Further tags

Λογοπαίγνιο πάνω στον χαρακτηρισμό ενός οπλίτη ως «Ελεύθερου Υπηρεσίας» (Ε.Υ).από τον Ιατρό του Τάγματος.

Ο Ελεύθερος Ζωής είναι ο κλασικός μίζερος άνθρωπος όπου αρνείται να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, γεγονός που τον διαφοροποιεί από τον πραγματικά Ελεύθερο Υπηρεσίας.

Χάρη στην αργκό συνεπώς προσδιορίζονται «Ελεύθεροι Υπηρεσίας» δύο ταχυτήτων, ώστε να ξεχωρίσει η ήρα από το σιτάρι.

- Βγήκα πάλι Ε.Υ για να μην πάω στη Βολή σήμερα.
- Καψερέ, εσύ είσαι Ελεύθερος Ζωής. Καληνύχτα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μετά την κλιματική αλλαγή οι εποχές στην Ελλάδα έγιναν δυο:

Σεπτέμβρης - Φλεβάρης: καλοκαίρι
Μάρτης - Αύγουστος: καλυτεροκαίρι

Κάποιο καλυτεροκαίρι... τυχερό αστέρι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πάει να πει οτι βρίσκομαι σε άσχημη κατάσταση, για την ακρίβεια τραγική. Τόσο άσχημη που το μόνο που μπορώ να κάνω πια είναι να κλάψω.

  1. - Ας υποθέσουμε οτι είσαι πάνω σε μηχανή, τρέχεις με 200, έτοιμος να μπεις στη στροφή και ξαφνικά! Σκάει το πίσω λάστιχο! Τι κάνεις;
    - Το κλαις!!!

  2. - Έμαθα ότι η Ελένη έμεινε έγκυος και δε ξέρει από ποιόν...
    - Ωχ...τότε το κλαίει.

  3. - ...και που λες δε κουβαλάγαμε πάνω μας ταυτότητες και μας πήραν στο τμήμα για εξακρίβωση. Πρέπει να μας είχαν για κάνα 4ωρο εκεί να περιμένουμε...Το κλάψαμε κανονικά και με τον νόμο δηλαδή.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκ του «πατάω τη μπανανόφλουδα», δηλαδή έχω πρόβλημα, μου έρχεται αναποδιά, ρισκάρω και χάνω, ατυχώ, πέφτω έξω, κ.ά.

  1. Άσε ρε, αγόρασα αυτό το αμάξι και την πάτησα. Σαράβαλο είναι…

  2. Την έχω πατήσει άσχημα μαζί σου ρε Σούλα!

"κι όταν στα χέρια μου σε κράτησα, εκεί την πάτησα και είπες όχι" στο 2.30 (από Khan, 31/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που κάποιος είναι τόσο βιαστικός που περπατώντας παρασύρει πράγματα μαζί του (μην μου πείτε ότι δεν σας έτυχε!). Είναι ειρωνικό και εκφράζει αγανάκτηση.

(κτυπά το τηλέφωνο)
- ...Τι; Κτύπησε; Έρχομαι αμέσως! (κλείνει το τηλέφωνο)
- Πού πας;
- Άσε με! Αμάν τι κακό με βρήκεεεε........! (προχωρώντας βιαστικά παρασύρει τη καρέκλα)
- Να σου την τυλίξω να την πάρεις μαζί σου;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μάχομαι στην Απείρανθο της Νάξου σημαινει «μισώ».

- Ο Γιώργης με μάχεται από παλιά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι το ρήμα-παράγωγο της λέξης μάχη. Κυριολεκτικά χρησιμοποιείται για να δείξει ότι κάποιος αγωνίζεται, πέρνει μέρος σε μάχη, κάνει μάχη. Στη περίπτωσή μας όμως χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον κόπο που καταβάλλει κάποιος να κάνει κάτι. Στην Κύπρο είναι ευρέως διαδεδομένο στην καθομιλουμένη.

1 - Τι κάνεις εκεί ακόμη; - Άσε! Τα'χω παίξει μ'αυτή την εργασία! Απ'το πρωί μάχομαι να την τελειώσω. (στα κυπριακά λόγω τις διαλέκτου λέγετε «μάχουμαι»)

  1. - Τι μάχεσαι να μαγειρέψεις; Αφού δεν τα καταφέρνεις!

  2. - Πώς την είδες ρε βλάκα; Θα μάχεσαι για πολλή ώρα; Μου τα'χεις πρήξει!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παραλλαγή του «ντεκαφεϊνέ». Εκφράζει με αστείο τρόπο τον ξενέρωτο, τον βαρετό, αυτόν που φέρει ως αποτέλεσμα το αντίθετο της κάβλας.

- Πώς περάσατε στο τραπέζι;
- Ντε καβλεϊνέ, πολύ κυριλάδικο, βαρεθήκαμε τελείως με τους μεγάλους... Και δεν είχα και κάρτα να στείλω μήνυμα σε κανέναν να περνάει η ώρα...

βλ. και ντεκαυλέ, ντεκαβλέ, αντισέξ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τυποποιημένη έκφραση αυστηρής κριτικής ή αυτοκριτικής κατόπιν εορτής. Καταλογίζει στεγνά ευθύνες για την κακή έκβαση των γεγονότων. Μπορεί να εμπεριέχει μια δόση αποδοχής έως απελπισίας (όταν το λες στην πάρτη σου) ή κακεντρέχειας (όταν στο λένε). Στην δεύτερη περίπτωση χτυπάς δύο φορές το κεφάλι σου: μία για την αρχική μαλακία και μία μπόνους που εμπιστεύτηκες τον πόνο σου στον άνιωθο.

Στο είχαν πει, είχες ενημερωθεί, είχες προειδοποιηθεί, είχες προηγούμενη αντίστοιχη εμπειρία (παράδειγμα 1), τα σημάδια της επικείμενης καταστροφής ήταν φανερά, παρόλα αυτά πήγες γυρεύοντας για μπελάδες και συνέχιζες να κατρακυλάς προς την κόλαση. Δεν υπάρχει δικαιολογία για την τωρινή κατάσταση στην οποία βρέθηκες από την απερισκεψία σου, σο, δεν υπάρχει έλεος. Δεν έχει να κάνει με το αν πραγματικά / κυριολεκτικά πρόσεχες - μπορεί και να πρόσεχες, αλλά να την πάτησες. Το ας πρόσεχες σημαίνει επί της ουσίας «καλά να πάθεις».

Πέρα του ξεκαθαρίσματος ότι φταιςςς για την κατάντια σου, η φράση χρησιμοποιείται για να απαλλάσσει άλλα εμπλεκόμενα άτομα από ευθύνες. Η, υπερτιμημένη κττμγ, αξία της απόλυτης ειλικρίνειας δίνει άλλοθι σε εκείνον που την επικαλείται - ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να τσακίσει τις ξένες ψυχολογίες τ. «πώς χόντρυνες έτσι ρε, εγώ στη θέση σου θα αυτοκτονούσα, τί, χαλάστηκες; Ας πρόσεχες φίλο εγώ είμαι ειλικρινές άτομο, τί ήθελες καλύτερα, να σου λέω ψέματα;» - όχι βέβαια, όμως είναι πραγματικά απαραίτητο να μου τονίζεις την ήδη γνωστή αλήθεια; Ας πρόσεχα, νο; (βλ. παράδειγμα 2).

Παίζει και ως γείωση, σε φάση σου πρήζει ο άλλος με την γκρίνια του, του την λες με ένα «ας πρόσεχες» που πα να πει «δε με ενδιαφέρει ρε φίλε» και η συζήτηση αλλάζει.

Σχετικό στο πιο λάιτ: εμ, φιλενάδα;

Παράδειγμα 1- εδώ:
«ΤΟ πάθημα πρέπει να σου γίνεται μάθημα στη ζωή», έλεγε ο παππούς μου ο Γιώργος. [...] ΣΥΝΗΘΩΣ βοηθάμε άτομα που έχουν ανάγκη ή προσποιούνται πως έχουν ανάγκη. Στη δεύτερη περίπτωση μικρό το πρόβλημα· έπεσες σε απατεώνα - ας πρόσεχες! Τώρα να το λουστείς.
(σ.ς. άπειρα τέτοια παραδείγματα στο νετ και στο μυαλό όλων, τί να λέει)

Παράδειγμα 2 - Το άσμα: Ας πρόσεχες αγόρι μου, να μη με ερωτευόσουν, ας πρόσεχες στο είχα πει, μαζί μου όταν κοιμόσουν. (σ.ς. η κυρία την ώρα που το έκανε του βόγκαγε με δαγκωμένο χειλάκι «ναι, ναι, ναι μωρό μου, σε παίρνω τώρα στα τέσσερα, αλλά δεν έχουμε και τίποτα, όλα κι όλα, μη μου ζητάς μετά τα ρέστα»).

Παράδειγμα 3 - δικό μας: Ούτε 'γώ δεν δίνω σημασία σ' αυτά που λέω και δεν ντρέπομαι να το δηλώσω, και συ ρε λακαμά κάθεσαι κι ασχολείσαι; Ασπρόσεχες.

Παράδειγμα 4 - δικό μου: Οδηγώντας νύχτα κοντά στην Ομόνοια σταματάω σε φανάρι. Οι πόρτες ξεκλείδωτες και η τσάντα στην θέση του συνοδηγού (αν είναι δυναμόν). Ένας ταλιμπάν ανοίγει την πόρτα του οδηγού και με τρομοκρατεί ουρλιάζοντας κάτι για το πίσω λάστιχο, όσο ο συνεργός του ανοίγει την άλλη πόρτα και κλέβει την τσάντα που είχε μέσα τα πάντα όλα. Ποιος φταίει; Εγώ φταίω. Ας πρόσεχα, νο;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέσι είναι κυριολεκτικά το ψοφίμι. Μεταφορικά λέμε την πολύ βρώμα, ή τον άνθρωπο που βρωμάει, που δεν πλένεται. Ο βρωμιάρης.

-Εκεί στη στροφή έχει μιά βρώμα! Σκέτο λέσι!

-Πήρα στο αμάξι τον Γιώργο, ναι εκείνο το λέσι. Μετά το πήγα στο πλυντήριο να φύγει η βρώμα!

-Τα 'φτιαξες με το Δημήτρη! Αυτός είναι λέσι! Πως τον αντέχεις;!

-Φύγε από δω βρε λέσι! Από πότε έχεις να πλυθείς!

Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, Δημητσάνα. (από patsis, 28/12/14)Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, Δημητσάνα. Λεπτομέρεια της προηγούμενης φωτογραφίας. (από patsis, 28/12/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified