Further tags

Προστακτική που σημαίνει σταμάτα τις μαλακίες (φυσικές η λεκτικές).

Συνώνυμα: σταμάτα, αρκετά, έως εδώ (και μη παρέκει).

- Να σου πιάσω το μπουτάκι Μαρικάκι;
- Αχαμάν, κόφ' το ρε μαλακάκι, αρκετά και μας τα έπρηξες!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Και μας τα έπρηξες τα αρχίδια μας με αυτά που λες, αχ αμάν πια!

Βλ. επίσης:

- Και δεν γράφεται έτσι το ουσιαστικό...
- Όχι ρε δεν είναι ουσιαστικό είναι γερούντιο...
- Ναι αλλά μπορεί να είναι και επίρρημα τονίζοντας το στον παρονομαστή της ληγούσης...
- Παύτε ρεεεε και μου τα ζαλίσατε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικά πεθαίνω από έρωτα, λιώνω από κάβλα. Λεξιπλασία δικής μου έμπνευσης - έτσι πιστεύω τουλάστιχον - μέσα απ' τη ζωή βγαλμένη. Διακαής και επώδυνος πόθος, τον οποίο, λίγο πολύ, όλοι τον έχουμε γευτεί, όπως λέει και το σχετικό άσμα.

  1. - Πώς πας με τη Σούλα; Ακόμη καψούρης;
    - Μόνο καψούρης; Τη σκέφτομαι και καβλιώνω...

  2. - Είδα τον Αλέκο και μου φάνηκε λίγο χάλια. Τρέχει τίποτα;
    - Καψουρεύτηκε μια μαθήτριά του, ο μαλάκας. Καβλιώνει ο καημένος.

(από panos1962, 22/11/09)Καυλιώνει για την πάρτη του η γλυκιά μου... (από vikar, 02/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κουφογονατιάζω, στην κυριολεξία, σημαίνει ότι ξαφνικά εκεί που στεκόμουν στα πόδια μου, βρίσκομαι βιαίως (ή από κούραση, ή από άγνωστο λόγο) στα τέσσερα.

Ως σλανγκ της σλανγκός βέβαια, το ρήμα αναφέρεται σε αδυσώπητο σεξ, επιπέδου γερμανικής τσόντας του '80. Συνώνυμο δηλαδή, του «την έκοψα στα δύο» την γκόμενα. Σε τρίτο πρόσωπο σημαίνει ότι η γκόμενα μας έκοψε στα δύο από τις «χορευτικές» φιγούρες.

  1. - Πάμε για κανά ποτάκι;
    - Άσ' τα να πάνε ρε φίλο! Μετά από δέκα ώρες πάνω στη σκαλωσιά, με το που μπήκα στο σπίτι κουφογονάτιασα, και δεν με βλέπω ικανό να σηκωθώ.
    - Οκ, άλλη φορά.

  2. - Γιωργάκη, αδυνατισμένο σε βρίσκω..
    - Μπααααά, δε νομίζω, μια χαρά αισθάνομαι.
    - Ναι, γιατί δε λες, ότι η φοιτητριούλα σε κουφογονατιάζει κάθε βράδυ ρε; Ντροπή είναι; Είναι κομμένο το Γιωργάκη μας, γιατί κάνει υπερωρίες....

  3. - Καλά πήγε χθες ο αγώνας.
    - Μιλάμε ζωγράφισα... Την κουφογονάτιασα μετά από μισή ώρα με τα ακροβατικά μου! - Ίσα ρε γαμίκουλα των Καρπαθίων! Φυσικό ήταν. Αφού είχες να γαμήσεις από το μεσοπόλεμο... Απορώ αν έφυγε αρτιμελής η κοπέλα!
    - Αλήθεια, τώρα που το λες, σε μια στιγμή σκέφτηκα να έχω καβάτζα ένα ασθενοφόρο απ' έξω, αλλά τελικά άντεξε. Με τα χίλια ζόρια βέβαια. Τρεις κουβάδες νερό της έριξα για να συνέλθει...

(από electron, 21/11/09)(από electron, 21/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τουλουμιάζω κάποιον σημαίνει ότι τον δέρνω άσχημα, τον κάνω ασήκωτο. Το λήμμα έλκει την καταγωγή από το τουλούμιασμα του τυριού, ή άλλων τροφίμων, που είναι το σφιχτό κλείσιμο σε δερμάτινο ή πάνινο ασκί των τροφών με στόχο τη φύλαξη ή τη μεταφορά τους.

  1. Πείραζε τα κορίτσια και βγήκαν δυο τετράγωνοι και τον τουλουμιάσανε.

  2. Πήγα να ζητήσω τα ρέστα, ο μαλάκας, και με κάναν τουλούμι στο ξύλο.

  3. Μπλεχτήκανε με τα ΜΑΤ και τους τουλουμιάσανε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάνω κάποιον βαπόρι, σημαίνει τον φέρνω εκτός εαυτού, τον εκνευρίζω, τον μπριζάρω. Βαπόρι, κατά κυριολεξία, είναι το ατμοκίνητο καράβι (από το αγγλικό vapor που σημαίνει ατμός). Επομένως, ο όρος συνδέεται με την πίεση του ατμού που χρησιμοποιείται στους ατμοκινητήρες.

  1. Μ' έπιασε το πρωί η Ανθούλα και μ' άρχισε στα πουστριλίκια για το ισοζύγιο, ενώ το λάθος ήταν δικό της. Άσε, βαπόρι έγινα!

  2. Τον άρχισε πάλι με τα πολιτικά και τον έκανε βαπόρι.

  3. - Θα πάω να του τα πω. Δεν μπορεί να συνεχίζεται άλλο αυτή η κατάσταση!
    - Να πας, αλλά θα γίνει βαπόρι, να το ξέρεις.

Queen Mary I (από panos1962, 21/11/09)Βαπόρι έγινα! (από panos1962, 21/11/09)

βλ. και τούρμπο / έγινα τούρμπο, έγινα βαπόρι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Βουβαμάρα, σιωπή, το αντίδοτο του μιλάω!

Όταν λοιπόν κάποια σου μιλάει, τότε εσύ βουβαίνεσαι (Προσοχή, μόνον αν έχεις κάνει κουτσουκέλα ).

Άστην να χτυπιέται σαν μιξεράτσι (Κ)*. Κούνα καμιά φορά το χέρι σου όταν σου μιλάει σα να θέλεις να πεις κάτι για να έχει και την ικανοποίηση του να σου πει μιλάω! και μετά κατέβασε το κεφάλι και άστην να λέει, άστην να πει.

** (Κ)=Κρητικάτσι*

- Kόοοτ κοτ κοτ... κοτ κοτ κόοοτ κοτ κοτ...
- Μαα....
- ΜΙΛΑΩ... κόοοτ κοτ κοτ κοτ κόοοτ κοτ...
- (Βούβα, μαλάκα, γιατι θα τις αρπάξεις, τα εχει πάρει ανάποδα).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παντρεύω κάτι σημαίνει το καταστρέφω, το διαλύω, του βγάζω τα μάτια λόγω αδεξιότητας ή / και ασχετοσύνης.

Πρόκειται για παλαιοτάτης κοπής μπαμπαδίστικο ευφημισμό του γαμάω.

True story:
Τις προάλλες ο Βράσταμποϋ πιάστηκε στα καλώδια του εξωτερικού μου σκληρού δίσκου. Ο δίσκος έπεσε κάτω, έβγαλε κάποιους επιθανάτιους ρόγχους και απεδήμησε εις Κύριον. Μού τον πάντρεψε τον σκληρό ο μπαγασάκος, hard disc ~ did crash! :-(

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το λέμε όταν κάνουμε λαθεμένες επιλογές. Η φράση οφείλεται στην μέτρια ποιότητα του κρέατος της περιοχής του λαιμού (σβέρκος), οπότε σημαίνει ότι αυτό που ψωνίσαμε, αυτό που επιλέξαμε, δεν ήταν η καλύτερη επιλογή που μπορούσαμε να κάνουμε.

Πρόκειται για κλασική έκφραση, η οποία δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα. Πράγματι, στις μέρες μας ο σβέρκος δεν θεωρείται κρέας κακής ποιότητας, αλλά στα παλιότερα χρόνια, που η χοληστερίνη δεν αποτελούσε ρυθμιστικό διατροφικό παράγοντα, δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης.

  1. - Είπα στον καινούριο που προσέλαβες προχθές, να πάει να κάνει φωτοτυπίες και μου είπε: «Γιατί να πάω εγώ;»
    - Κατάλαβα, ψωνίσαμε από σβέρκο.

  2. Το αμάξι που πήρα από τον Παναγιώτη καίει λάδια, γαμώτο. Πάλι ψώνισα από σβέρκο.

  3. - Ο εργολάβος που δώσαμε το οικόπεδο αντιπαροχή μπήκε φυλακή και μας άφησε με ένα κάρο χρέη και το σπίτι μισό.
    - Ψωνίσατε από σβέρκο δηλαδή...

Τα μέρη του χοιρινού κρέατος. (από panos1962, 19/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πουστλέ χιουμοριστική ατάκα, που αποδίδεται στον μεγάλο Φλωρινιώτη και προ(σ)καλεί σε παρά φύσιν (;) συνουσία μεταξύ πλειόνων συνεύνων.

Το ζητούμενο είναι να κάνει κάποιος την αρχή να σπρώξει κι άλλος θα πέσει μπρος, άλλος πίσω, άλλος πάνω, άλλος κάτω (και βλέπουμε).
Νταλαβέρι να γίνεται δηλαδή...

(Πουσταράκος κονφερασιέ μπουρδέλου):

- Τί έγινε παιδιά; Σας άρεσε το κορίτσι μας;
- Χμ...
- Άντε παιδιά, να μην καθόμαστε - να γαμιόμαστε!
- Δηλαδή;
- Ε, άμα δε θέλετε το κορίτσι μας, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι!
- Λέγοντας;
- Ας σπρωχτούμε κι όπως πέσουμε!
- Καλά, άσε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified