Further tags

Ρήμα, Χρησημοποιειται κυριως για να δείξει έντονη οργή , μίσος , επιθετικότητα απέναντι σε ένα πρόσωπο .Απαραίτητη προϋπόθεση , ένα μπαούλο

Γαμω την μάνα σου βλάκα

- Τι ειπες; Θα σε μπαουλιασω αδερφέ

Got a better definition? Add it!

Published

Όρος προγραμματισμού. Τυπώνω debug μήνυμα με περιεχόμενο τη λέξη "PONTS" για να επιβεβαιωθεί ότι η εκτέλεση του κώδικα περνάει από το συγκεκριμένο σημείο.

- Δεν ξέρω τι γίνεται ρε συ Λάμπη, φαίνεται να μην μπαίνει καν σε αυτή τη συνάρτηση.
- Πόντσαρες για να σιγουρευτούμε;
- Όχι.
- Ε πόντσαρε ρε γιωτά!

Got a better definition? Add it!

Published

Στην ποικιλία της Γορτυνίας σημαίνει γεμίζω από καπνό, μπούχλα. Συνήθως απρόσωπο στο γ΄ ενικό: μπουχλώνει.

Μπούχλωσε εδώ μέσα απ’ τα τσιγάρα. Ανοίχτε κάνα παράθυρο! (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Καμένο και πολιτικά μη ορθό λογοπαίγνιο με την ισλαμιστική οργάνωση Χαμάς και την ερώτηση γαμάς; η οποία απευθύνεται σε άνδρες οι οποίοι είναι ύποπτοι για αγαμία και για αυτό για υπερβολική μαλακία και για τα θεωρούμενα ως υποκατάστατα του σεξ όπως πολεμική βία. Σπανιότερα και ρήματα όπως χαμάω κυρίως για αριστερούς που βγαίνουν από την αριστερή μελαγχολία τους μέσα από φαντασιώσεις πολεμικής βίας.

- Αγόρι μου μια ερώτηση μόνο θα σου κάνω: Χαμάς; - Όχι, εγκρατεύομαι, αλλά εσύ σίγουρα τον έχεις κάνει λάστιχο. (Από το Φέισμπουκ).

Got a better definition? Add it!

Published

Χρησιμοποιείται ως υπερβολή για να δηλώσει ότι κάποιος/α είναι κοπέλα τελειωμένη. Σύγκρινε με το γυαλίζει το πόμολο, έκλασα πόμολα, τρώω και τα πόμολα.

Μέχρι και τα πόμολα έχει τσιμπουκώσει για να φτάσει εκεί που έχει φτάσει επαγγελματικά.

Got a better definition? Add it!

Published

Από το αγγλικό shitposting, σημαίνει τη συστηματική ανάρτηση στο διαδίκτυο ποστ με σαχλό, ηλίθιο ή προκλητικό και τρολ περιεχόμενο, προκειμένου μεταξύ άλλων να προκληθούν αντιδράσεις, όπως χαβαλές ή και πολιτικά αποτελέσματα.

  1. Έφαγα μπαν γιατι απο μαλακιες στα νιατα μου τελειωσα τη σχολη σε μεγαλη ηλικια (μολις 42) και μετα απλα ηθελα να συνεχίσω να σκατοποστάρω. (Εδώ).
  2. Σκατοποστάρω, αλλά με βίγκαν περιεχόμενο. (Φέισμπουκ).

Got a better definition? Add it!

Published

Συνώνυμο του σκατοποστάρω, από το αγγλικό shitposting, σημαίνει τη συστηματική ανάρτηση στο διαδίκτυο ποστ με σαχλό, ηλίθιο ή προκλητικό και τρολ περιεχόμενο, προκειμένου μεταξύ άλλων να προκληθούν αντιδράσεις, όπως χαβαλές ή και πολιτικά αποτελέσματα.

Σιτποστάρω ακούγοντας μπλίνκ και βλέποντας αμέρικαν πάι. (Φέισμπουκ).

Got a better definition? Add it!

Published

  1. Γδέρνω κάποιον κυριολεκτικά ή μεταφορικά, δηλαδή του αφαιρώ πολλά λεφτά ή τον κατατροπώνω σωματικά ή λεκτικά.

«Με ξεπέτσιασε η θεια Χρίσταινα. Κόντεψε να μου πάρει τα μισά. Προξενήτρα είναι αυτή ή λαιμητόμος;» (Εδώ)

2.Γδέρνω το πέος μου από υπερβολικό αυνανισμό, αυνανίζομαι. Συνήθως ως τον έχω ξεπετσιάσει.

Πρέπει να βρει γυναίκα επειγόντως, γιατί τον έχει ξεπετσιάσει.

Got a better definition? Add it!

Published

Ψευδοαρχαίος σλανγιωτατισμός που σημαίνει αυνανίζομαι.

Πεοταλαντώνει ενδοπαλαμικώς καθ' εκάστην ο μάλαξ.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυνανίζομαι εκ του καλιαρντής προέλευσης φλοκάρω.

Σολοφλοκάρει όλη μέρα, τον έχει κάνει λάστιχο.

Got a better definition? Add it!

Published