Έλλην μετανάστης εκ Γερμανίας.
Πλακώσανε και οι λαζοντόιτς απο το σόι του γαμπρού στον γάμο και αρχίσανε τα στο σταθμό του Μονάχου, άχου άχου.
Έλλην μετανάστης εκ Γερμανίας.
Πλακώσανε και οι λαζοντόιτς απο το σόι του γαμπρού στον γάμο και αρχίσανε τα στο σταθμό του Μονάχου, άχου άχου.
Got a better definition? Add it!
Πρόκειται για κλασσική ελληνοαμερικλανιά που σημαίνει «τηλεφώνησε στον μάστορα να φτιάξει την στέγη».
Υπάρχει ανεξάντλητος θησαυρός τέτοιων γλωσσολογικών κομψοτεχνημάτων και η παρακάτω λίστα δεν αγγίζει παρά την κορυφή του παγόβουνου.
Βλ. και φρηζάραν τα λέκια και πλάκωσαν τα μπηλοζήρια.
Αλάρμι, το: Ξυπνητήρι (< alarm)
Aρονόου: Δεν ξέρω (< I don't know)
Βακέσιο, το: Διακοπές (< vacations)
Βοήθησε τον εαυτόν σου: Τσίμπα ένα μεζέ (< help yourself)
Γκαντέμης, ο: Αναθεματισμένος (παρατυμολογικά συνδέεται με το goddamn).
Γκρίλα, η: Σχάρα ή ψητοπωλείο (< grill)
Δώσε κώλο: Τηλεφώνησε (< give a call)
Κάρο, το: Αυτοκίνητο (< car)
Καρπέτο, το: Χαλί (< carpet)
Κέκι, το: Κέικ (< cake)
Κομπιούτα, η: Υπολογιστής (< computer)
Κοντρακταδώρος, ο: Κατασκευαστής (< contractor)
Κοντράκι, το: Συμβόλαιο (< contract)
Κόρι(α), το(α): Νόμισμα των 25 σεντ (< quarter)
Λέκι, το: Λίμνη (< lake)
Λέρωσε το μέρος: Ντομάτα και μαρούλι (< lettuce and tomatos)
Μαρκέτα, η: Μαγαζί / αγορά (< market)
Μασίνι, το: Μηχάνημα (< machine)
Μένω στους 4 δρόμους: Η διεύθυνσή μου είναι στην 4η Οδό (< I live in 4th Street)
Μονεώρα, η: Τραπεζικό έμβασμα (< money order)
Μουβαίνω: κινούμαι (< move)
Μούφλα, η: Εξάτμιση (< muffler)
Μπαγκανότα, η: Χαρτονόμισμα (< bank note)
Μπάνκα, η: Τράπεζα (< bank)
Μπασίκλα, η: Ποδήλατο (< bicycle)
Μπίζνα, η: Επιχείρηση (< business)
Μπίλι(α), το(α): Λογαριασμός (< bill)
Μπιλοζίρια, τα: Θερμοκρασίες υπό το μηδέν (< below zero)
Μπόξι, το: Κουτί (< box)
Μπόσης, ο: Αφεντικό (< boss)
Μπούκο, το: Βιβλίο (< book)
Μπουτσέρης, ο: Κρεοπώλης (< butcher)
Μωροβίκος, ο: Υπηρεσία μεταφορών (< Motor Vehicle Department)
Ντάινα, η: Εστιατόριο (< diner)
Οπερέτα, η: Τηλεφωνήτρια (< operator)
Πασαπόρτι, το: Διαβατήριο (< passport)
Πίσω υάρδα, η: Αυλή (< back yard)
Πίτσα, η: Ροδάκινο (< peach)
Ραδιέρα: Ψυγείο αυτοκίνητου (< radiator)
Ρούφι(α), το(α): Στέγη (< roof)
Ρουφιάνος, o: Αυτός που επισκευάζει τις στέγες (< roof repairman)
Σάινα, η: Πινακίδα (< sign)
Σαμίτσα, η: Σάντουιτς (< sandwich)
Σέντζι(α), το (α): Το σεντ (νόμισμα) (< cent)
Σήπια, τα: Τα καράβια (< ships)
Σπρίνκλα, η: Περιστρεφόμενο σύστημα ποτίσματος (< Sprinkler)
Στέκι, το: Η μπριζόλα (< steak)
Στόφα, η: Φούρνος (< stove)
Σωμ θυρών: Κάτι δεν πάει καλά (< something wrong)
Τάλαρο, το: Δολάριο (< dollar)
Τρόκι, το: Φορτηγό (< truck)
Τσέκι, το: Επιταγή (< check)
Τσίπης, o: Τσιγγούνης (< cheap)
Τσούνγκα, η: Τσίχλα (< chew gum)
Τυρούμι, το: Tεϊοποτείο (< tea room)
Φαγιαδώρος, o: Πυροσβέστης (< fire fighter)
Φάνα, η: Ανεμιστήρας (< fan)
Φένα, η: Ανεμιστήρας (< fan)
Φένι, το: Ανεμιστήρας (< fan)
Φλώρι, το: Πάτωμα (< floor)
Φρίζα, η: Κατάψυξη (< freezer)
Φρίζι, το: Κατάψυξη (< freezer)
Χαντόγκι, το: Λουκάνικο (< hot dog)
Χήτα, η: Καλοριφέρ (< heater)
Χοτέλι, το: Ξενοδοχείο (< hotel)
Got a better definition? Add it!
Η ομογένεια ευθύνεται για εκφράσεις όπως τα μπιλοζίρια. Εγώ απλά την καταγράφω. Εκ του αγγλικού below zero, αναφέρεται σε θερμοκρασίες υπό του μηδενός και όταν λέμε μηδέν στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για 0 βαθμούς Φαρενάιτ και όχι 0 Κελσίου, δηλαδή επιστημονικά σκατόκρυο.
Σχετικό δώσε κώλο στον ρουφιάνο! - Κι άλλα για πολύ κρύο: γίνομαι αρχαίος, δάγκωσα τ' αρχίδια μου, δάγκωσα το καβλί μου, δαγκώσει, τον / την έχω, κάνει κρύο, καιρός για τρίο, Λος Ψόφος, ξυλιάζω, πουτσόκρυο, τα αρχίδια μου έχουν γίνει φακές, τουρτουρίζω, τσάφι, τσόκρυο, ψόφος, ψωλόκρυο
Got a better definition? Add it!
Τις ανεβάζω τις λέξεις για να μη χαθούν. Άλλη αξία δεν έχουν πλέον.
Μαρκόνια έλεγαν οι Έλληνες της Γερμανίας -κυρίως οι φοιτητές- τα μάρκα.
Φοινίκι έλεγαν το pfennig, την υποδιαίρεση του μάρκου όπου 100 φοινίκια = 1 μάρκο.
- Ρε συ, μπορείς να μου δανείσεις πενήντα μαρκόνια να φάω μέχρι την άλλη βδομάδα ... έμπλεξα σε μια πόκα μυστήρια με κάτι Λάζερμαν απ' το Έσσεν χτες κι έχει καθυστερήσει και το συνάλλαγμα ...
- Ογδόντα φοινίκια έκανε ένας καφές που ήπια και δε μου τον κέρασε ο τσιγκούναρος ... και για πάρτη του τσάκισε δυο ζάχερτορτε ... πάλι καλά που δεν είπε να τα πληρώσω κι αυτά ...
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Κύπριοι που έχουν γεννηθεί και μεγαλουργούν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ομιλούν ένα ιδιαίτερο ιδίωμα, παντελώς ακατάληπτο τόσο από τους Άγγλους όσο και από τους Κυπρίους. Εκ του B.B.C. (British Born Cypriot).
Κυπριακή αργκό.
- Πάμε για chopping;
- Παναγία μου, η νύφη του Τσάκι θέλει να με διαμελίσει!
- Χαλάρωσε, το κορίτσι είναι μπιμπισού και θέλει να πάει για ψώνια!
Δες και τσάρλης.
Got a better definition? Add it!
Ελληνοαμερικανική έκφραση που αναφέρεται στην πτώση της θερμοκρασίας και το πάγωμα των λιμνών, παράφραση του the lakes froze and the temperature got under zero. Συχνή στις βόρειες πιτείες των ΗΠΑ.
Θα το κλείσω το εστιατόριο, δεν αντέχω άλλο. Κάθε χρόνο, όταν φρηζάρουν τα λέκια και πλακώνουν τα μπηλοζήρια, θέλω να γυρίσω στο χωριό στην Πρέβεζα, that shit ain't for me dude!
Got a better definition? Add it!
Πρόκειται για μία κατηγορία ανθρώπων που εμφανίστηκε μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου στις χώρες του πρώην Σιδηρού Παραπετάσματος. Βέβαια τσάτσοι και Πεμπτοφαλλαγγίτες υπήρχαν ανέκαθεν (εξ από ανέκαθεν, που λένε κιόλας...) στα ανθρώπινα χρονικά. Οι Σαακασβίληδες όμως αποτελούν μία μορφή εξέλιξης: είναι αμερικανοτραφείς, με άπταιστα αγγλικά, κάνουν ό,τι τους πουν οι Αμερικανοί και στέλνουν στρατιώτες της χώρας τους όπου προστάζει ο αφέντης. Αν κάτι στραβώσει κλαψομουνιάζουν και παρακαλάνε τους Αμερικάνους να τούς βοηθήσουν, σαν κακόμοιρα κουτάβια ή σαν τα παιδάκια στο νηπιαγωγείο που αν κάνουν καμιά μαλακία και φάνε ξύλο, πάνε κλαίγοντας στη δασκάλα. Συνήθως ηγούνται μικρών ή ανύπαρκτων χωρών (χαρακτηριστικός ο γείτονας Γκρουέβσκι) τις οποίες οι Αμερικανοί δημιούργησαν με βάση το «διαίρει και βασίλευε». Οι γνωστοί Νενέκοι, κατά Γιωτόπουλο. Ο πρώτος που πήγε για hardball game και τελικώς κατέστρεψε τη χώρα του είναι ο Πρόεδρος της Γεωργίας Μισα Σάακασβιλι, εξ αυτού και ο όρος.
Αύριο έχουν Σύνοδο οι ΥΠ.ΕΞ. της Ε.Ε. και έχουν πλακώσει οι Σαακασβίληδες για να δουν τι μπορούν να διεκδικήσουν.
Got a better definition? Add it!
Αγγλικανιά που συνηθίζεται σε κάποιους από τους Έλληνες της διασποράς αντί του χρησιμοποιούμενου στην Ελλάδα «πώς σας φαίνεται;» ή απλά «σας αρέσει;». Κατά λέξη μετάφραση του «how do you like (sth)».
Πηγή: ελληνική κοινότητα του Γιοχάνεσμπουργκ.
- Ακόμα νιώθω περίεργα να κάθομαι στο αυτοκίνητα μπροστά και αριστερά, χωρίς να πιάνω τιμόνι.
- Από τους Άγγλους μας έμειναν τα δεξιοτίμονα. Λοιπόν, πώς σας αρέσει έως τώρα η Νότιος Αφρική;
Got a better definition? Add it!
Αλλό ένα που μάζεψα από τα ξένα. Στην αγγλική Below Zero και λέγεται για θερμοκρασίες υπό το μηδέν, εξού και η απόδοση στα ελληνικά μπιλοζούρι
Άσε εχθές το δαγκώσαμε, πλακώσανε τα μπιλοζούρια και τρέχαμε να κρυφτούμε. (π.χ. είχε μείον 15)
Got a better definition? Add it!
Πουσκαρτάδες αποκαλούνται οι μικροπωλητές που πουλάνε με το καροτσάκι τους κυρίως λουκανικούμπες κι αναψυκτικά στους δρόμους του Μανχάταν και ειδικά στο Central Park. Εκ του push cart.
Τον 19ο αιώνα σχεδόν όλοι οι πουσκαρτάδες ήταν Έλληνες. Έκαναν το σκατό τους παξιμάδι, ξοδεύοντας μόνο 5 σεντς από τον ημερήσιο τζίρο που (στην καλύτερη περίπτωση) ανερχόταν $1 ευελπιστώντας μια μέρα να επαναπατριστούν με την περιουσία τους.
Στον 20ο αιώνα, και μέχρι την δεκαετία του 70, οι Έλληνες εξακολουθούσαν να μονοπωλούν το επάγγελμα του πουσκαρτά. Μερικοί διεύρυναν την πραμάτεια τους, προσφέροντας παγωτά, κάστανα, ακόμα και φραπέ. Με σάλιο και υπομονή, το οικονομικό και βιοτικό επίπεδό των Ελλήνων πουσκαρτάδων ανέβηκε σηματικά και στα 80ς οι περισσότεροι παρέδωσαν τα καροτσάκια τους σε Πορτορικανούς οι οποίοι με την σειρά τους τα παρέδωσαν σε Ινδούς, Πακιστανούς και Αιθίοπες στα 00ς.
Απομένουν πια ελάστιχοι Έλληνες πουσκαρτάδες στους δρόμους της Νέας Υόρκης.
Διάλογος με πουσκαρτά:
- Πατριώτη πόσο κάνjει η σαμίτσα;
- Ένα κόρι. Λέρωσε το μέρος;
Got a better definition? Add it!