ο τσαλακωμένος,είναι ο τύπος που έχει φάει πολύ ξύλο,....

Παράδειγμα εδώ χτες μπήκε μία διμοιρία στην κερκίδα και ο Γιαννησ δεν πρόλαβε να φύγει και τον τσαλακώσανε στο ξύλο

Got a better definition? Add it!

Published

γουδιστούπ, το: Η πράξη κατά την οποία κάνεις κάποιον κεφαλοκλείδωμα και τρίβεις την μπουνιά σου στο κεφάλι του. Εξού και το πρώτο συνθετικό της λέξης, διότι τρίβει το κεφάλι του άλλου σαν να το έχει βάλει στο γουδί.

Ο Θοδωράκης έκανε γουδιστούπ στον Μαριούλη και τώρα το κεφάλι του πονεί.

Got a better definition? Add it!

Published

Βρομόξυλο. Από το τουρκ. değnek= μαγκούρα, μπαστούνι και, κατά συνεκδοχή, μπερντάχι που ρίχνεται με το εν λόγω σύνεργο. Για βορειοελλαδίτικο το ξέρω. Εδώ στα νότια γιόκ, εκτός κι έχω χάσει επεισόδια. Ας πει κάνας Σαλονικιός.

Που τον θμυθκες και συ ορε [...]??????????? χιχιχιχιχι!!!!! Τι ντεγνεκι ειχε φαει εκει αυτος ομους

Το μοναδικό τρέχον ιντερνετικό εύρημα. Παλιότερα είχα πετύχει καναδυό φορές στο γούγλη άλλα παραδείγματα αλλά τότε βαριόμουνα να το γράψω, και μετά εξαφανίστηκαν.

[...] ήταν οι δυό καλύτεροι φίλοι του, μαζί απ' τη Μικρασία, που τα 'χαν πατήσει κι αυτοί τα ογδόντα, ογδονταπέντε χρόνια. Ήρθαν και κάθησαν σιωπηλοί στο μιντέρι. Άφησαν δίπλα τα ντεγνέκια τους και τον κοίταζαν περιμένοντας υπομονετικά, χωρίς να μιλούν.

Γ. Σκαμπαρδώνης Η ψίχα της μεταλαβιάς, εκδ. τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ξυλοδαρμός.

- Έφαγε σόπι: έφαγε γερό ξύλο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σφαλιάρα, χαστούκι, μπάτσα.

- Ρε σεις τι θα γίνει πάλι μ'αυτό το παλτό που σέρνεται?
- Χθεσινοβραδυνός είναι πάλι ρε...
- 'Αμα τον πετύχω έξω κάνα βράδυ θα τον αρχίσω στα κιουστράπια να στρώσει, ξερωγώ.

Θεσσαλονικιώτικη έκφραση χρησιμοποιούμενη απο τους οπαδούς του ΠΑΟΚ κατά κύριο λόγο και αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης καταστάσεων όταν πονάνε τα μυαλά μας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

1. πάω κάποιον γαμιώντας

Ταλαιπωρώ κάποιον, τον τρέχω, τον πάω πίπα-κώλο. Δέρνω κάποιον, τον ξυλοφορτώνω, ιδίως υπό τη μορφή απειλής: "θα σε πάω γαμιώντας".

Βλ. και με πάει γαμιώντας.

  1. Από εδώ:
    μου 'ρχεται ώρες ώρες να τους σπάσω το κεφάλι γιατί έχουν αποθρασυνθεί και αντιμιλούν τα τσόλια ( προς το παρόν πέραν αναφοράς τους περικόπτω και ημερομίσθιο όταν δεν προσέρχονται εγκαίρως 8) ρε θα τους πάω γαμιώντας ,δεν έχουν καταλάβει με ποιον τρελό έχουν μπλέξει) .

  2. Από εδώ (σ.σ. κάντε το σταυρό σας):
    Μην απειλείς ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ γιατί σε δύο ώρες που δίνεις διορία μαλάκα εγώ θα σε πάω γαμιόντας βόλτα όλο το Αιγαίο και θα το απολαύσεις με μπόλικη δόση αλμύρας...

2. πάω γαμιώντας (αμτβ.)

Πάω σφαίρα, τρέχω πολύ, οδηγώ πολύ γρήγορα. Λειτουργώ άψογα.

  1. Από εδώ:
    Επίσης υπάρχουν μόνο δύο επιλογές; Ή πάω σαν ΚΟΤΑ, ή πάω γαμιώντας;! 40 km/h σε αστικό δρόμο με όριο 50 km/h θεωρείται ΚΟΤΑ;! Με στεναχωρεί να διαβάζω τέτοιες απόψεις.

  2. Από εδώ:
    Pros gnosi sou exo kai ego ena passat '90 1800cc 112-115 hp! Exei poli plaka! Paei gamiontas kai stis strofes me fagomena lastixa paei me tis pantes!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εξουδετερώνω, σακατεύω, εξαντλώ. Ξυλοφορτώνω, σαπίζω κάποιον στο ξύλο. Ξεπερνώ κατά πολύ τους αντιπάλους μου, τρώνε τη σκόνη μου.

  1. Από εδώ:
    Πήγε να την Βιάσει και τον έκανε… ”ΑΧΡΗΣΤΟ στο ξύλο!

  2. Από εδώ:
    Ο Δαμιανάκης είναι ''θυρίο'' και έχει καθαρισει έναν από τους καλύτερους επιθετικούς της Ελλάδος τους Μητρόγλου (που έκανε το 0-3 από κόντρα) και τον Μπέργκ που δεν φάνηκε χθες καθώς τον έκανε <Άχρηστο> ο Δαμιανάκης...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η μανούρα, εκτός των άλλων, είναι ειδική περίπτωση καβγά. Συγκεκριμένα, πρόκειται για καβγά που περιορίζεται σε αψιμαχίες, σε "θα σου δείξω - θα μου δείξεις", σε "θα σου κάνω - θα μου κάνεις"*, άντε και σε κανένα "κρατάτε με και θα τονε δείρω", και σε πολύ ακραία κατάσταση μανούρας κάνα σπρώξιμο ή καμιά ψιλή.

Για όσους αντιλαμβάνονται την κατάσταση, είναι πρόδηλη η διάθεση των εμπλεκομένων να μην πλακωθούν στα σοβαρά, αλλά απλά να δείξουν ότι θα μπορούσαν να το κάνουν. Βεβαίως, τίποτα δεν προδικάζει ότι η μανούρα θα παραμείνει μανούρα και δεν θα εξελιχθεί σε καβγά, αλλά αναλόγως με τις συνθήκες και τις περιστάσεις μπορεί κανείς να μανουριαστεί αρκετά ακραία όντας σίγουρος ότι κανείς (και κυρίως ο ίδιος) δεν θα περάσει τη νύχτα είτε σε κάνα νοσοκομείο είτε σε κάνα κρατητήριο.

Κατά συνέπεια το να μανουριαστεί κανείς με πορτιέρη είναι σπάνιο, γιατί ο πορτιέρης έχει την πρωτοβουλία του ξύλου στο 99,99% των περιπτώσεων, ενώ η μανούρα προϋποθέτει υπόδηλη συμφωνία των εμπλεκομένων να μην πέσει ξύλο, ή τουλάστιχον σοβαρό ξύλο.

Αποτέλεσμα, συνήθως φεύγουν και οι δύο πλευρές ευχαριστημένες, φεύγει ευχαριστημένος και ο ενδεχόμενος ειρηνοποιός που μπήκε στη μέση και παράστησε ότι τους χωρίζει, και καθώς είθισται μπορεί να έφαγε και καμιάν αδέσποτη.

Οι μανούρες ξεκινάνε κυρίως δι αφορμήν ασήμαντον, και γι αυτό δεν εξελίσσονται και σε καβγάδες, και αρκετά συχνά επειδή ένας απ' τους δύο ψάχνεται για μανούρα, ίσως λόγω χαρακτήρα, λόγω αλκοόλ ή για εκτόνωση.

Ρηματικές μορφές: μανουριάζω, μανουριάζομαι.

  1. - Πάλι πίνει ο Μπάμπης, και πάλι θ' αρχίσει να μανουριάζεται δεξιά κι αριστερά. Απορώ πώς δεν έχει πέσει ακόμα σε κάναν που δε σηκώνει τέτοιες μαλακίες να τις μαζέψει να ησυχάσει.

  2. - Πωπω, μαλάκα τσέκαρε, χαμός γίνεται. Λες να πέσει κάνα ξύλο;
    - Μπα, θα παίξει λίγο μανούρα έτσι για τη φάση και μετά θα τους χωρίσουν. Κλάιν. Πιες την ποτάρα σου.

*Οι φράσεις "θα σου δείξω - θα μου δείξεις", σε "θα σου κάνω - θα μου κάνεις" αναπαριστούν τις απειλές που εκτοξεύονται εκατέρωθεν. Σε συμφραζόμενα περιγραφής βρισίματος στα όρια καβγά οι παραπάνω φράσεις είναι αρκετά τυπικές.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταβατικό, βουτάω κάποιον. Τον πιάνω, τον τσιμπάω, και του ρίχνω ξύλο, αλλά μάλλον ελαφρύ.

Για την απλή έννοια του πιάνω κάποιον βίαια, βλέπε το παράδειγμα εδώ:

Προπονητής «βούτηξε» από το λαιμό αντίπαλο παίκτη στην Αγγλία

όπου ο συντάκτης για κάποιο λόγο το θεωρεί αρκετά αδόκιμο ώστε να δικαιολογεί εισαγωγικά.

Χρησιμοποιούμενο μ' αυτήν την έννοια, συνήθως συμπληρώνεται με κάποιο απ' τα απ' τον γιακά, απ' το λαιμό, απ' τα μαλλιά, τα οποία νομίζω εξαντλούν την χρήση του βουτάω κατ' αυτόν τον τρόπο.

Στη Λευκάδα το θυμάμαι να παίζει απόλυτο, βουτάω κάποιον, χωρίς παρεταίρω προσδιορισμό, δηλώνων την πρόθεση να πέσει και καμιά ψιλή. Μάλλον παιδική-εφηβική χρήση, συχνά ως απειλή.

  1. Θα σε β'τήξω, ε;
  2. Ναι, λέγε τ' τέτοια και σε β'τήξ' και μετά 'α κλαις.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά είναι ο μαζοχιστής, ο μαζόχας. Προέρχεται από το ντέζι (εκ του γαλλικού désirer= επιθυμώ, ποθώ) και από το ντουπ που σημαίνει το ξύλο (ηχομιμητικό). Δηλαδή αυτός ή αυτή που ποθεί να τρώει ξύλο.

Όντις ήπαγε στο Αδελφοχώρι, με ντεζολαχτάρες και ντεζοντουπούδες αβέλει ντουπ τα πλήκτρα. (Μπουντουσουμού).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified