Ο γνωστός σε όλους μας πούλος με κατάληξη -ιτς , προφανώς σαν μια ιδιωματική λέξη με Σέρβικη κατάληξη. (Ίβκοβιτς, Μπρέγκοβιτς κ.ά.)
- Τον πούλοβιτς φιλαράκο!
Ο γνωστός σε όλους μας πούλος με κατάληξη -ιτς , προφανώς σαν μια ιδιωματική λέξη με Σέρβικη κατάληξη. (Ίβκοβιτς, Μπρέγκοβιτς κ.ά.)
- Τον πούλοβιτς φιλαράκο!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
O μουσικός πνευστού οργάνου.
Μεταφορικά εκείνος/η που του/της αρέσει να επιδίδεται σε στοματικό σεξ με περίτεχνο τρόπο, θυμίζοντας πραγματικά έμπειρο μουσικό πνευστού φιλαρμονικής. Συνήθως δεξιοτέχνης στην πίπα.
- Θα σου κάνω μια πίπα που θα σου μείνει αξέχαστη!
- Άντε ρε παλιόπουστα, κλαρινοπαίχτη! Θα 'θελες!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Το βρωμοθήλυκο, η ποταπή γυναίκα, η τιποτένια και ενίοτε το πορνίδιο που αποβλέπει στο συμφέρον από κάποιον ερωτικό σύντροφο/σχέση. Δεν συνεπάγεται σωματική βρωμιά απαραίτητα μιας και είναι κατά κύριο λόγο μεταφορική λέξη.
- Τι έχεις ρε φίλε και είσαι έτσι; Τι σου συνέβη;
- Άστα ρε φίλε, με παράτησε η βρώμα για τον καινούργιο γκόμενο.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Εκτός από γυναίκα που το μόνο γυναικείο της χαρακτηριστικό είναι τα μακρυά μαλλιά (εξού κι ο αγαπητός cult ποδοσφαιριστής) σημαίνει το τραβέλι / τρανς με ανδροπρεπή χαρακτηριστικά και μοναδικό θηλυκό στοιχείο τα μακρυά μαλλιά / περούκα.
- Ρε την είδες την τραβέλω ;
- Έλα ρε μαλάκα, σαν τον Βαμβακούλα είναι, έλεος!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Το ενδιάμεσο διάστημα από το ένα μεθύσι στο άλλο, στο οποίο τηρείται περισσότερο ή λιγότερο αυστηρά μία κατάσταση ημινηφαλιότητας ή, σε πιο χάρντκορ καταστάσεις, ημιαποχής από αλκοόλ και λοιπά ξιδιάσματα. Όπως και με την περίπτωση των τροφίμων, το υποκείμενο εισάγεται σε μία ιδιότυπη κατάσταση ψύξης, έτσι ώστε να καεί ολόφρεσκο και με ηρωικό τρόπο όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες ή επιθυμητές.
Όταν λοιπόν το υποκείμενο βρίσκεται στη συντήρηση, τότε επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση επιλέγοντας ποτά που είναι χαμηλού βαθμού αλκοόλ (π.χ. μπύρες ή κρασιά) τα οποία καταναλώνει σε μικρές ποσότητες ημερησίως, έτσι ώστε, ωσάν άλλος Προμηθέας, να μπορέσει να επουλώσει για λίγο καιρό τα συκώτια του προκειμένου να μαζέψει δυνάμεις και όταν θεωρήσει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή, να ξαναγίνει καραγκιόζης χωρίς άμεσο σωματικό κόστος (το θέμα της δημόσιας εικόνας και της υπόληψης του υποκειμένου εξ ορισμού δεν απασχολεί). Η άλλη άποψη υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο καλλιεργείται ένας μιθριδατισμός απέναντι στο αλκοόλ, έτσι ώστε κάποιος ή κάποια να μπορεί να επωφελείται από το μπουστάρισμα της κοινωνικότητας που επιφέρει η πόση αλκοολούχων, χωρίς να ξεφεύγει σε ακραίες καταστάσεις. Τα άμεσα πειραματικά δεδομένα επιβεβαιώνουν και τις δύο τάσεις. Αρκεί, βέβαια, να μπορεί κανείς να βαστήξει τις αντιστάσεις του, γιατί όπως λέει και το τραγούδι από λίγο-λίγο γίνεται πολύ.
Η συντήρηση ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου το υποκείμενο διάγει έναν ενάρετο και υπεύθυνο επιφανειακά βίο (δουλειά, οικογένεια και λοιπά μικροαστούλικα) τον οποίο θα δυσχέραινε το καθημερινό χανγκόβερ. Τέλος, η συντήρηση δεν αφορά τους περιστασιακούς πότες, αλλά τους συνειδητοποιημένους ξιδάκηδες.
Αφιερωμένο στον Χάρη Π., που μας την έκανε αλλά μούτρα δεν του κρατάμε. Requiescat in pace.
Απ' τη ζωή βγαλμένο:
- Έλα ρε, πού χάθηκες από προχτές; Ξέμεινες;
- Και αυτό. Αλλά κατά κύριο λόγο ξέμεινα από αξιοπρέπεια. Αφού ξεφτιλιστήκαμε ρε πάλι. Είπα να αράξω καμιά μέρα να ενυδατωθώ και βλέπουμε...
- Σιγά την ξεφτίλα ρε συ, εξάλλου το 'χουμε πει, η ευτυχία βρίσκεται στην υπερβολή...
- Στου κουφού την γλάστρα κατούρα και φύγε, σου λέει τίποτα; Όχι τίποτε άλλο, μέσα σ' όλα αυτά ένα πέσιμο πήγα κι εγώ να κάνω και ρομπιάστηκα. Και μετά οι άλλες μας φταίνε που 'ναι ξενέρωτες.
- Καλά, ξεκόλλα τώρα. Εδώ εγώ πήγα να φάω ξύλο, τι να λέει τώρα; Λέμε με τους άλλους να αράξουμε κιόσκι το βραδάκι. Κατά τις δέκα...
- ... με τις σακουλίτσες μας;
- Έτσι λέει.
- Ωραία, αλλά εγώ θα τη βγάλω στη συντήρηση. Δίνω αύριο πρωί-πρωί, δεν είμαι για τρέλες. Πάω για το δέκα το καλό.
- Φοιτηταράς δηλαδή. Καλά, πέρνα πιο μετά απ' το σπίτι να ξεκινήσουμε, μην πάμε στο ξενέρωτο. Κι εγώ χτες συντηρητικά την έβγαλα, μην μας βγει τ' όνομα.
- Σωστά, ήρωες και πάλι. Περνάω μετά. Τα μιλάμε.
(... και όπως ήταν αναμενόμενο ξεφτιλιστήκαμε. Το μάθημα πάντως περάστηκε.)
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Σύνθετη λέξη από το παππούς + πούστης. Υποδηλώνει τον πούστη που σε βάθος χρόνου παρέμεινε αναλλοίωτος στα πιστεύω και στα γούστα του! Ομάδες ευσεβών παππούστηδων μπορούν να βρεθούν ολημερίς στο Κολωνάκι κυρίως την Ελληνική πόλη της μόδας. Συζητούν θέματα αδιάφορης κοινωνικοπολιτισμικής αξίας στο Perro's, στο da Capo και στα στενά του Κολωνακίου γενικότερα, έτσι για να περνάει απλά η ώρα μέχρι να πλησιάσει ο υποψήφιος νεαρός επιβήτορας που θα του γίνει αργά ή γρήγορα αν δείξει ενδιαφέρον, πρόταση από τον παππούστη. Κυρίως σεξουαλικής φύσεως.
- Ρε αυτός δεν ήταν ο Φιλήμονας που πέρασε;
- Καλός παππούστης είναι κι αυτός!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Συνώνυμο του μεγάλου σαν κεφαλάκι γάτας πουτσοκέφαλου!
Εκτός σεξουαλικής συζητήσεως σημαίνει μεγάλα κομμάτια στερεοποιημένης λάσπης και προφανώς άχρηστης προς σοβάντισμα τοίχων.
Μπορεί να σημαίνει πολλά που μπορούν να σχετιστούν με ένα κεφαλάκι γάτας γύρω μας. Στην cult ταινία του Μπόκολη «Ποιος θα πηδήξει την γοργόνα», νεαρός αγνώστων λοιπών στοιχείων και ενώ γαμάει από τον κώλο την συμπρωταγωνίστριά του (γοργόνα) της λέει «Πάρε το γατοκέφαλο μου!» -κτλ.
Πώπω τι γατοκέφαλο έχεις στον πούτσο σου επάνω! Μόνο μάτια δεν έχει και μουστάκια!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Το αντρικό μόριο σε στύση, συγκριτικά με έναν λεβιέ ταχυτήτων ενός αυτοκινήτου και με τον τρόπο που τον πιάνει και τον μεταχειρίζεται με άνεση μια γκόμενα!
Ωραία οδηγάς μωράκι, δεν ξέρω για το τιμόνι αλλά τον πουτσολεβιέ τον δουλεύεις πολύ καλά!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Το επόμενο στάδιο από το φλόκι (την κατάσταση δηλαδή του μη ώριμου τυριού), είναι το κασέρι! Φλόκια δύναται να χύσει κάποιος σε μια χρονική περίοδο 1-3 εβδομάδων. Από εκείνο το σημείο αρχίζει η ωριμότητα του τύρου και η σχεδόν ολοκληρωτική στερεοποίηση του σπέρματος στην επιδιδυμίδα. Επαγγέλματα μοναχικά όπως ναυτικοί, μοναχοί, ασκητές κτλ. είναι πιο επιρρεπή στο να χύσουν κασέρια, από έναν άνθρωπο στην πόλη. Το φλόκι πλέον από πηχτό λευκό χρώμα έχει αρχίσει να παίρνει την ελαφρώς κίτρινη όψη και υφή του κασεριού.
Μαλάκα μας έχει φάει η εμπλοκή εδώ μέσα, έχω να πάρω έξοδο 4 εβδομάδες. Χύνω κασέρια!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Η ορίτζιναλ Αθηναϊκή έκφραση και όχι η βορειοελλαδίτικη με την προσθήκη «μ»(μπούλο). Πρόταση όταν απορρίπτεις με απότομο τρόπο κάτι και το χρησιμοποιείς για να «στείλεις» κάποιον/-α! Ο μεν πούλος έχει μη καθορισμένη έννοια διότι μέρος του κόσμου ισχυρίζεται ότι είναι έκφραση προερχόμενη από τα καλιαρντά της πούλης, πούλου δηλαδή του κώλου. Άλλοι δε, ισχυρίζονται ότι είναι ο πούτσος και ίσως και η επικρατέστερη εκ των απόψεων. Η πρόταση προς εκείνο το πρόσωπο δε να μπει και στο μπαούλο, προσδίδει ότι δεν μας ενδιαφέρει καθόλου η άποψη / στάση του ατόμου ή το άτομο γενικότερα και επιθυμούμε να εξαφανιστεί ακόμη και μέσα σε ένα μπαούλο! Αφιέρωμα έχει δοθεί και στο www.paretopoulo.blogspot.com
- A εγώ είμαι παντρεμένη, δεν με ενδιαφέρουν οι γνωριμίες με άντρες στο φέϊσμπουκ...
- Ποιος σου έκανε ερωτική πρόταση και δεν το θυμάμαι κοπέλα μου; Εσύ αν θυμάμαι καλά μου έστειλες αίτημα φιλίας όχι εγώ! Έλα, τον πούλο και στο μπαούλο!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified