Αναφέρεται συνήθως σε έγχρωμους οικονομικούς πρόσφυγες (νόμιμους ή μη) οι οποίοι πουλάνε πειρατικά CD και DVD στην Έρμου (π.χ.)

Στο γήπεδο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεχωρίσει και να διευκρινίσει τον έγχρωμο παίκτη.

- Πάρε φάση το σιντάκια που τον κυνηγάνε οι μπάτσοι.

- Ρε αυτός ο σιντάκιας με το 7 στην πλάτη ποιος είναι;
- Ο Μπαμπαγκίτα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άμεσο παράγωγο του την ακούω.

Αναφέρεται στον Ζακ - Υβ Κουστώ (μέγας εξερευνητής των θαλασσών) και περιγράφει κάποιον ο οποίος έχει πιει πολύ και την έχει ακούσει.

Χτες ήπια μια κάλα. 'Ασε, έγινα Κουστώ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Για να ονοματίσεις κάποιον που θεωρείς ότι είναι ΣΑ Μαλάκας.

- ΣΑΜ, φέρε μου το φάκελο ρε συ.
- Άμα με ξαναπείς ΣΑΜ, θα σε γαμήσω!
(3ος συνομιλητής) - Γιατί τον λες ΣΑΜ ρε;
- Γιατί είναι ΣΑ Μαλάκας...

Sam I am (από Vrastaman, 24/11/08)Σοβαρός Σαμ. (από Jonas, 26/02/09)(από ironick, 04/03/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση για να δηλώσει ότι αυτά που ειπώθηκαν ήταν αρλούμπες ή και ανακριβή. Περιέχει και μια δόση ειρωνείας προς αυτόν που έκανε τη δήλωση.

Έχει ειπωθεί και σε γερμανιστί «άρεν, μάρεν, κουκουνάρεν».

Άμεσα παράγωγα είναι τα εξής:
κουκουνάρια, κουκουνάρεν, κουκουβάουνες (για μεγαλύτερη έμφαση) ή και πολύ απλά κούκου (για να δηλώσει μια άρνηση).

  1. - Άκουσα οτι ο Ολυμπιακός θα πάρει τον Ρονάλντο.
    - Άρες, μάρες, κουκουνάρες.

  2. - Ο Γιάννης θα πάρει Porsche, το έμαθες;
    - Χαχαχαχα, κουκουβάουνεν ρε, αυτός δεν έχει δεκάρα!

  3. - Ρε, το βράδυ λέμε για Ρέμο. Είσαι ψήνακης;
    - Κούκου, έχω διάβασμα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατά το Τρυποκάρυδος (Γούντυ).

Είναι το είδος ανθρώπου που γενικώς ξύνεται όλη μέρα χωρίς να κάνει τίποτα. (βλ. ξυσαρχίδας, ξύσιμο συνεχές, και χωρίς ενοχές)

- Με μεταθέσανε σε άλλο τμήμα
- Και τι λέει; Πήξιμο;
- Μπα, ξυσοκάρυδος είμαι.

Τάρανδος ο ξυσοκάρυδος  (από allivegp, 06/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ελληνοποίηση του ονόματος του γνωστού ποδοσφαιριστή Omari Tetradze (πρώην του ΠΑΟΚ αλλά και της Ρόμα) για να δηλώσει τετράδα.

- Ποιοι θα είστε το βράδυ;
- Τετράντζε, εγώ ο Κώστας και οι γυναίκες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται από τεχνικούς για να δηλώσει ότι ένα μηχάνημα χάλασε.

Επίσης, για να δηλώσει ότι η υγειά ενός ανθρώπου είναι άσχημη.

  1. - Την πήραμε στα χέρια τη γεννήτρια με τις μαλακίες σας.

  2. - Ο Γρηγόρης πώς πάει;
    - Αν συνεχίσει έτσι, θα τον πάρουμε στα χέρια.

(από pvnrt, 27/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

  2. Συντόμευση της καβάντζας, βλ. καβάντζα.

  1. Μωρό μου έχω πιει μια κάβα, μόνο εσύ λείπεις.

  2. - Με τη Γιάννα τι έγινε τελικά;
    - Τίποτα, την έχω για κάβα τώρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απλουστευμένη μετάφραση στα Ελληνικά της ατάκας από το «Pulp Fiction»:

VINCENT
Do you wanna continue this theological discussion in the car, or at the jailhouse with the cops;

Χρησιμοποιείται για να διακόψει μια συζήτηση όταν πιέζει ο χρόνος ή οι καταστάσεις.

(Έξω από στριπτιτζάδικο στη Συγγρού)
- Καλά, αυτή η ξανθιά ήταν μπόμπα. - Θες να συνεχίσουμε εδώ ή στη στενή;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ώς εναλλακτικό του γαμάω.

- Τι έγινε με την Ελπίδα χτες ρε; Έβαλες;
- Αρχίδια....

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified