ιώσηπου). Παγαποντοπαγάνες αυτής της κατηγορίας προέρχονται κυρίως από τον ακροδεξιό χώρο (Πλεύρης, Γεωργαλάς, κα).

ΟΣΟ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΒΡΕ ΠΑΓΑΝΑ, ΠΡΟΣΕΧΕ ΚΑΛΑ ΓΙΑ ΘΑ ΣΤΕΙΛΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΩΤΙΑ ΝΑ ΣΕ ΚΑΨΕΙ..... (Παραλήρημα αγριοχρίστιανου από Blog).

Φιλάτε ακόμη την ΕΙΚΟΝΑ της παναγρίας σας που μύρισε τον κρίνο; Ρινικός έρωτας δεν είναι αυτό; Μη μου πάθετε κανέναν έρπη από τα πολλά φιλήματα σε πανάγρια αιδοία, πόδια κλπ. Μα να φιλάτε και ψάρια; ΙΧΘΕΙΣ; Αυτό πια παραείναι ανωμαλία. Εμάς ρε αποκαλείτε παγάνες; Για δοκιμάστε να πηδήξετε την αφροδίτη. Θα σας στραβώσει το πέος από το μάρμαρο. Μία εικονίτσα όμως, της κάνουμε μία τρύπα στην στοματική κοιλότητα, μία στο κωλαράκι και άμα δεν μας κάνει το θαύμα της δίνουμε και καταλαβαίνει. Άμα δεν της άρεσε, θα μας έκανε τις χάρες. Αφού δεν μας τις κάνει, της αρέσει. Και θα φωνάζει ο έμπορος από κάτω με το τρίκυκλο: «Ο Ψ(ωλ)αράαααςςς. Ιχθείιιιιιςςς!!!!!!!!» (Παραλήρημα Παγάνα από Blog).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υποκοριστικό του Gif (Graphics Interchange Format).

Καίτοι παλαιάς κοπής γραφικό αρχείο, το γκιφάκι εξακολουθεί να κλέβει την παράσταση καθώς δίνει την ψευδαίσθηση κινούμενης εικόνας.

Πάσα: Τζίζας.

- Θα το σώσω σε γκιφακι (που είναι και πιο ελαφρύ).
(εδώ)

- Το τζιφακι της υπογραφης μου βαζει ιδεες....
(εκεί)

Patsis:[img]http://www.myemoticons.com/images/humor/poop/bear-pooping-in-woods.gif[/img]***Jesus:***
- έπος το γκιφάκι
(Από το λήμμα χέζουν οι αρκούδες στο δάσος;)

[img]http://www.supremepower.co.uk/Boobs.gif[/img]
(Από το λήμμα μουσική σλανγκ)

(από Galadriel, 28/06/10)(από Galadriel, 28/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ταμένα αποκαλούνται όσα παιδάκια παραδίδονται από τους κηδεμόνες τους σε μοναστήρια εν είδει δωροδοκίας προς τα θεία. Η ανάλυση του κτηνώδους αυτού σεξουαλικού εξαναγκασμού ανήλικων δεν είναι του παρόντος.

Σλανγκιστί, σαν ταμένα αποκαλούνται όσοι φέρουν το στυλιστικό λουκ της χριστιανόφατσας ή του μαρξορθόδοξου: τα φλώρικα αγόρια με τσάκιση στο μπλέ πολυεστερικό παντελόνι με το κουλό γκρι μπουφανάκι και τα ξεπλένικα κορίτσια με τις κλειστές ως το λαιμό μπλούζες, τα μακριά μανίκια, την χριστιανόφουστα με μήκος τουλάστιχον ως τη μέση της γάμπας, τις παντός-καιρού κάλτσες και τα μαλλιά τραβηγμένα σφιχτά σε κότσο ώστε να μην σκανδαλίζουν το χριστεπώνυμο πλήθος.

Εννοείται ότι το να είσαι παιδί του κατηχητικού ή λαδοπόντικας χριστιανοταλιμπάν δεν είναι ούτε απαραίτητη αλλά ούτε και ικανή συνθήκη για να εμφανίζεσαι ως ταμένο. Σαν θεούσες άλλωστε ντύνονται και πολλά μούλτι-κούλτι ταγάρια και εθνίκια.

Ασίστ: Khan (ΔΠ), Μαριαχόμορφη.

- Καλά ρε μαλάκα η Αφροξυλάνθη σ' αρέσει; Άκου όνομα... Σαν ταμένο...
- Ε, δεν είναι για όλουσ οι Λιλιάνεσ...
- Περί ορέξεωσ τζιτζίκια γιαχνί...
(Μαριαχόμορφη, εδώ)

- Σαν ταμένο είναι στη μονή Βατοπεδίου που είναι και της μοδός…α πα πα….χάλια!
(Η Paris Hilton...ντυμένη!)

- εδώ, κάθε σχολείο έχει τη δική του στολή, οι οποίες εκτός από κακόγουστες είναι και πανάκριβες...Σαν «ταμένα» είναι τα παιδάκια μου...Χάλια σου λέω...
(από εδώ)

Ταινία Φουσκουθαλασσιές. Εδώ η Μ.Αρώνη παρουσίασε τις κόρες της στο ναυτικό πατέρα τους (Παπαγιαννόπουλος)...σα να \'ταν ταμένες (από GATZMAN, 16/10/09)Η θεία από το Σικάγο. Μια ταινία με...ταμένες...μέχρι την έλευση της θείας (από GATZMAN, 16/10/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κείνο που μας τρώει, κείνο που μας σώζει.

  1. Calypso lit dans un mou nid au bord de l'eau.
  2. Chamonix
  3. mea colpa
  4. άβυσσος το μουνί της γυναίκας!
  5. αγαθομούνα
  6. αγαρμπομούνα
  7. αιδοίο το οδοντοφόρο - δαγκανόμουνο - vagina dentata
  8. αιδοιόκυνος
  9. Αιδοίον πέλαγος
  10. αιδοιοφόρο
  11. αιδοιοφόρος ορίζοντας
  12. ακατάσχετη μουνορραγία
  13. άλλο Τουπαμάρος κι άλλο το μουνί της Μάρως
  14. Αμοκάτσι ... Αμουνίκε ... Ρουφάι
  15. ανάγκη πού'χει η Μάρω, πού 'ν' το μουνί της μαύρο
  16. αναμουνή
  17. αναρχομούνι
  18. αντρικό μουνί
  19. άπατα
  20. Από τον κώλο στο μουνί, δυό δάχτυλα και κάτι τι.
  21. από φωνή... μουνάρα!
  22. αραχνομούνα
  23. αρχιμύδεια
  24. αρχοντομούνα
  25. αχλαδομουνοπατσαβούρα
  26. βρακί αυτοκινήτου - εσώρουχο με τρύπα
  27. βρήκαμε μουνί, το θέλουμε και ξυρισμένο
  28. βρωμομούνα
  29. γαμώ το μουνί που σε πέταγε
  30. γαμώ το μουνί της Εύας
  31. γαμώ το μουνί της Καλιρρόης
  32. γαμώ το μουνί της οικογένειάς του!
  33. γατάκι
  34. γκαστρωμένο μου μουνί, του πούτσου μου μεζές
  35. γκόμενα με αρχίδια
  36. γλειφομούνι
  37. γλωσσίδι
  38. δαγκωτό
  39. εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί ξυρίζεται
  40. εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται
  41. έλα μουνί στον τόπο σου
  42. εμού του αιδοίου
  43. επική μουνάρα
  44. έχει να δεί μουνί από βάφτιση
  45. έχει πήξει το μουνί μας
  46. έχει πιξελιάσει το μουνί μας!
  47. ζαχαρομούνα
  48. Η λάρα, η νάρα και το καυτό συναπάντημα
  49. η ωραία μέρα του μήνα
  50. θεομουνία
  51. θεόμουνο
  52. θρυλική μουνάρα
  53. καβλομούνα
  54. και οι παντρεμένες έχουν μουνί
  55. κάλπη
  56. καμένο ντουί
  57. καμηλό
  58. κι άμα γεράσει το μουνί, η τρύπα δεν εφράζει, μα της ψωλής τα γηρατειά είναι πικρό μαράζι
  59. κλαμμένο μουνί
  60. κλαψομούνα
  61. κουτί
  62. λεβεντομούνα
  63. λιβαδομούνι, φυλάω
  64. μαδομούνι
  65. μαλλιαρομούνα
  66. Μανάρα
  67. μαυρομούνα
  68. με υπομονή κι επιμονή, ο κώλος γίνεται μουνί
  69. μύδι
  70. μι εις τη νιοστή
  71. μινέτο
  72. -μούνα, -γκόμενα
  73. μουνάθροιση
  74. μουνάκιας
  75. μουνάντερο
  76. μουνάρα
  77. μουναρδέλι
  78. μουνάρχιδο
  79. μουνάτο
  80. μουνί απ' τα Καλάβρυτα
  81. μουνί καλλιγραφία
  82. μουνί καπέλο
  83. μουνί κλαμένο
  84. μουνί με ρύζι
  85. μουνί της λάσπης και του αγρού
  86. μουνί τραγιάσκα
  87. μουνί τσοκολάτα
  88. μουνιδάκι
  89. μουνίκακας
  90. μουνίλα
  91. Μουνιόθ
  92. Μουνιόθ Καπέλο
  93. μουνιού, του
  94. μουνισμός
  95. Μουνίτις, Πέδρο
  96. μουνίτσα
  97. μουνοβατερλώ
  98. μουνόγαλα
  99. μουνοείλωτας
  100. μουνόλυσσα
  101. μουνομάχος
  102. μουνοπλαγιά
  103. μουνοπλακέτα
  104. μουνοπλημμύρα
  105. μούνος
  106. μουνόσκυλο
  107. μουνότριχα
  108. μουνοτρύπανο
  109. μουνούχω / ευνουχομούνα / μύδουσα
  110. μουνόχειλο
  111. μούνστορμ
  112. μουνώνας
  113. μουτζό
  114. μούτι
  115. μπαγαποντοξούρα
  116. μπαγαποντοπλαστική
  117. μπαργομούνα
  118. μπερδεψομουνιά
  119. μπικίνι
  120. μπουζουκομούνι
  121. μπροστομούνα
  122. μύδι
  123. νάρα
  124. νιμού
  125. ξανθό μουνί, τρελό γαμήσι
  126. ξεκωλόμουνο
  127. ξεμουνιάζω
  128. ξινομούνα
  129. ξινομουνίαση
  130. ο κώλος είναι το μουνί του μέλλοντος
  131. οδοντογλειφίδα
  132. παλιομούνι
  133. παρακαλετό μουνί, ξινό γαμήσι
  134. πες μου πότε έχεις περίοδο, να 'ρθω να μεταλάβω
  135. πηγαδομούνα
  136. πηγάδω
  137. πήρε άδεια το μουνί να παίξει πασαβιόλα
  138. πιάνω αράχνες
  139. πινελάκι
  140. πινέλο
  141. πλακομούνα
  142. πλακομούνι
  143. πολλά μουνιά τριγύρω μας, στον πούτσο μας κανένα
  144. πουνάνι
  145. πουτόπιστος
  146. πουτσοπαγίδα
  147. πούττος
  148. πυξλαμούν
  149. ραδίκι σγουρό
  150. σάντομουνιτς
  151. σεισμομούνα
  152. σίστος / σσιήστοςσισυφομούνα
  153. σκαντζόχοιρος
  154. σκεφτόμουνα
  155. σπαθί
  156. στο μουνί μου το ιδιότροπο
  157. στρειδομούνα
  158. τεστ ντράιβ
  159. την έγλειφα και άπλυτη
  160. της έδωσα το μουνί στο φουαγιέ
  161. της θειάς σου το μπουγαδοκόφινο
  162. τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνής;
  163. το μουνί και το πριόνι, όποιος δεν τα ξέρει ιδρώνει
  164. το μουνί και το χταπόδι όσο το χτυπάς απλώνει
  165. το μούνι πηγάδι, της έκανα
  166. το μουνί σέρνει καράβι
  167. το μουνί στο πιάτο
  168. το μουνί της Χάιδως
  169. το μουνί το δίφορο, παίρνει τον κατήφορο.
  170. το μουνί το λένε βιόλα και τον πούτσο πασαβιόλα
  171. το μουνί το λένε Γιώτα και τον πούτσο Παναγιώτα
  172. του μουνιού το πανηγύρι
  173. Τουβλομούνα
  174. τούνελ
  175. τρε μουνι
  176. τριφασικό μουνί
  177. τρύπα
  178. βγάζω το φίδι από την τρύπα
  179. τρώω το μύδι με το τσόφλι
  180. φαρμακομούνα
  181. φλίτσι-φλίτσι
  182. χαζομούνα
  183. χαυνομούνης
  184. χοάνη
  185. χωρίστρα
  186. ψωλότσεπη
  187. ωδείο

Λέξεις για τους όρχεις και τα αντρικά γεννητικά όργανα συνολικά: αρχίδια, ζουβάχια, καλαμπαλίκια, καμπανέλια, καρύδες, κοκόβια, κοχόνια, κρεμαντζόλια, λιμπά, λυμπά, μπομπόλια, οικογένεια, παπάρια, τζοχανταραίοι. Ειδικά για συνώνυμα του πέους δες πέος.

Λέξεις για τα γυναικεία γεννητικά όργανα: γατάκι, κουτί, μουνί, μουτζό, μύδι, νιμού, πιπί, πουτί, πράμα, τρύπα, ψωλότσεπη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στη αργκό των μπουρδελιάρηδων περιγράφει υπηρεσία κατά την οποία το πέος του πελάτη τρομπάρεται παλινδρομικά από την επαγγελματία μέχρι να παραχθεί το ζητούμενο σπερμώδες γάλα. Το τρομπάρισμα γίνεται συνήθως χειρωνακτικά και ενίοτε στο πόδι (βλ. ποδοφραπέ).

Για τους θαμώνες των στριπτιζάδικων, πρόκειται για τον υπέρτατο βαθμό περιποίησης που μπορεί να προσφέρει μια χορεύτρια σε ένα στριμωγμένο και συνωστισμένο «πριβέ» χώρο.

Για τους πελάτες οίκων απωλείας, αντιθέτως, το φραπέ είναι το πιο κοινότοπο και απέριττο συστατικό μιας μισθωτής ξεπέτας.

«Πήγα le cabaret με κάτι φίλους χρησιμοποιώντας τις καρτούλες που βρήκα στο ίντερνετ για δωρεάν χωρό. Δεν είχαμε λεφτά όλοι οπότε είχαμε σκοπό να κάτσουμε να πιούμε ένα ποτό να κάνουμε κ έναν χορό και να φύγουμε έχοντας πληρώσει 20€. Ε πήρα και εγώ μια κοπέλα για χορό, με πήγε πάνω και κατευθείαν άρχισε να μου τον πιάνει πάνω από το παντελόνι. Ε πήρα λίγο πιο πολύ θάρρος και άρχισα να την πιάνω παντού (ακόμα και κάτω) και αυτή με άφηνε. Σε κάποια στιγμή μου λεει με 100€ έξω από το μαγαζί κάνω ότι θες, θα σου δώσω το τηλ μου μετά... Ε τις λεω και εγώ για φραπέ, και μου λεει ότι μπορεί με 20€ φραπέ με γάλα, χωρίς να το μάθει το μαγαζί. Ε έσκυψε λίγο πάνω μου για να μην φαίνετε κ ξεκίνησε ο φραπές. Μόλις τέλειωσε τις έδωσα στα πεταχτά 20€ και έφυγα από το μαγαζί. με 40€ ήπια ποτό, μπάνισα τις γκόμενες, χούφτωσα αυτές που ήρθαν στο τραπέζι να με πείσουν για πριβέ και είχα και φραπέ με γάλα. Πραγματικά πολύ ευχαριστημένος!!!»

«..παλιά στο Ανατολή, θα το θυμούνται οι παλιότεροι έπαιζε πολύ φραπέ με πόδια στον πριβέ στο πατάρι! εμένα μου είχε τύχει πολλές φορές αλλά μόνο πάνω από τα ρούχα! Μια φορά όμως είχα πετύχει σε πριβέ μια τύπισσα που τον είχε βγάλει έξω σε ένα τύπο και του τον έπαιζε κανονικά με τα πόδια της μέχρι που έχυσε!!!! Σας έχει τύχει σε στριπτιζάδικο;»
(Αμφότερα από το forum του bourdela.com)

(από aias.ath, 18/11/11)(από GATZMAN, 01/05/13)\'Καφέδες\' παντός τύπου (από nobody, 20/12/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σε μπεζάκι, εις την Λαρισαϊκήν.

Ανήκει στην μεγάλη κατηγορία εκφράσεων που ξεκίνησαν ως ανέκδοτα αλλά τελικά σλανγκαυτονομήθηκαν.

Βλ. επίσης: Δεν μας χέζεις εσύ κι ο γρύλος σου, παιδιά να οργανωθούμε, μιλάς με γρίφους, γέροντα κ.α.

  1. Το ορίτζιναλ ανέκδοτο:

Ένας Λαρισαίος επισκέπτεται μια αντιπροσωπία τουτού στην Αθήνα:
- Χαίρετε, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω; - Ψάχνου για αυτοκίνητο που να 'χει αερουσάκου, ΑΒS, MP3, και να 'ναι σιμπιζάκι. - Σιμπιζάκι; Δυστυχώς όχι, έχω όμως ένα εξαιρετικό Ibizaκι με τις προδιαγραφές αυτές…
- Τότε δεν μ’ καν....
Πάει σε άλλο μαγαζί. - Γεια σας, τι θα θέλατε;
- Ένα αυτοκίνητο που να 'χει αερουσάκου, ΑΒS, MP3, και να 'ναι σιμπιζάκι. - Ξέρετε, τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει. Ό,τι βλέπετε
Τελικά επιστρέφει αποκαρδιωμένος στην Λάρσα και πάει στην μάντρα της γειτονιάς του.
- Ένα αυτοκίνητο που να 'χει αερουσάκου, ΑΒS, MP3, και να 'ναι σιμπιζάκι. - Μωρ’ κι σιμπιζάκι έχει και σι κοκκινάκι κι ότι τραβάει η ψυχούλα σ’ έχει!

2.- ιμίαιμα πανέμορφα κουταβάκια περίπου 40 ημερών χαρίζονται. Παράδοση κατ'οίκον στην περιοχή Θεσσαλονίκης. Ή ελάτε να διαλέξετε. Ένα από τα κουταβάκια, το μοναδικό σε σιμπιζάκι χρώμα, θα φιλοξενήσω εγώ στο σπίτι. Θαυμάστε το μετά από ένα μπανάκι...
(από εδώ)

  1. - Ο Λευκος Πύργος ναι είναι ακομαι σιμπιζάκι... κατι άκουσα ότι θα τον βάψουν μολις τελειώσει το μετρο...
    (από εδώ)

  2. - Μιλάμε γα πολύ γέλιο σε σχέση πάντα με το μύθο που κυκλοφορεί. Λες και ήταν σύναξη καθηγητών για σεμινάριο Δια Βίου Εκπαίδευσης. O κόσμος είχε πιά περάσει στον Βινγκεστάιν και αυτή ακόμα προσπαθούσαν να εξηγήσουν τα προβλήματα με Καρτέσιο. Ηταν δε χαρτόδετα σε σιμπιζάκι. Ουτε καν δερματόδετα οι καρμίρηδες.
    (για συνάντα της λέσχης Bilderberg, από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified