Further tags

Αυτός που γαμάει ό,τι βρει μπροστά του, ακόμα και αυτούς ή αυτές που δεν βλέπονται.

- Ρε αυτός πήγε με το μπάζο την Μαρία.
- Καλά, δεν ξέρεις τι σαβουρογάμης που είναι;

Και σαβουρομπήχτης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνδυασμός των λέξεων ψωλή και χιονάνθρωπος. Είναι ο χιονάνθρωπος που έχει και ψωλή.

Συνδυάζει το παιδικό παιχνίδι με την άρνηση της συμβατικής ηθικής (εξ ου και η ψωλή) και ωσεκτουτού η συνήθης κατάληξή του είναι η ίδια με των αρχαίων αγαλμάτων από τους χριστιανούς: ο ακρωτηριασμός του επίμαχου σημείου ή/και η πλήρης καταστροφή του από κάποιον ηθικό πολίτη...

- Φτιάξαμε εδώ πιο κάτω έναν ψωλάνθρωπο γαμάτο, σαν άγαλμα!
- Έλα ρε! Πού είναι να τον δω;
- Ατύχησες φίλε! Λίγο αφότου φύγαμε, μια κακογαμημένηπήγε και τον έκανε χίλια κομμάτια... Θα την πείραξε η μεγάλη ψωλή φαίνεται!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ανδρικό μόριο.

- Κοίτα Κική, περνάει ο πρώην σου ο Άγγελος... Βρε αυτός είναι στούμπος! - Κοντός είναι φιλενάδα, αλλά έχει ένα μπιρμπίλι...!

Τουκανισμος: ο Πρόεδρας αποκρύπτει τπ μπιρμπίλι με τις παλάμες του.. (από Vrastaman, 16/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οτιδήποτε στην κατοχή ενός άνδρα τραβάει την προσοχή στις γυναίκες και τις κάνει περισσότερο προσβάσιμες σεξουαλικά. Συνήθως λέγεται για αμάξια, κότερα και συναφή πνευματικά αγαθά...

Συνώνυμο: μουνοπαγίδα

- Ωπ, νάτος και ο Χρήστος με την καινούρια του Ferrari... - Κοίτα πώς έχουνε κολλήσει όλα τα πιπινάκια... Πολύ γκομενοπαγίδα αυτό το αμάξι ρε πούστη μου!

Γκομενοπαγίδα κι αυτή. (από patsis, 23/05/10)

Got a better definition? Add it!

Published

Η προτροπή και η προσπάθεια ενός άντρα να πείσει μια γυναίκα να επιδοθούν σε πρωκτικό έρωτα.

-Σου έδωσε κώλο το Μαράκι ρε;
-Όχι ακόμα, τόσο καιρό την πρωκτρέπω όμως, πού θα πάει...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ερωτικό βοήθημα για τον κώλο. Αποτελείται από ένα φουσκωτήρι και ένα μακρόστενου τύπου μπαλονάκι το οποίο μπαίνει στον πρωκτό και φουσκώνει μέχρι εκεί που θέλετε. Βοηθά να ξεπεραστούν οι όποιοι ενδοιασμοί και ανησυχίες σχετικά με το πρωκτικό σεξ.

- Ο Μάνος με είχε φάει να το κάνουμε από πίσω κι επειδή εγώ φοβόμουν μην πονέσω πήγε και πήρε μια πρωκτοτρόμπα και από τότε του δίνουμε και καταλαβαίνει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πιπομωρό.

- Τι ώρα παίρνεις πίπες φανουρομωρό;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(ουσ.)
αγγλ. alter + εραστής

Ο πρωταγωνιστής σε soft αισθησιακές (κατά κύριο λόγο που εκπέμπει το γνωστό κανάλι) ταινίες ο οποίος κατέχει τη μοναδική ικανότητα να συνουσιάζεται με τη συμπρωταγωνίστρια, ενώ το πέος του βρίσκεται σε κατάσταση μηδαμινής στύσης σύμφωνα με τα ελάχιστα καρέ που διαφεύγουν από τον σκηνοθέτη.

Φίλε, είδα τις προάλλες την Εμανουέλλα ΙV αλλά πολύ αλτεραστής ο τύπος ρε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μαστός της γυναίκας που είναι στητός και με σφαιρικό σχήμα.

- Πωπω είδες τι απίστευτα βυζόμπαλα έχει αυτή;
- Άραξε ρε, φο-βυζού είναι!

Δώσε βάση στο νόημα. (από Galadriel, 07/03/09)Άλλη μία από wonderbra, πιο ευνόητη γιατί μέχρι να καταλάβω το διπλανό σκάλωσα άσχημα. (από patsis, 08/04/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified