Λεξιπλασία εκ του αγγλικού copy paste (αντιγραφή - επικόλληση).

Ο αντιγράφων (και επικολλών) στην ψηφιακή εποχή. Ο copypaster (αν υπάρχει σαν λήμμα) με Ελληνική κατάληξη.

Πες και κάτι δικό σου ρε, όλο κείμενα άλλων βάζεις, κοπυπαστατζή!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο/οι λαθρομετανάστης/-ες συντετμημένα, ανάμεσα σε εθνίκια και άτομα του υπερπατριωτικού χώρου.

Βόμβα οι αρρώστιες που φέρνουν οι λάθρο (από εδώ)

(από allivegp, 27/03/12)

Δες και κομμέ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τρέπεται έτσι μειωτικά το όνομα του κόμματος ΣΥνασπισμός ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς, ΣΥ.ΡΙΖ.Α., άκα ΣφΥΡΙΖΑ. Το αντικείμενο της ειρωνικής τροπής είναι η έφεση του συγκεκριμένου κόμματος στον καταγγελτικό λόγο και την διαμαρτυρία, τα οποία εκλαμβάνονται από αντιπάλους του ως απλή τσυρίδα (με ύψιλον μπαμπουινιστί εκ του συρίζω).

  1. Σκίζουν τα στριγκάκια τους στον τΣΥΡΙΖΑ για τους «Τούρκους» (Εδώ).

  2. Η ματαιοπονία του ΤΣΥΡΙΖΑ...
    Η σύμπτυξη των απόμαχων της ανανεωτικής κομμουνιστικής αριστεράς, των ανθρώπων (και αγωνιστών), που έχουν περάσει προ πολλού την κλιμακτήριο της ιδεολογικής και πολιτικής παραγωγικότητας, δημιούργησε το ΣΥΡΙΖΑ.
    Στην κύρια... συνιστώσα του, το Συνασπισμό, η απόπειρα να παντρευτούν η, ανεξίτηλη, ΚΝίτικη κουτοπονηριά, με το σύγχρονο life style, οδήγησε στην επιλογή του …Αλέξη. ( Είναι, περίπου, σίγουρο πως αν τον έλεγαν …Βρασίδα, δεν θα επιλέγονταν !...).
    Για μια σειρά λόγους – δεν είναι απαραίτητη η ανάλυσή τους σ΄ αυτό το σημείωμα – η λέξη και η μεταφορική έννοια «φούσκα», βρήκε σημείο αναφοράς της, εκτός από το χρηματιστήριο και στο όνομα Τσίπρας… (Εδώ).

  3. Κι ἐσὺ τέκνον Τσίριζα;
    syriza watch
    Τελικὰ δὲν εἶναι/ἦταν προνόμιο καὶ τακτικὴ ἀγῶνος μόνον τῶν τεταρτοδιεθνιστῶν! Ἀκροδεξιοὶ προφανῶς, ἔχουν μπουκάρει καὶ στὰ σεπτὰ μετερίζια τῆς Συριζᾶ.
    Διότι... δὲν ἐξηγεῖται ἀλλιῶς...
    Ποιὸς φασίστας ἐνεπνεύσθη τὴν ἀφίσσα αὐτὴ καὶ δὲν ἔβαλε κἄνα σκοῦρο χρωματάκι σὲ (κάποιο ἀπὸ τὰ) προσώπατα τῶν ἀνθρωπακίων-ψηφοφόρωνε; Ποιὸς ῥατσίστας τοὺς ἔκανε ὅλους λευκούς; Ποιὸς ἀποκλείει τοὺς ἀφροαφρικανούς, ἔγχρωμους, χαλκόχρωμους,ἐρυθρόδερμους, κίτρινους ἀπὸ τὸ γίγνεσθαι τῆς χώρας μας ἡ ὁποία τόσα χρωστᾷ σὲ αὐτούς; Ποιὸς προκρίνει τὴν πολιτικὴ γκετοποιήσης; Γιατὶ ἐνθαρρύνονται τέτοια σκοταδιστικὰ φαινόμενα ἐντὸς μάλιστα τοῦ τεμένους τῆς ἀνοχῆς τοῦ διαφορετικοῦ, τοῦ πολυχρονεμένου μας συριζᾶ; (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που ασχολείται ερασιτεχνικά με κάτι για την ευχαρίστησή του, που έχει ένα χόμπι - αυτή είναι η ψιλοδόκιμη σημασία γνωστή και κατανοητή.

Ο όρος επεκτάθηκε παραπέρα: Χομπίστας είναι γενικώς ο χαλαρός, ο άνετος, ο άπλα, ο κουλ, ο γοητευτικά ξέγνοιαστος, ο χωρίς πρακτικά προβλήματα που επιζητούν επίλυση, αυτός που κινείται φυσικά, αβίαστα, κουλαριστά, που όταν μπαίνει σε ένα χώρο ο χώρος γίνεται αυτός κι αυτός γίνεται ο χώρος.

Λίγο μποέμ, ο χομπίστας δεν εξαρτάται από τις καταστάσεις, όπως θα έλεγε κανείς για τον μεροκαματιάρη επαγγελματία. Αντιθέτως εμπλέκεται σε αυτές αποκλειστικά για να γουστάρει, σαν από χόμπι, επηρεάζοντας ή και ελέγχοντας την έκβασή τους, γιατί είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού.

Σε αυτό το σημείο, μη παραλείποντας το σχετικό ρισπέκ, αντιγράφεται από εδώ η παρακάτω αναλυτική και ο,τινανική προσέγγιση ορισμού που αποτελεί και εντός ορισμού παράδειγμα:

Χομπίστας (ο) Η σημασία της λ. Χομπίστας δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μπερδεύεται με την έννοια του «ανθρώπου που έχει χόμπι» με τον κλασικό ορισμό του χόμπι ως ορίζει ο Γ. Μπαμπινιώτης άνωθεν. Ο χομπίστας είναι αυτός, ο ένας, ο μοναδικός, ο ρετρό, ο vintage, ο απόλυτα γραφικός, ο ρηξικέλευθος, ο δωρικός, αυτός που ορίζει τον πυρήνα στον «σκληροπυρηνικό», ο ντεκαπάζ, ο ρελαντί, ο τρισμέγιστος, ο τίγρης, το σαρκοβόρο εκείνο τέρας που θα δεις στον δρόμο και θα σου βγει από μόνο του «βρε, κοίτα έναν χομπίστα! Πωω είναι θεός

Επειδή ο απόλυτος ορισμός της λ. χομπίστας δεν είναι δυνατός με όποιον συνδυασμό λέξεων μπορούν να δημιουργήσουν τα 24 γράμματα του αλφαβήτου (πέραν των βοηθητικών ακλ. Ντουκέβιλ, ασπιρίνιο, αουρέλιο, α-ο-ρα, βζντόλι και αροάνια) [...]

Ιστορικά να σημειωθεί πως η αρχική προέλευση της λέξης Χομπίστας, είναι ομιχλώδης αλλά φημολογείται ότι έχει να κάνει με ένα ενυδρείο δύο χιλιάδων λίτρων και με μια σπάνια ράτσα μαύρων πιράνχας.

Χαρακτηριστικός χομπίστας του μπι ο Κ. Τσάκωνας (αλλά στην πραγματικότητα ο Ρένος Χαραλαμπίδης «Το μόνο επάγγελμα που πραγματικά μου ταιριάζει νομίζω ότι είναι αυτό του Θεού») στα Φτηνά Τσιγάρα - από την ίδια ταινία το μήδι και το παράδειγμα.

(Τσάκωνας πάει να πάρει τηλέφωνο τη Λίτσα): Εγώ λέω να την πάρω από το κινητό για γκλάμουρ.
(Άλκης Παναγιωτίδης): Όχι Τέλη μου, όχι αγόρι μου, όχι άφησε το κινητό, σε θέλω απλό, απέριττο, δωρικό! Όλα θα παιχτούν εδώ, στη φωνή, όλα! Και να ξεκαθαριστεί απ' την πρώτη στιγμή, ότι δεν έχεις ανάγκη την απάντησή της! Είσαι ένας ΧΟΜΠΙΣΤΑΣ, είσαι ένας χομπίστας, θέλω βαθιά φωνή αισθησιακή, να τη διαπεράσεις σ' όλο της το κορμί. Κι όχι λεπτομέρειες ποιος είσαι και τέτοια, σε θυμάται, ΟΦΕΙΛΕΙ να σε θυμάται! Μπρος, πάρτην τώρα, χάρισέ της αυτή την εμπειρία.
Τηλεφωνητής: Είμαι η Λίτσα, αφήστε μήνυμα.
(Τσάκωνας): Ναι... γεια... είμαι ο... δε μπορώ (το κλείνει). (Προς τον Παναγιωτίδη): Μόνο που ακούω τη φωνή της διακατέχομαι από αίσθημα κατωτερότητας. (σ.ς. σκατά χομπίστας).

Εδώ:
- Πείτε του κυρίου μεγαλοδημοσιογραφου και όχι μόνο, να αφήσει τις δικαιολογίες του τύπου «Δεν είμαι χομπιστας». Γιατί, ρε Χατζηνικολάκο, θα σε χάλαγε να είσαι ο Χομπιστας;
- Άλλο να είσαι ένας χομπίστας και άλλο να είσαι Ο Χομπίστας.

(από Galadriel, 27/03/12)Για τι με κόβεις; Για τίποτα. Κόβει το μάτι σου. (από Galadriel, 27/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το σωτήριον έτος 1955, ένα παρακλάδι μιας μουσικής που τη λέγανε blues ή rhythm'n'blues ή race music και απευθυνόταν αποκλειστικά σε μαύρους Αμερικάνους -ενώ κατά τα άλλα θεωρούνταν πρόστυχη, φτηνή, παράφωνη, ή απλώς μουσική του διαβόλου- έφτασε στα αυτιά λευκών πιτσιρικάδων. Άλλαξε όνομα (rock'n'roll την είπανε), έκανε γκραν σουξέ και ακόμα μεγαλύτερο σκάνδαλο. Οι γονείς τραβάγανε τα μαλλιά τους, και το χάσμα γενεών απέκτησε το δικό του soundtrack.

Έκτοτε, οι καυλοπιτσιρικάδες άρχισαν να κλείνονται στα γκαράζ τους, να γρατζουνάνε κιθάρες, να κοπανάνε ντραμς, και γενικά να κάνουν θόρυβο. Ως επί το πλείστον, οι εν λόγω πιτσιρικάδες ήταν εντελώς άμουσοι. Μετρούσαν τις συγχορδίες που ξέρανε στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού, από μέτρο γάμα τα, από μελωδία ό,τι να 'ναι, από στίχους δε βαριέσαι, από ενισχυμένο ήχο μη με ρωτάτε να σας πω. Κατά μία σατανική σύμπτωση όμως, αυτό ακριβώς λαχταρούσαν οι συνομήλικοί τους: κάτι πρωτόγονο, ζωώδες και άμουσο. Και ιδού, απ' τα γκαράζ στις δισκογραφικές και στα πικάπ και στα charts, μια «καινούργια» μουσική, που αργότερα την είπανε garage. Εμείς εδώ τη γράφουμε και γκάρατζ, τη λέμε και γκαράζ. Γκαραζιά, λοιπόν, είναι το garage τραγούδι ή γενικά ο ήχος ενός garage συγκροτήματος.

Από τα 60's έχει κυλήσει πολύ νερό στ' αυλάκι, και ένα σωρό ετερόκλητα πράγματα πιάνονται πλέον για γκαραζιές. Το πανκ και το ροκαμπίλυ έχουν γκάρατζ στοιχεία περίπου υποχρεωτικά, και συνήθως δε βγάζεις εύκολα άκρη τι είναι τι. Καμιά φορά, ο ερασιτεχνισμός (στη σύνθεση, στο παίξιμο, στην ηχογράφηση) σημαίνει γκαραζιά κατευθείαν. Από την άλλη, κυκλοφορούν άψογες παραγωγές με σούπερ ήχο από όντως ταλαντούχους μουσικούς που είναι σαφώς γκαραζιές -λόγω είδους. Η φαρφίσα είναι συνήθως κάρφωμα. Η βρωμιά και ο θόρυβος είναι σοβαρές ενδείξεις. Ενίοτε, όλα τα λεφτά είναι στο στιλάκι.

...Και επειδή είναι πολύ άχαρο πράγμα να περιγράφεις μουσική με λέξεις, αμέτε στα μήδια ν' ακούσετε και να πάθετε μόρφωση.

Παράρτημα: Σύνθετα ονόματα

Το γκάρατζ κολλάει εκ φύσεως με ένα σκασμό συγγενικά (και μη) μουσικά είδη, και η μουσική έχει σταματήσει προ πολλού να μπαίνει σε κουτάκια. Συνεπώς, ο ταλαίπωρος που προσπαθεί να βρει το «σωστό» (ΤΜ) χαρακτηρισμό για κάθε τραγούδι / συγκρότημα, αναγκάζεται συχνά να καταφύγει στην αυθόρμητη λεξιπλασία. Έτσι προκύπτουν ένα κάρο σύνθετα, που συνήθως δεν καθιερώνονται σε ευρεία χρήση (πόσο ευρείας χρήσης είναι αυτή η μουσική στο Σκυλαδιστάν, τέλος πάντων;), ωσεκτουτού δεν πολυπροσφέρονται για ξεχωριστά λήμματα στο σλανγκρ. Είναι όμως ευφάνταστα, εύχρηστα, άμεσα κατανοητά, εντελώς σλανγκ, και αξίζει να μαζευτούν κάπου. (Λέω εγώ τώρα.)

Έχουμε λοιπόν:

  • γκαραζορόκ
  • γκαραζοροκιά
  • γκαραζοροκάκι
  • γκαραζοροκενρόλ
  • γκαραζοροκενρολάκι
  • γκαραζοπάνκ
  • γκαραζοπανκιά
  • γκαραζοσέρφ
  • γκαραζοσερφάκι
  • γκαραζομπλούζ
  • γκαραζομπλουζιά
  • γκαραζοπόπ
  • γκαραζοποπάκι
  • γκαραζοφόλκ
  • γκαραζομέταλ
  • γκαραζομεταλιά
  • γκαραζοψυχεδέλεια
  • ψυχεδελογκαράζ
  • γκαραζοκελτιά
  • κελτογκαραζιά
  • κελτογκαραζοπανκιά
  • γκαραζοειδές
  • γκαραζοπανκοειδές
  • γκαραζοραμονοπανκοειδές
  • πανκογκαραζοντρήμ-ποπ
  • ...και πολλά πολλά ακόμα

Καιρό είχαμε να παίξουμε ατόφια γκαραζιά ε; [...] Πρόκειται για ένα κίνημα της rock που πρωτοεμφανίστηκε στη βόρεια αμέρικα κάπου στις αρχές του '60 και που μετέπειτα θεωρήθηκε από πολλούς σαν ο πρόγονος (προάγγελος) του punk. Κι αυτό γιατί πρόκειται για γνήσια, βίαιη κι ατόφια rock 'n' roll με δυνατές ασύνδετες ερασιτεχνικές συγχορδίες και απλούς στίχους βγαλμένους από την καθημερινότητα.
(από μουσικό blog, αναφερόμενο στους Detroit Cobras)

Αφιερώνω σε όλους μας μια παλιά αγαπημένη μου «γκαραζιά». Σκοτεινός ήχος, βιντεοκλίπ, αλλά κυρίως οι στίχοι περιγράφουν το μέρος που θα μας στείλει όλους η ομάδα μας με τις φετινές της εμφανίσεις: το ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ!
(από φίλαθλο φόρουμ, αναφερόμενο στους Fuzztones)

Εμένα σήμερα με ξύπνησε κατα τις εφτά μια φοβερή γκαραζιά που δεν μπορούσα να πιστέψω αν ήταν αλήθεια ή αν τό 'βλεπα στον ύπνο μου. [...] Μάλιστα guest σόλο κιθάρα κάνει κάποιος Guitar Wolf (αυτός κι αν τό ‘χει καμένο) του ομώνυμου γκαραζοραμονοπανκοειδούς group που μαζί με τις γνωστές μας πλέον απ’ το Kill Bill 5.6.7.8's είναι, λέει, τα δυο πιο ιστορικά γκαράζ συγκροτήματα της Ιαπωνίας. (από μουσικό blog, αναφερόμενο σε αυτό)

Ψυχεδελογκαράζ κουαρτέτο, τίγκα στο fuzz και τα βάθια σε κοντράστ με τα εγκεφαλικά κολλημένα beats, με παραμορφωμένες ψυχο-ποπ αναφορές και swamp γκρούβια. Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.
(από μουσικό site, αναφερόμενο στους Acid Baby Jesus)

Αυτά είναι! Γκαραζοπανκιές από τας μακρινάς Αυστραλίας. Με τα γκάζια πατημένα στο τέρμα και με ριφάκια που κινούνται κάπου μεταξύ Thermals και Undertones.
(από μουσικό site, αναφερόμενο στους Royal Headache)

Με φαρφίσα, σλάιντ και λιντ σα ξυράφι, rhythm section σα μπετόν ... και, τεσπα, γκαραζο-ροκ'εν'ρολ σίξτιζ, ρε παιδί μου [...]
(από αδιαμεσολάβητο site)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά είναι το ρολόι. Εκ του κάγκελο (< μεταγενέστερο κάγκελλον < λατινικό cancellum), που σημαίνει κάτι το μεταλλικό, πρβλ. καγκελοπαρτούζα, και του αγγλικού clock = ρολόι.

Τεκνό τα μπουτ λατσό, χρυσό καγκελοκλόκι και χρυσό τσαρδόγυαλο και στο σλιπολούνι μπόλικη φωτογένεια. (Αποκατέ).

Got a better definition? Add it!

Published

Εκ του λατσός < lačho = καλός, όμορφος στα Ρομανί και του τεκνό, σημαίνει το όμορφο τεκνό στα καλιαρντά, cet objet λουτσί du désir.

Μα ο Ρουβας!Απ'αυτον δεν αρχισε η κουβεντα;;;
Ενα φιλοδοξο αμορφωτο λατσοτεκνο ητανε απο τη Κερκυρα που επαιζε(ποικιλοτροπως) με τους μανατζεραιους και τον κρατησανε στα πραγματα 18 χρονια-και το παινευεται κιολας..ουσιαστικα ομως η ολη ιστορια που λεγεται «Ρουβας» ειναι: 70% μανατζεραιοι, P.R. και media τζερτζελεδες, 25% εμφανιση κοιλιακοι κουνηματα, και 5% φωνη...
(pisoglendis-pisoglendis.blogspot.com).

Το τέκνο της Μαριάννας Λάτση είναι κυριολεκτικά λατσότεκνο. (από Khan, 26/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published

Στα καλιαρντά είναι η αλυσίδα. Το α' συστατικό καγκελο- είναι κατά τον Ηλία Πετρόπουλο συχνό πρώτο ή και δεύτερο συστατικό στα καλιαρντά και ενέχει την σημασία του μεταλλικού. Εκ του κάγκελο < μεταγενέστερο κάγκελλον < λατινικό cancellum. Οπότε μιλώντας για καγκελοπαρτούζα εννοούμε μια μεταλλική (λ.χ. από χρυσό, ασήμι) ευτυχή οργανωμένη παρτούζα, όπου έκλεισε ο κύκλος και έτσι μπορεί να την φορέσει ένα λατσότεκνο ή ένας γερομπινές στο λαιμό, στο πόδι, ή όπου αλλού ξέρει.

Δικέλω ντικ ένα λατσότεκνο με χρυσό καγκελοκλόκι και χρυσή καγκελοπαρτούζα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο λιχούδης, αυτός που λιγουρεύεται συνεχώς με ό,τι φαγώσιμο πάρει το μάτι του.

Εναλλακτικά ο ζηλιάρης, αυτός που λιμπίζεται αλλά δεν εποφθαλμιά με κακία.

Από τα «Σουφλιώτικα», ακούγεται και σε άλλα χωριά του κεντρικού Έβρου.

- Άη ρε Βινγκέλ' πάρι μι ένα παγουτό «Βαμβακούλα» πι του τρώει Νίτσα, του 'δια κι του ζήλιψα.
- Ίσι συ μια αγλιάρου...

(από VAG, 26/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δοκίμως, αποτελεί αλιευτικό δίχτυ πάρα πολύ πυκνό και κατάλληλο για το ψάρεμα μικρών ψαρακίων, όπως οι αθερίνες. Η λέξη είναι σπάνια και δεν υπάρχει σε Μπάμπη και Τριαντάφυλλο. Συνήθως τίθεται στον πληθυντικό: αθερινόδιχτα.

Μεταφορικώς, έχει διάφορες σημασίες. Η πιο ενδιαφέρουσα είναι ότι χρησιμοποιείται ειρωνικώς για να αποδώσει το αγγλικό Fishnet, δηλαδή είτε το λεγόμενο καλσόν- δίχτυ, είτε το εσώρουχο με μορφή διχτυού που φοριέται φετιχιστικώς όχι μόνο στα πόδια, αλλά σε όλο το σώμα και αναδεικνύει τις καμπύλες, τα τουμπανόβυζα και τους μυικούς όγκους, προσφέροντας μια κατιτίς παραπάνω κίνκι αίσθηση. Στα δίχτυα του πιάνονται όχι μόνο αθερίνες, αλλά και λούτσοι. Ασφαλώς, η ονομασία του ως αθερινόδιχτου έχει σκοπό να καταρρακώσει την όποια καλλιέργεια σεχουαλικής ατμόσφαιρας. Η Βικούλα παρατηρεί ότι το Fishnet στα πόδια και τα χέρια είναι ίδιον και goth και punk μόδας.

Επίσης, χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου κάποιος μεταφορικώς προσπαθεί να πιάσει τα μικρά ψάρια, ενώ αφήνει τα μεγάλα ψάρια να ξεφύγουν. Δηλαδή σε περιπτώσεις μηντιακού ή δικαστικού ή κρατικού τουκανισμού, όπου όλη η προσοχή πέφτει λ.χ. σε πλημμεληματάκια, ή στον πολύ κόσμο που μικροπαραβατεί ενώ σημεία και τέρατα γίνονται ατιμώρητα. Τότε λέμε ότι ο τάδε λ.χ. εισαγγελέας ή εφοριακός κ.τ.ό. «βγήκε για ψάρεμα με το αθερινόδιχτο». Δημοσιογράφοι με αθερινόδιχτο είναι και οι διάφοροι δημοσιοκάφροι που συνειδητά δεν ψαρεύουν μόνο σελεμπριτόνια, αλλά και μικρούς ήρωες της καθημερινότητας, λ.χ. σε κάτι ρεπορτάζ του Σταρ, όπου οργώνουν τις παραλίες για να πάρουν συνεντεύξεις από σέξι ανώνυμες λουόμενες, παγκοσμίου φήμης άγνωστους εξαπάκετους και διερχόμενους λουοδύτες. Οι υπερήφανοι συνεντευξιαζόμενοι παρομοιάζονται τότε με αθερίνες, ως μικρά ψάρια- βορά τ. κρέας για κανόνια του δημοσιοκάφρου.

Επίσης, σε εκφράσεις τ. «αθερινόδιχτα μπαλώνουμε;» κατά το μπρίκια κολλάμε; των μπρικολάκων ή στέλνω κάποιον να μπαλώσει αθερινόδιχτα κατά το στέλνω για τσιγάρα. Το τελευταίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αθλητικό βρις-οφ εναντίον οπαδών του Ολυμπιακού- γαύρων.

@ Γερμανός μεταφραστής: Δυσαλίευτα τα ευρήματα στο αθερινόδιχτο του γούγλη, οπότε η έκφραση είναι σπάνια.

  1. α. Η Τζέσικα με υποδέχτηκε φορώντας μόνο ένα αθερινόδιχτο που τόνιζε τα τουμπανόβυζά της. Έμεινα μαλάκας να παρατηρώ πώς οι ρώγες- κάγκελο ξεπρόβαλλαν μέσα από τα δίχτυα.

β. - Μωρό μου τι το φόρεσες το αθερινόδιχτο; Θέατρο πάμε...

γ. mporei na foroyse atherinodixto h typhsa...tote allazei....;) (Εδώ διαδικτυακό εύρημα αμφίβολο).

δ. ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΠΛΕΡΕΖΕΣ ΑΦΟΡΕΤΕΣ, ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΣΑΝ ΑΘΕΡΙΝΟΔΙΧΤΟ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΡΟ ΒΕΒΑΙΑ, ΑΝ ΕΙΣΤΕ ΒΑΖΕΛΟΣ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ME EΛΑΦΡΑ ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ ΝΑ ΤΙΣ ΦΟΡΕΣΕΤΕ ΚΑΙ ΣΑ ΦΟΡΜΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ΚΑΛΣΟΝ) ΤΟ ΒΡΑΔΥ. (Εδώ επίσης).

  1. Το αθερινόδιχτο του ρεπόρτερ (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified