- Δες κούνημα τον πισωγλεντζέ!
Got a better definition? Add it!
Περιπαικτικός χαρακτηρισμός για τον ομοφυλόφιλο άντρα ο οποίος περπατάει καμαρωτός και αεράτος σαν ζαρκάδι.
- Πω-πω, κοίτα μαλάκα, κοίτα τη ζαρκαδόπουστα πώς κουνιέται!
Got a better definition? Add it!
Ο πούστης.
- Δες τον πως κουνιέται την τσαχπινογαργαλόπουστα!
Σχετικά: τσαχπινιάρης, τσαπερδόνα, τσαχπινογαργαλιάρα, τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρα, τσαχπινομπιρμπιλογαργαλιάρης
Got a better definition? Add it!
Ο πούστης.
- Καλέεεε, δες τον ντιντίκο!!
Got a better definition? Add it!
Ο σε υπερβολικό βαθμό φανερά ομοφυλόφιλος, ο κραγμένος.
- Αμ ο άλλος που έκανε να πούμε την παρουσίαση; Τι τελειωμένη αδερφάρα είναι αυτή ρε;; Ούξω πούστη κι άσχημε, γαμώ την τρέλα μου γαμώ!! Τι 'ν' αυτά ρε;; (ελεύθερη απόδοση δηλώσεων του μέγιστου Γιώργου Γεωργίου στην εκπομπή του μετά τη Eurovision 2006)
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Ο κακός ομοφυλόφιλος. Με άλλη σημασία, χρησιμοποιείται υποτιμητικά απέναντι σε ομοφυλόφιλα άτομα. Και τουλάχιστον σε μια περίπτωση (πρόκειται για την cult ελληνική ερωτική ταινία Πάρτα όλα μωρό μου, αγνώστου χρονολογίας), χρησιμοποιείται ως δείκτης οικειότητας κατά την σεξουαλική πράξη...
- Να, κοίτα! Αυτός είναι ο Βαγγέλης!
- Ναι, τον ξέρω... Μεγάλος βρωμόπουστας!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Ο ομοφυλόφιλος που έχει πολύ αδρά χαρακτηριστικά και γενικά είναι επιθετικός και αρρενωπός.
-Κοίτα τον τύπο με τη χάρλεϊ, όλο σφήνες μου κάνει!
- Φαίνεται αγριόπουστας, μην του κολλάς καθόλου γιατί κινδυνεύεις...
Got a better definition? Add it!
Η τζιβιτζιλού, η λεσβία.
- Ρε, λένε οτι η Πέννυ είναι μπιφτεκού!
- Α, γι'αυτό τόσα κολλητιλίκια με την Ελένη...
Σχετικά: λεσβολιδοσκοπώ, καραλέσβιο, λεσβία από κούνια, λέσβω / λεσβόγκα, αρσενικιά, τριβίδι
Got a better definition? Add it!
Προέρχεται απο το λακές που σημαίνει γλείφτης, αυλοκόλακας.
Αδερφή και μαμόθρεφτο. Πιθανώς επειδή το συγκεκριμένο υποκοριστικό χρησιμοποιείται απο γνωστούς ομοφυλόφιλους, π.χ. Λάκης Γαβαλάς.
Καλά πολύ λάκης ο τύπος ε; Όλη μέρα μέσα στο γραφείο του διευθυντή τη βγάζει.
Πωπω κολλητή, κι εγώ που τον νόμιζα άντρακλα μου βγήκε λάκης εντελώς.
Συνώνυμα του μαλθακός: άβγαλτος, αΐδρωτος, βουτυρομπεμπές, βουτυρόπαιδο, κολεγιόπαιδο, λάκης, λαπάς, μαμάκιας, μαμόθρεφτο, μπουκμαμάς, παπαδάκι, πούδρας, σουβλίτσα, σοφτ, τρυφερό πόδι, φλούφλης, φλώρος, χαλβάς.
Got a better definition? Add it!
Τόσο αδερφή που δεν πάει άλλο.
- Κοίτα που μας έγινε γκέι και ο Τάκης!
- Γκέι;;; Χα! Αυτός είναι μια καράπουστα του κερατά!
Got a better definition? Add it!