Further tags

Ελλείψει ήθους, ευγένειας και καλλιέργειας, ο κλασικός νεοέλλην λεβεντομαλάκας δεν έχει άλλη επιλογή από το να εξαργυρώσει το μόνο αγαθό που διαθέτει, την κονόμα του: «πλερώνει» όπου τον παίρνει για να δεσπόσει κοινωνικά.

Ο χυδαίος αυτός τύπος γύφτουλα δεν διστάζει να σού το υπενθυμίσει με κάθε ευκαιρία, διεκδικώντας κομπλεξικά την απόλυτη υποταγή και (εις μάτην) τον σεβασμό σου.

Αδελφάκι της εξ ίσου εμετικής ατάκας, ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;

Γυφτοπούλα στο χαμάμ
κι εγώ πλερώνω μπιρ ταμάμ
όσα όσα τα πλερώνω να σε βλέπω μπιρ ταμαμ
(Γιώργος Μπάτης)

- ... μερικοι εχουν την νοοτροπια εγω πλερωνω και γα..., εγω πλερωνω και θελουν ολοι στο μαγαζι να καθονται σουζα ... Βεβαια αυτοι που τα ακουν ολα ειναι κατι σερβιτοροι, κατι υπαλληλοι κλπ κλπ. Εκει βγαινει το ..εγω πλερωνω...σε κανα γκισε δημοσιου ταμειου κανουν ολοι τουμπεκι. Εκει τον πινεις πολλες φορες για να γινει η δουλεια σου..ασχετα αν και εκει εχουμε εξυπηρετηση πελατων.
(εδώ)

- ... η λογική που βγάζει το «άμα γίνει ζημιά θα σε πληρώσουμε, πώς κάνεις έτσι» είναι που με βγάζει από τα ρούχα μου. Λ.χ. επειδή κάποιος έχει λεφτά μπορεί να ρυπαίνει ελεύθερα, αρκεί να πληρώνει; Η αδιαφορία για τους άλλους με το επιχείρημα «εγώ πλερώνω» είναι που με εξοργίζει...
(εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που δηλώνει ότι με πειράζει κάποιος ή κάτι ή ότι με νευριάζει/εκνευρίζει/οργίζει κάποιο γεγονός ή άτομο.

  1. - Γιατί ρε συ μαλώσατε με τον Φρίξο;
    - Άσε ρε, πήγαινε και έλεγε μαλακίες για μένα πίσω από την πλάτη μου και την έκανα ψώνιο.

  2. Γιατί, ρε συ, δεν συμμάζεψες το σπίτι; Το ξέρεις ότι την κάνω ψώνιο όταν το βλέπω άνω-κάτω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ιδίωμα προερχόμενο εκ των δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης που δηλώνει ότι μου αρέσει πολύ κάτι, ότι βγάζω γούστα με κάτι, ή ότι την βρίσκω με κάτι. Το ρήμα που προκύπτει από αυτήν την λέξη είναι το σοτάρω (όχι τα λαχανικά). Η λέξη δεν έχει ουδεμία σχέση με το Σωματείο Οδηγών Ταξί Αττικής (ΣΟΤΑ).

  1. - Τι έγινε ρε χτες με την Τούλα; Περάσατε καλά;
    - Πω πω, σότα σε λέω δικέ μου, όλα τα λεφτά η γκόμενα.

  2. - Έχεις να κάνεις τίποτα το βράδυ;
    - Οχι, δεν κανόνισα τίποτα.
    - Ωραία, έλα σε μένα, να δούμε καμιά ταινία, να παραγγείλουμε και καμιά πίτσα να σοτάρουμε.

  3. - 'Οχι ρε συ, χτύπησα το χέρι μου.
    - Ωχχχ, σότα πούστη, υπάρχει Θεός.
    - Α έτσι, παλιόπουστα, ε; Θα σε φτιάξω καλά όταν θα χτυπήσεις εσύ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ἡ ἔμμηνος ρῦσις στὰ καλιαρντά.

Στὴν παραστατικότατη αὐτὴ λέξι ἀνακατεύεται παρετυμολογικῶς ὁ κο(υ)μμουνισμός, τὸ μουνὶ καὶ τὰ σκέλη! Πρβλ. καὶ ξενικὲς συσχετίσεις κομμουνισμοῦ καὶ ἐμμήνων στὶς ἐκφράσεις «the russians are coming» ἢ «the reds are here».

Ἄλλες λέξεις τοῦ λουμποταραφίου γιὰ τὰ ἔμμηνα εἶναι: Τὸ ἐπίσης παραστατικότατο μουνόπασχαμουτζόπασχα, προφανοῦς ἐτύμου, ρουζόσκελη ἢ ρουτζόσκελο (ἀπὸ τὸ γαλλικὸν rouge καὶ σκέλη, πρβλ. ἔκφρασι «she has the red flag») καὶ ἡ καραφροδιτόστασι (στάσι τῆς καραφροδίτης: παῦσι τῶν σεξουαλικῶν σχέσεων τῆς πόρνης, λόγῳ τῶν ἐμμήνων).

Οἱ λέξεις αὐτὲς ἀναφέρονται ὑπὸ τῶν κιναίδων πάντοτε μὲ ἀηδία καὶ μόνο χαμηλοφώνως, σὲ κατ' ἰδίαν σχολιαστικὲς συζητήσεις. Δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ τοῦ συρμοῦ καὶ τοῦ δρόμου, οὔτε ἔχουν χρησιμοποιηθῆ ποτὲ γιὰ κράξιμο, διότι ἁπλῶς οἱ λέξεις αὐτὲς δὲν τοὺς ἀφοροῦν, ἢ ἄντε νὰ ἀφοροῦν κανένα μπινέ (βλ. σχόλιό μου ἐκεῖ).

- Τὸ ἡρακλομουτζάκι τῆς τζασπροβιαραζοῦς τῆς ἀδερφῆς σου κόζα τchά, μωρή;
- Ἄς τα, χρυσή μου, μπούτ ταραγμάν τὸ τεκνιτσάκι μου, ἄβελε πρίμα βόλτα κουμμουνόσκελη στὸ τεκνόστουντο καὶ φτάσαν τὰ μπλάντια στὶς νισεστέ! Τό 'τζασε σόπιτο ἡ τεκνοζαλίστρα!

Τουτέστιν:

- Τὸ κοριτσάκι τῆς ξυρισμένης τῆς ἀδερφῆς σου τί κάνει μωρή;
- Ἄς τα, χρυσή μου, μεγάλη ταραχὴ τὸ κοριτσάκι μου, τῆς ἦρθε πρώτη φορὰ περίοδος στὸ σχολεῖο καὶ φτάσαν τὰ αἵματα μέχρι τὶς κάλτσες! Τὸ 'διωξε ἄρον ἄρον ἡ δασκάλα.

"Επισκεφτείτε την Σοβιετική Ένωση πριν σάς επισκεφτεί εκείνη" λέγαμε κάποτε... (από Vrastaman, 17/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται γιὰ λεξιπλασία, τὴν ὁποίαν προτείνω ὡς χαρακτηρισμὸ γιὰ ἀξιόλογα λήμματα, βαθμολογημένα μὲ πολλὰ ἀστέρια, τὰ ὁποῖα ὅμως «ἐκλάσθησαν» σὲ ἐπίπεδο σχολίων, διότι οἱ σχολιασταὶ προτίμησαν νὰ τὸ γυρίσουν σὲ λογοπαιξίες, ἀναγραμματισμούς, σὲ μοτοσυκλετιστικά, μπασκετικά, ποδοσφαιρικὰ κλπ, ἄσχετα μὲ τὸ λήμμα, θέματα.

Τὸ «κλάνεται μετὰ πολλῶν ἀστέρων» εἶναι ἕνα εἶδος ἀντιφατικοῦ χειρισμοῦ, κάτι σὰν τὸ «ἀπορρίπτεται μετὰ πολλὠν ἐπαίνων», ἢ «πολὺ ὡραῖο τὸ Μεταξᾶ 5**, ἀλλὰ θὰ πιῶ *Κουρτάκη μὲ Κόκα Κόλα».

Ἐτυμολόγησις: κλαστερᾶτο < κλασ-μένο + ἀστερᾶτο.

Βλ. λῆμμα γαμίδι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται καὶ ἡ ἔμπνευσις.

Ἐπίσης, τὰ ἡμέτερα τουτού, σαραμπαμπίτς καὶ πολλὰ ἄλλα, πολὺ ἀξιολογότερα.

Ἀστερᾶτο (από aias.ath, 16/12/09)Κλασ- (από aias.ath, 16/12/09)(από Vrastaman, 17/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Tα έχει χάσει, του/της έστριψε η βίδα, απολωλό το πνεύμα κι άλλα τέτοια χαριτωμένα που καλύτερα να μην συνεχίσω γιατί θα το ξημερώσω και δε λέει.

- Πήγα να δω χθες τους παππούδες και ζήσαμε πάλι μεγάλες στιγμές. Να κρατάει ο παππούς ένα γλαστράκι και να σημαδεύει το γείτονα. Νομίζω ότι έχει αρχίσει και κλοτσάει τις βόλτες.

-Μην το νομίζεις, να είσαι σίγουρη. Όχι τίποτα άλλο την κακομοίρα τη γιαγιά σκέφτομαι, αυτή τα τραβάει όλα, ο παππούς καλά την έχει στην τρέλα του.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικώς πρόκειται για την πράσινη γλοιώδη ουσία που πιάνει η καρίνα της βάρκας ή του σκάφους, όταν αυτά βρίσκονται για πολύ καιρό μέσα στο νερό. Μεταφορικώς, εννοείται η μακροχρόνια αποχή από το σεξ, κοινώς η αγαμία.

  1. - Ρε συ, ωραία κοπέλα η Λίζα ε; - Καλή είναι μωρέ, αλλά έμαθα ότι είναι πολύ του κατηχητικού. Θα έχει πιάσει το μουνί της τραγάνα.

  2. - Ρε συ έχω ένα μήνα να γαμήσω...
    - Τι λες ρε, σοβαρά; - Ναι ρε, ο πούτσος μου έχει πιάσει τραγάνα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έκφραση αυτή δηλώνει μεγάλο φόβο ή τρομάρα, κυρίως όμως αν μπορεί να απειληθεί η ζωή κάποιου (όπως οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα). Το πένθιμα μπορεί να αντικατασταθεί και από το μέντες, μαλλί ή ό,τι άλλο εκφράζει τον χρήστη.

- Ρε συ, τρόμαξες χτες με το σεισμό; - Μόνο τρόμαξα; Έκλασα πένθιμα, νόμιζα θα πέσει όλο το σπίτι!

Tο πένθιμο εμβατήριο του Μπετόβεν (Music for Queen Marry\'s funeral march) (από allivegp, 15/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικώς, η λέξη περιγράφει το μηχάνημα που στραβώνει της λαμαρίνες (λέγεται και στραντζοπρέσσα). Μεταφορικώς, εννοεί άνθρωπο που έχει δαγκώσει την λαμαρίνα με κάποιον/κάποια, που έχει ερωτευτεί παράφορα άλλο άτομο.

- 'Ασε ρε φίλε, πολύ την γουστάρω την Άννα, όλη μέρα την σκέφτομαι.
- Ααα κατάλαβα. Στράντζα έγινες;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περνώ από πάνω, υπερπηδώ.

Ίσως η πρωτότυπη λέξη είναι πορτοσκελώ (πόρτα + σκέλος) με ανάπτυξη προθέματος α, πιθανότερο από τις αρχαιοελληνικές λέξεις α + πορδή + σκέλος. Δηλαδή, απορδοσκελώ: υπερπηδώ με άνεση χωρίς να πέρδομαι κάποιο εμπόδιο.

- Απορδοσκέλησα έναν τοίχο.

- Τα παιδιά απορδοσκελούν τις φωτιές του Αϊ-Γιαννιού.

Ὑπερδιασκελισμὸς τῆς Κληδονίου πυρᾶς (από aias.ath, 14/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified