Further tags

Βαριά έκφραση για την πολυγαμική γυναίκα, αυτή που τα γαμεί όλα. Λέγεται έτσι επίσης η κακόψυχη.

  1. Πολύ γαμιόλα η δικιά σου, τους έχει πάρει όλους στην παρέα..

  2. Είσαι πολύ γαμιόλα, το ξέρεις;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το τσουλί, η τιποτένια γυναίκα.

-Τι έμαθα ρε συ, χώρισες;
- Άει μωρέ με το τσόλι που πήγα και έμπλεξα, τι θες να έκανα…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η εύπιστη κοπέλα.

  1. – Καλά, η Κατερίνα το πίστεψε όταν της είπα ότι είμαι ερωτευμένος μαζί της και τώρα μου έχει γίνει τσιμπούρι!
    – Εγώ σου το 'χα πει ότι είναι αγαθομούνα...

  2. Η καημένη μωρέ, είναι τόσο αγαθομούνα που πίστεψε ότι ο Χρήστος την έχει ερωτευθεί…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο πούστης, η αδερφή.

- Πώς σου φάνηκε ο Νίκος;
- Δεν ξέρω αλλά μου φάνηκε λίγο Μαρίνος.

Ο showman Γιώργος Μαρίνος (από poniroskylo, 27/09/08)Ο βουλευτής του ΚΚΕ Γιώργος Μαρίνος (αριστερά) με ναυτεργάτες (από poniroskylo, 27/09/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφέρεται κυριολεκτικά στο πέος, αλλά χρησιμοποιείται και ως υβριστικός χαρακτηρισμός.

  1. Μας έχει κάνει το λεβίδι κατσαβίδι ο δικός σου, πολύ πρήξιμο μιλάμε.

  2. Μού 'πε η δικιά σου να πάμε για καφέ, και μου κουβάλησε και το λεβίδι τον γκόμενό της μαζί.

Ετυμολογία: (αρχιδο)λεβιές + -ίδι, υπό την επίδραση μάλλον του αρχίδι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ανίκανος.

-Ρε συ... αυτός δεν μπορεί να γαμήσει ... σκέτος σπερματοζητιάνος.

%

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το τσόντα + βίος.

Αυτός που ζει από τις πορνοταινίες και τα τσοντοπεριοδικά, συνήθως δεν έχει γκόμενα και συνέχεια παίζει το πουλί του.

-Βρήκε γκόμενα ο τσοντόβιος ή ακόμα παιδεύεται με το χέρι του;

(από patsis, 10/04/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι αυτός που λέμε κλασικός γύφτος, λιγούρης.

-Πώ πώ βγήκα χθές βγήκα με τον Κώστα και την έπεφτε σε όποια γκόμενα έβρισκε.
-Αφού τον ξέρεις, ειναι μεγάλος λίμας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για το γνωστό ανδρικό όνομα, το οποίο όμως μεταλλάσσεται και προερχόμενο από τη λέξη «σαβ-ουρογάμης», περιγράφει συνοπτικά το άτομο που πηδάει ό,τι κινείται στον κόσμο τούτο, από γάτα μέχρι τον κακάσχημο γείτονα με το όνομα «Λάκης». Χρησιμοποιείται τόσο για άνδρες όσο και για γυναίκες.

- Αχ, ο Γιωργάκης δεν είναι τέλειος;;;
- Μπορώ να σε λέω Σάββα;;;;;;;;!!!!!!!!!!!!!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη με διπλή σημασία.
1. Η σούζα στα καγκουρίστικα (πρέπει να είσαι λίγο άτομο για να το πεις)
2. Ο πιτσιρικάς στα μάτια μιας διψασμένης για sex σαραντάρας.

  1. - Κι έσκασε μύτη ο ψηλός με τη χουσβάρνα και το σηκώνει ξερολούκουμο μπροστά από το μπατσικό... Μάγκας ο δικός σου, σου λέωωωωωωωωω.

  2. - Ρε φίλε σου λέω με κοίταζε όλο το βράδυ σαν ξερολούκουμο η σαραντάρα...
    - Και μετά;
    - Σπίτι της ρε ... Άσ' το... Με ξεζούμισε ρε... Μου ήπιε το μεδούλι, σου λέω... Θα πάρει καιρό μέχρι να μου ξανασηκωθεί... Με πέθανε!

Mr Υφήλιος 2007 - οκ, δεν είμαι ακόμα σαράντα εντάξει; αχαχαχαχαααα (από Galadriel, 08/05/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified