Further tags

Σταματάω να ανταποκρίνομαι και να δίνω σημάδια επικοινωνίας / ζωής.

Α)
- Που είναι ο Νικολάκης;
- Είναι στο άλλο δωμάτιο, έχει σβήσει.

Β)
- Δεν αντέχω άλλο, πρέπει να κοιμηθώ.
- Γιατί σβήνεις ρε μαλάκα;

Γ)
- Ρε αυτό το παιδί γιατί δεν μιλάει;
- Πραγματικά δεν ξέρω, σβήνει...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιφώνημα γενικής χρήσης που δείχνει ένταση

(1) Αδερφέ εχθές γίναμε ένα μαύρο από τον Μιχάλη πολύ Ούς

(2) Τον σακάτεψε τον Νίκο, του μπήκε πολύ Ούς οταν της παίξαν

(3) Πήρα καινούργια μηχανή ρε πάει τάπα σε λέω πολύ Ούς

(4) Ε Ούς ρε φίλε δεν έχω άλλα λεφτά, τα έχασα στα φρουτάκια

Got a better definition? Add it!

Published

Απλούστατα η αγαπημένη πρωτεύουσα του βορρά Θεσσαλονίκη.
Προέρχεται σίγουρα από το Θεσ/νίκη, το οποίο στα χωριά ο απλός παππούς δίχως να γνωρίζει πολλά από γράμματα διαβάζει Θεσνίκη, έτσι χαράχθηκε στη συνείδηση των βορειο-ελλαδιτών σαν συντομία. Σίγουρα δεν χρησιμοποιείται τόσο συχνά όσο το Σαλονίκη.

-Έχω άδεια το σουκού, πάμε Θεσνίκη βόλτα ; -Μέσα.

Got a better definition? Add it!

Published

Το ρήμα του κάνω κάποιον μπαούλο , δηλαδή τον σπάω στο ξύλο αλλιώς και μπαουλιαζω , χρησιμοποιείται κυρίως από θεσσαλονικιους και αναφέρονται σε κάποιον που παίξανε ξύλο πρόσφατα.

Ήρθε της προάλλες ένας εδώ στο μαγαζί και μου πούλαγε τρέλα,και κάτι με είπε νευρίασα και τον μπαουλιασα

Τον έκανα μπαούλο

Got a better definition? Add it!

Published

Άραγμα, λιώσιμο

Πάω για τούφα

Got a better definition? Add it!

Published

  1. Τους πήραν στο κυνήγι οι μπάτσοι από Καμάρα μέχρι Συντριβάνι. Πρέπει να πρόλαβαν να χωθούν στα ήμια.

  2. Τι θα κάνουμε απόψε; Λέω να πάμε ήμια, έχει πάρτι στο Πολυτεχνείο.

Χρησιμοποιείται χάριν συντομίας. Προέρχεται από τη λέξη Πανεπιστήμια. Αναφέρεται στο κάμπους του Α.Π.Θ. Έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, κυρίως στον αναρχικό χώρο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σφαλιάρα, χαστούκι, μπάτσα.

- Ρε σεις τι θα γίνει πάλι μ'αυτό το παλτό που σέρνεται?
- Χθεσινοβραδυνός είναι πάλι ρε...
- 'Αμα τον πετύχω έξω κάνα βράδυ θα τον αρχίσω στα κιουστράπια να στρώσει, ξερωγώ.

Θεσσαλονικιώτικη έκφραση χρησιμοποιούμενη απο τους οπαδούς του ΠΑΟΚ κατά κύριο λόγο και αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης καταστάσεων όταν πονάνε τα μυαλά μας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

1)ορισμός από την ελληνική βικηπαδεία: Το κασέρι (ή κασσέρι) (απο τουρκ. kaşar1) είναι ημίσκληρο τυρί από πρόβειο και κατσικίσιο γάλα, με συμπαγή μάζα χωρίς τρύπες. Παράγεται σε κυλινδρικά κεφάλια διαμέτρου 30 και ύψους 10 εκατοστών εμβαπτισμένα σε φυσικό κερί. Το κασέρι μπορεί να διατίθεται και σε παραλληλεπίπεδες φραντζόλες μήκους 30 εκατοστών και διατομής 10x10 εκατοστών. Παρασκευάζεται κυρίως στη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Θράκη και τη Λέσβο – όπως και σε πολλά μέρη της Τουρκίας.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το κασέρι έχει καταχωρηθεί ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (Π.Ο.Π.)2 με τον Καν.(ΕΟΚ)1107/96 της Ευρωπαϊκής Ένωσης .


2)Σύμφωνα με τους Θεσσαλονικείς, σελεμελέδεςσελεμελές / σελεμελού και εν γένει βορειοελλαδίτες, κασέρι αποκαλείται οποιοδήποτε κίτρινο ή πορτοκαλί-πάντως όχι λευκό-τυρί, σε αντιδιαστολή με τα λευκής αποχρώσεως τυροκομικά, τα οποία αποκαλούνται τυριά.Έτσι κατά τη βορειοελλαδίτικη σλανγκιάσλανγκ, τυρί είναι η φέτα, η μυζήθρα, το μανούρι, το ανθότυρο, ενώ κασέρια το παραδοσιακό κασέρι, η γραβιέρα, το γκούντα, ένταμ, τσένταρ, καμαμπέρ, έμμενταλ κι εν γένει οποιοδήποτε κίτρινης αποχρώσεως τυροκομικό.πρόβλημα γεννά εδώ η κατάταξη του τυροκομικού <κεφαλοτύρι>, δοθέντος, ότι είναι ένα κιτρινόλευκο τυρί.Εδώ οι περισσότεροι λαλάδες, μπαγιάτες μπαγιάτηςκαι μη, αναφέρουμε απλώς το κεφαλοτύρι, χωρίς να εξειδικεύουμε αν πρόκειται για τυρί ή κασέρι.Έτσι η σχετική πίτα, ονομάζεται κασεροζαμπονόπιτα ή σπανιότερα ζαμπονοκασερόπιτα, δίχως κανέναν να ενδιαφέρει τι τυροκομικό πράγματι πλαισιώνει το επίσης αγνώστου προελεύσεως αλλαντικό.

Παράδειγμα εδώ

στο σούπερ μάρκετ. -Καλησπέρα σας.Σε κασέρι τι έχετε? -Υπάρχει γκούντα Ολλανδίας, Ένταμ, Ελβετικό Έμμενταλ και Κεφαλογραβιέρα Νάξου.


3) Και πάλι στη Θεσσαλονικιώτικη μαγκιώρικη μάγκας και συγκεκριμένα δυτικοκαγκούρικη κάγκουρας σλανγκ, ο αντικοινωνικά ξενέρωτος άνθρωπος με δόσεις ηλιθιότητας και κοινωνικής αποκλίσεως.Πρόκειται για χαρακτηρισμό συνώνυμο του λούληλούλης, συναντώμενο ιδιαίτερα σε τιμημένες γλωσσικά δεκαετίες, όπως τα 80's και 90's, οδηγούμενο βαθμηδόν σε εξαφάνιση(αλλά γι'αυτό υπάρχει και το slang.gr, για να διασώσει τη γλωσσική πολιτιστική μας κληρονομιά), προφανώς αποδιδόμενο σε άνθρωπο με τις ιδιότητες του μαλακού ενίοτε γαλακτοκομικού, μαλθακό κι ευάλωτο, που λιώνει εύκολα, σαν το κασέρι(ήτοι ως άνω υπό στοιχείο 2, όλα τα κίτρινα τυριά).

Παράδειγμα εδώ

-Αδερφέ, επειδή δηλαδή η φτώχεια θέλει καλοπέραση, σήμερα θα μαζευτούμε όλοι στο πατρικό μου, λείπουν οι γέροι μου Χαλλλκιδική, θα φέρει κι ο καθένας τα ξύδια του, θα γίνει φάση σε μιλάω. -Ρε καρντασάκο, όλα γκαλλά, αλλά τη ντελευταία φορά ο αποκάτω μας έφερε τους μπάτσους ναούμε. -Ρε άααασε τώρα τον αποκάτω, άμα τάχει τα κάκκαλα, ας με πει στα ίσια, ότι τον ενοχλάω.Άααντε τώρα, το κασέρι.

Got a better definition? Add it!

Published

Τα αρθρωτά λεωφορεία τύπου Volvo-Saracakis Β10Μ-SB756 που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα από το 1978 στην θεσ/νίκη και από το 1981 στην Αθήνα.

Στην Αθήνα αποσύρθηκαν πλήρη ημερών το Σεπτέμβριο/Οχτώβριο του 2005. Ήταν τεράστια εκτρώματα με επίπεδα ξύλινα καθίσματα και τέρατα αξιοπιστίας.

-Οι δεινόσαυροι στην Αθήνα ήταν μπλε, στη Θεσσαλονίκη ήταν κόκκινοι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που δεν αφήνει ούτε ένα ταλιράκι να πάει χαμένο. Φιλάργυρος, σπαγγοραμμένος, τσιγκούνης.

Η λέξη ακούγεται συχνά σε αθλητικά ραδιόφωνα της Θεσσαλονίκης.

Α ρε Ιβάν, δες ποιος σε έπιασε κότσο... ο ταλιροπαγίδας που διαβάζει Γαύρο και Πρωταθλητή.

Η ΑΜΚ είναι ανοικτή για αυτούς που έχουν από 20 χιλιάρικα και πάνω. Εσύ που είσαι ταλιροπαγίδας προφανώς δεν μπορείς!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified