Στην γλώσσα των αλογομούρηδων, το αουτσάιντερ άλογο, το αργό, με τις λιγότερες πιθανότητες να κερδίσει.
-Καλά πόνταρες το νούμερο 6;
-Ναι έχει καλή απόδοση.
-Επειδή είναι γαϊδούρι γι΄αυτό!
Στην γλώσσα των αλογομούρηδων, το αουτσάιντερ άλογο, το αργό, με τις λιγότερες πιθανότητες να κερδίσει.
-Καλά πόνταρες το νούμερο 6;
-Ναι έχει καλή απόδοση.
-Επειδή είναι γαϊδούρι γι΄αυτό!
Βλ. και μουλάρι.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Στην γλωσσα των αλογομούρηδων, όπως και το γαϊδούρι, σημαίνει το αουτσάϊντερ άλογο, το αργό, με τις λιγότερες πιθανότητες να κερδίσει.
- Κοίτα τον κωλόφαρδο! Πόνταρε σε μουλάρι και κέρδισε!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Το έξυπνο και συνάμα πονηρό άτομο που πετυχαίνει τους στόχους του αθόρυβα και χωρίς να φαίνεται.
- Είδες που πηρε προαγωγή ο Μιχάλης;
- Μια χαρά τα κατάφερε, έμαθε τη δουλειά του καλά, έκανε φιλίες με τους υψηλά ιστάμενους, έμαθε μυστικά της εταιρείας και τώρα τους έγινε απαραίτητος και του έδωσαν μεγάλη αύξηση... Μεγάλη αλεπού ο τύπος!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Το ανόητο και αφελές παιδί...
Βρε κουτάβι!!!
Got a better definition? Add it!
Εκείνος ο οποίος κάνει συνεχώς βλακείες και γενικότερα θυμίζει σαν συμπεριφορά τον γνωστό σκύλο Ραντανπλάν.
Χρησιμοποιείται για να δηλώσει το πόσο ηλίθιος μπορεί να είναι κάποιος, ή ακόμη και σε ζώα για να δηλώσει την αφέλεια και τη βλακεία που μπορεί να τα διακρίνει.
Αυτός είναι... χειρότερος και απο τον Ραντανπλάν!
Φώναξε μέσα τον Ραντανπλάν να του δώσουμε να φάει.
Ρε Κώστα... σαν τον Ραντανπλάν κάνεις! Σκέψου και λίγο...
Λουκυλουκικά: είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόυ, λούκυ λουκ, ο/η πιο ... ανατολικά του Μισσισσιπή, Παλούκι Λουκ, πιο χαζός κι απ' τον Άβερελ, πίσσα και πούπουλα, Ραντανπλάν.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Γυναίκα πουτανέ και πονηρή συνάμα.
Είναι αυτή μια καρακαηδόνα! Ωχ μανούλα μου!
Got a better definition? Add it!
Γάιδαρος, ο. Τοπικός χαρακτηρισμός από την Κάσο.
Όπως λέει και ένα κασιώτικο παραδοσιακό τραγούδι, «ρίχνω του γάρου άχυρα».
Got a better definition? Add it!
Περιεκτικός χαρακτηρισμός για γυναίκα ανόητη και σπαστικιά. Έχει γνώμη για όλα και γνώση για ελάχιστα και συνδυάζει την πολυλογία με την ενοχλητική φωνή. Συνήθως άνω των 40.
Είναι σύνθετη λέξη από το κόρακας (με μετατροπή του -ο σε -α) + αηδόνι. Η καρακαηδόνα νομίζει ότι είναι αηδόνι και επιβάλλεται να κελαηδήσει, όλοι οι άλλοι την βλέπουν ως κοράκι και παρακαλούν από μέσα τους να βγάλει τον σκασμό.
- Το ίντερνετ διαφθείρει τη νεολαία ... Αν διαβάσετε αυτά τα βλογκς, θα φρίξετε...
- Ε, εντάξει... δεν είναι και τόσο δραματικά τα πράγματα κυρία Χατζηκωλάρα μου... Μην ανησυχείτε και τόσο πολύ... (ουστ, μωρή καρακαηδόνα πού 'μαθες και τα μπλογκς κι έχεις κι άποψη ...)
Η καλύτερη δυνατή επιλογή γι' αυτό το show. Eίναι χαριτωμένη, είναι γλυκιά, είναι κεφάτη κι όχι καμιά σιτεμένη καρακαηδόνα κι ας την αφήσουμε κι εμείς να κάνει το κέφι της όσο καλύτερα μπορεί. (Από σχόλιο σε forum μετά την επιλογή της Καλομοίρας για τη Γιουροβίζιον)
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Ο τσιγκούνης, ο σπάγκος, ο εξηνταβελόνης. Αυτός που συνήθως έχει χρήματα αλλά τα ξοδεύει με πολύ φειδώ. Η πλήρης έκφραση είναι «έχει καβούρια στις τσέπες», τα οποία όταν βάζει το χέρι να βγάλει και να δώσει κάνα φράγκον τον δαγκώνουν και αναγκάζεται να το τραβήξει και τελικά γλιτώνει τα περιττά έξοδα... Γνωστός στην ιστορία καβουράκιας είναι ο ήρωας των Comix Σκρουτζ Μακ Ντακ και ο ήρωας των γηπέδων και πρώην πρόεδρος του Παναθηναϊκού Καπετάνιος-Γιώργος Βαρδινογιάννης.
- Τον μαλάκα τόσες φορές έχουμε πάει για καφέ και ούτε μία φορά δεν έβαλε το χέρι στην τσέπη να πληρώσει. Καλά καβούρια έχει;
- Άσ' τον μωρέ τον τσιγκούναρο, τώρα θα τον μάθεις;
Βλ. και τσίπης, Σπαγκάϊ Λάμα, καρφώνω τη δεκάρα στον τοίχο
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Χαρακτηρισμός για τα σώματα ασφαλείας (καπελάκηδες, τροχομπάτσοι, ΜΑΤατζήδες, ασφαλίτες, εδικοί φρουροί, ΟΠΚίτες, ΜΕΑ, δεσμοφύλακες, βασανιστές, ζητάδες, συνοριοφύλακες, τελωνειακοί, κτλ) τα οποία πληρώνουμε με τους φόρους μας για να μας υπηρετούν και να μας δίνουν ένα γενικότερο αίσθημα ασφάλειας, πράγμα που επιτυγχάνουν άριστα.
Μπάτσοι γιατί να. Γουρούνια γιατί καταλαβαίνει όποιος έχει δει μπάτσο μπροστά του (αν και δε συμφωνώ απόλυτα γιατί είναι προσβολή για το γνωστό ζώο). Το γιατί δολοφόνοι μας το υπενθυμίζουν σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Το σύνθημα φοριέται πολύ σε πορείες και διαδηλώσεις, αλλά τώρα πια και σε σχολεία, νηπιαγωγεία, εργασιακούς χώρους, σπίτια, αυλές, πάρτυ, κοσμικές συγκεντρώσεις, γάμους, βαφτίσια και γιορτές.
Εν συντομία: μπα-γου-δο.
Τη χέστρα πάλι βούλωσα κι έσπασε το σιφόνι,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Απ' όλα τα φρούτα μ' αρέσει το πεπόνι,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Μικρό μου πόνυ, μικρό μου πόνυ,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Είμαστε στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Μ' αρέσει η μουσική, παίζω και τρομπόνι,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Μ' έφτυσε η γκόμενα απ' τ' απέναντι μπαλκόνι,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Τσάι με λεμόνι στο μπαλκόνι,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Άσε το ... και πιάσε το καδρόνι,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Με το παπάκι έπεσα κι έσπασε το τιμόνι,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Την αφίσα κρέμασα με ούπα και στρυφώνι,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Ψάχνω ένα σύνθημα, σε -όνοι τελειώνει,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Ένα είναι το σύνθημα που όλους μας ενώνει,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Οι μπάτσοι είναι αδέλφια μας κι εμείς αδελφοκτόνοι,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Ο σκύλος μου τρελάθηκε με γάτες ζευγαρώνει,
μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!
Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι,
εσείς πουλάτε την άσπρη σκόνη!
Βλέπε και το αναλυτικό άρθρο της Καθημερινής για την προέλευση του συνθήματος.
Λέξεις του ντου: ανθρακωρύχος, αύρα, γηπεδικός, γκαζάκιας, θα περάσει κράνος, καπελάκιας, κνάιτ, ΚΝΑΤ, κνιτόμπατσο(ς), λίστα του ντου, λίτης, Λουκάνικος, ματατζής, μάχιμος, μπατσοθύελλα, μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι, μπατσόπτερο, μπάτσος, μπαχαλάκης / μπαχαλάκιας / μπάχαλος, μπάχαλο, μπλε / χακί, μπούκα, μπουκάλι, μπουκαλάκιας, ντου, σπασιματίας, συλλαλητήριος, φασιστικιά, φλιτάρω, φυσουνιά, χαοτικός.
Got a better definition? Add it!