Further tags

Αμερικάνικος ασύρματος. Τα τρουμανάκια χρησιμοποιήθηκαν, σύμφωνα με τις πηγές μου, στον Εμφύλιο 1946-1949 τόσο από τον εθνικό στρατό, όσο και από τους αντάρτες. Οι τελευταίοι τα έπαιρναν όπου τα έβρισκαν παρατημένα από τους στρατιώτες του εθνικού στρατού, μετά από κάποια μάχη (βλ. και παράδειγμα). Πήραν την ονομασία αυτή από το Δόγμα Τρούμαν και την αμερικάνικη βοήθεια.

ΥΓ : Αντίδωρο στον αγαπητό Δεινόσαυρο. Κάποια στιγμή θα τα μαζέψουμε.

Ταυτόχρονα προσπαθήσαμε να συνδεθούμε με την καθοδήγησή μας, χωρίς επιτυχία. Ο ασύρματος, ένα μικρό τρουμανάκι, από έλλειψη γεννήτριας, δεν λειτουργούσε. Οργανώσαμε ειδική επιχείρηση ενάντια σ΄ ένα εχθρικό τμήμα (λόχο), για να πάρουμε ασύρματο. Η επιχείρηση πέτυχε, πιάσαμε το Σταθμό Διοίκησης του λόχου, όμως δεν υπήρχε ασύρματος.

Γιώργης Τρικαλινός, 292 ημέρες μετά το Γράμμο - Βίτσι, Σύγχρονη Εποχή.

Τρουμανάκι τ. μοτορόλα (από σφυρίζων, 21/05/14)

Got a better definition? Add it!

Published

( Τω οικοδόμω του σάητος ).

Καπαπίτες ονομάζονταν στον Εμφύλιο τα μέλη μικρών αντάρτικων ομάδων (Κέντρων Πληροφοριών) που δρούσαν στα μετόπισθεν, σε περιοχές ήδη ελεγχόμενες από τον στρατό. Ο ρόλος τους ήταν πολλαπλός, από αυτόν του συνδέσμου και του γιατροπορευτή μέχρι αυτόν του τροφοδότη, του σαμποτέρ και του κατασκόπου.

  1. –Πες μας, δάσκαλε, τα νέα σου. Ύστερα από τα γεγονότα του Καρπενησιού, πήραμε θάρρος. Εμψυχωθήκαμε και περιμέναμε να πάρουν τροπή τα πράγματα. Όμως εμείς ζούμε πίσω απ’ τον κόσμο. Καμιά γνώριμη φωνή δεν ακούσαμε. Οι Καπαπίτες μας, που τους είχαμε συνοδιά, εξοντώθηκαν. Τώρα κυκλοφορούνε άφοβα οι Μάυδες στο χώρο μας, με το όπλο στο χέρι.
    [...]
    Στο Δημοκρατικό Στρατό ένας πρακτικός τρόπος για τη συγκέντρωση πληροφοριών ήταν η «γιάφκα». Και είναι γιάφκα ένα ορισμένο σημείο, κρυφό, όπως μια κουφάλα δέντρου, δυο χαρακτηριστικές πέτρες ή κάποιο ερημικό καλύβι. Εκεί έρχεται ο αντάρτης που ανήκε στο Κ.Π. (Κέντρο Πληροφοριών), άφηνε το σημείωμα με τις πληροφορίες για να τις παραλάβει το τμήμα, ο Καπαπίτης που ήταν αρμόδιος.εδώ

  2. [...] πό τα μικρ θημερινά ριστατικ της ζω νός «καπαπίτη» βλέπ ανείς τις συγκεκριμέ νθήκες της διεξαγωγ του μφυλί Πολέμ . [...] Πού τάχα ν γιν η πίδειξ τω κομμέ εφαλιώ τ Μήτσ , της ανώριας και τ Βασίλ που κόσμησ τον μακάβρ ρίαμβ της θνικοφροσύν ;

Μήτσος Ηλ. Καραντζάς. Το ημερολόγιο ενός Καπαπίτη από τον Εμφύλιο (όσο σώθηκε ). ΑΡΧΕΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, Βιβλιόραμα 2004.
Σπαράγματα από τα προλεγόμενα του Άγγελου Ελεφάντη, καρατομημένα από τον λημματογράφο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα τέτοια μου, δεν με νοιάζει, μη σε νοιάζει, δεν τρέχει τίποτα, μου είναι αδιάφορο.

- Ρε μεγάλε, με πήρε τηλέφωνο από τη σκοπιά η αλλαγή σου και είπε ότι έχεις ξεχάσει το κράνος σου. - Κλάιν μάιν ρε, θα το πάρω μετά το φαγητό.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χωροφύλακας. Ληστρική σλανγκιά της δεκαετίας του 1920 (νταξ, συν πλην), αγνώστου στον γράφοντα ετύμου. Λόγω όμως που ο τελευταίος αρέσκεται στη μαθηματική σκέψη, προτιμά να το σκέφτεται κάπως έτσι, αφού 5Χ5=25.

Πέραν των μαλακιών όμως, όποιος ξέρει τίποτις ετυμολογικώς σοβαρόν ας καταθέσει τον οβολόν του στα σχόλια εδώ από κάτου.

Οι ληστές κατεξευτέλιζαν τους νόμους, τα εκτελεστικά όργανα της πολιτείας, δηλαδή τους χωροφύλακες, αλλά και αυτό το ίδιο το κράτος. Γι αυτό και οι "εικοσιπενταράδες", ή "σακαράκες" ή "καραβανάδες" ή "σταυρωτήδες" ή "σπαθάδες" όπως αποκαλούσαν τους χωροφύλακες [...] βασάνιζαν για ψύλλου πήδημα τους χωρικούς και τους κτηνοτρόφους [...]

Οι χωροφύλακες δεν σταμάτησαν να πυροβολούν μέχρι που οι σφαίρες τους τελείωσαν, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα οι ληστές να διαφύγουν [...] Ύστερα από λίγο [...] οι άντρες του καταδιωκτικού αποσπάσματος άκουσαν κάποιον να τους φωνάζει: "Μπορεί, ωρέ εικοσιπενταράδες, να πάρετε τις κάπες και τα τσαρούχια μας αλλά τα κεφάλια μας δεν θα τα πάρετε ποτέ!"

Βασ. Τζανακάρης Οι λήσταρχοι. Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν. Εκδ. Μεταίχμιο 2015.

Got a better definition? Add it!

Published

Η αστυνομία. Από εδώ ορμώμενος γράφω, αν και τη λέξη ούτε την ήξερα, ούτε την έχω ακούσει δια ζώσης. Πολύ περισσότερο δεν την έχω χρησιμοποιήσει, εφόσον ποτέ δεν εκφράζομαι απαξιωτικά για τα ένδοξα Σώματα Ασφαλείας, σα δε ντρεπόσαστε λίγο, αναρχοκουμμουνιστικά γομάρια.

Ευτυχώς είχε λάβει αυστηρές εντολές από την εκσυγχρονίστρια υπουργό Δημοσίας Τάξης, που το είχε βάλει αμέτι μουχαμέτι να δημιουργήσει μια αστυνομία με ανθρώπινο πρόσωπο. Εξευρωπαϊσμός και μπατσία όμως συνδυάζονται? Αυτές εδώ μέσα πίστευαν ότι σέβονταν τα ανθρώπινα δικαιώματα όταν δε βαρούσαν μπουνιές αλλά κλοτσιές...Τέλος πάντων.

εδώ

[...]διαμαρτύρεται με αυτό τον τρόπο για το άθλιο κατηγορητήριο που κατασκεύασε η μπατσία και χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για να του κόψουν τις άδειες εξόδου που έπαιρνε κανονικά[...]

εκεί

Μπήκε μέσα στα πόδια κάποιων άλλων που κάνουν την ίδια δουλειά και μάλλον, τα έδινε σε πιο χαμηλή τιμή και τον κάρφωσαν στην μπατσία.

παραπέρα

Got a better definition? Add it!

Published

Στα καλιαρντά είναι ο «στρατιώτης των μονάδων καταδρομών, γιατί ζει σαν παρτιζάνος (< ιταλικό partigiano)», κατά τον Ηλία Πετρόπουλο. Μπορούμε όμως, νομίζω, να φανταστούμε ότι μπορεί να λάβει και μια κάπως ευρύτερη σημασία για να δηλώσει κάθε σέξι τεκνό που υπηρετεί στα ένδοξα στρατά.

Είδα στον ονειροκρίτη του Καζαμία μα δεν έλεγε τίποτα για το συνδυασμό κουμπάρας, Σούλη, μπροστομούνας, στρινκάκι, πισινού και ραμολί. Και τώρα δε ξέρω τι στο διάλο ήτανε εκείνο το όνειρο.
Άμα όμως ξέρεις εσύ πες μου γιατί έχω την περιέργεια να μάθω.
Πάω τώρα γιατί έχω ραντεβού με ένα παρτιζανότεκνο και δε θέλω να το στήσω. (Μαρινάκι Ζέας αποκατέ).

Πουστοαστεία ανάμεσα σε παρτιζανότεκνα πουτινιάρικα. (Μυδασίστ: Σφυρίζων) (από Khan, 15/02/14)Παρτιζανότεκνα τοξεύουν γκοντότεκνο σε πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη. (από Khan, 15/02/14)Παρτιζανότεκνα χορεύουν γκεϊμπέκικο σε πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη. (από Khan, 15/02/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εναλλακτική ονομασία της ΤΑΠ (Ταυτότητα Αναγνώρισης **Π**τώματος: μεταλλικό πλακίδιο με αλυσίδα, που δίνεται στους στρατιώτες και αναγράφει τα στοιχεία τους).

- Τι έπαθες ρε σειρά, γιατί έχεις νεύρα;
- Άσε ρε φίλε, οι μαλάκες έβαλαν λάθος ασιμί στο νεκροτάμπελό μου. Πρέπει να βγάλω καινούργιο τώρα.

Η φωτογραφία είναι από το flickr. (από dimitris080286, 18/04/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μέλος της αφρόκρεμας του στρατεύματος. Κατά βάσιν ένας λεπτολόγος χειρώναξ με εκρηκτική ιδιοσυγκρασία.

Περί την ετυμολογία μη με ζορίζετε για θα πέσετε να παίρνετε μέχρι να δείτε τον Χριστό φαντάρο.

Την ώρα που για την πλειονότητα των στρατιωτών η θητεία δεν είναι παρά απίστευτες ώρες μοναξιάς και ανίας, υπάρχουν και σώματα που δεν σε αφήνουν να βαρεθείς ούτε λεπτό.

Ούτε και να ξεκουραστείς φυσικά, καθώς μιλάμε για την ελίτ των ειδικοδυναμιτών της οικουμένης!

δώθε

Στο πλαίσιο του εορτασμού της διάθεσης του League of Legends στη Βραζιλία, ο Ειδικοδυναμίτης Γκάνγκπλανκ κατευθύνει την επίθεση μέσα στην άγρια ζούγκλα, εξοπλισμένος με ένα μοντέρνο πιστόλι, μια ζόρικη χατζάρα και ένα μουράτο μπερέ μάχης.

κείθε

στρατιώτης αντέδρασε όταν ένας ειδικοδυναμίτης τον αποκάλεσε ζώο.

σαπέρα

[...]το κοιμητήριο του ναού[...]τα χρώματα της ελληνικής σημαίας[...]αμέτρητες πορσελάνινες φωτογραφίες με συγκινητικά στιχάκια και κοντά τους τα διακριτικά ενός νεαρού ειδικοδυναμίτη[...]

ολούθε

Got a better definition? Add it!

Published

Πυροσβεστική αργκό για την μικροεστία φωτιάς που συνεχίζει να καίει μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς και που μπορεί να αναζωπυρωθεί με κάποιο φύσημα του αέρα. Γαμώ το καντήλι του, που λένε και στο χωργιό μου.

Ζωάκια που έτρεχαν να σωθούν με φλεγόμενη γούνα, κόσμος που έψαχνε με φακούς μέσα σε καμμένα αυτοκίνητα μήπως βρει κάποιον δικό του άνθρωπο, νεκρό ή ζωντανό, άτομα που έπεφταν στη θάλασσα για να σωθούν [...] η λέξη «καντηλάκια» για τις εστίες φωτιάς που δεν έλεγαν να σβήσουν [...]

εδώ

Είναι-δεν είναι ένα μέτρο. Ρίχνει νερό με το λάστιχο στους θάμνους που μισοκαίγονται ακόμα ανάμεσα σε καρβουνιασμένα δέντρα και καμένα παιχνίδια - εδώ ήταν κάποτε η αυλή του σπιτιού του.

Είναι απολύτως συγκεντρωμένος, σχεδόν βλοσυρός, και δεν ρίχνει δεύτερη ματιά όταν καταλαβαίνει πως τον κοιτάζουν.

Εδώ και ώρες δεν έχει σταματήσει να σβήνει μικρά «καντηλάκια» φωτιάς παρόλο τον καπνό και την αφόρητη ζέστη.

εκεί

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το παλάγκο είναι ένας μηχανισμός με τροχαλίες που χρησιμοποιείται στα πλοία για φορτοεκφορτώσεις σύμφωνα με τη βικιπαίδεια. Η λέξη αναφέρεται στο μηχανισμό που μπαίνει η αλυσίδα, αλλά και γενικότερα στο όλο σύστημα που βρίσκεται στα περισσότερα πλοία του Π.Ν. για την εύκολη τοποθέτηση της βοηθητικής βάρκας στο νερό.

παλάγκοπαλάγκο παλάγκο σε πλοίο

Πιθανώς λόγω του τρόπου που περνά η αλυσίδα μέσα από την τροχαλία ούτως ώστε να μπορεί να μπορεί εύκολα να σηκωθεί πολύ βάρος, προκύπτει το ρήμα παλαγκώνω το οποίο είναι το ακριβές αντίστοιχο του χώνω του Ε.Σ., όπου κάποιος ανώτερος ρίχνει κάποιο μπαλάκι σε κάποιον κατώτερο.

- Πού πας ρε στραβόγιαννο φορτωμένος με όλα αυτά;

- Άσε, με παλάγκωσε ο σημαιοφόρος πάλι με κάτι μπαλάκια του Γ.Κ.

Got a better definition? Add it!

Published