Selected tags

Πλιζ, απόφυγε αυτήν την ετικέτα, καθώς πρόκειται σύντομα να απαλειφθεί!

Αν δεν βρεις ετικέτες που να ταιριάζουν στον ορισμό σου, ανέβασέ τον χωρίς ετικέτες και στείλε κατόπιν αναφορά στους συντονιστές υποδεικνύοντας τις ετικέτες που θα ήθελες να του προσαρτηθούν.

«Κυκιρίες Κυσπιρίες» λέμε όταν μπερδευόμαστε κατά τον δημόσιο χαιρετισμό μας, αντί του Καλησπέρα σας Κυρίες και Κύριοι.

Νιουσκάστερ προς Ρεπόρτερ: - Καλησπέρα Τάδε .
Ρεπόρτερ (σε ζωντανή σύνδεση με το κανάλι): - Κυκιρίες Κυσπιρίες, ...
(έκτοτε δεν ξαναφάνηκε στα κανάλια ο νεαρός)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περιφραστικός επιρρηματικός προσδιορισμός που δηλώνει λόγο ασυνάρτητο, με άσχετες και ασύνδετες μεταβάσεις από το ένα θέμα στο άλλο, που δε βγάζει νόημα.

- Και του λέει η Αννούλα, ξέρεις, εκείνη που τα είχε με τον Τάσο όταν δούλευε στου Βερόπουλου, αυτός δούλευε στην αποθήκη, είχε κι ένα γκολφ, αλλά τα χαλάσανε μετά γιατί ο Τάσος τα'φτιαξε με τη Λίτσα, μεγάλο τσουλί, τη φιλενάδα της Μερόπης, την ξέρεις τη Μερόπη, αυτή ντε, την ξανθούλα, τη μικροκαμωμένη, που έμενε στην Τριανδρία μαζί με την Ντίνα, αλλά μετά έφυγε, γύρισε πίσω στη Βέροια, είχα πάει να τη δω μια φορά, ωραία είχαμε περάσει, είχαμε φάει και ένα στιφάδο είχε κάνει η μαμά της φοβερό, όταν χώρισε με το Νίκο, κρίμα, ωραίο παλικάρι, αλλά παλιοχαραχτήρας, ρεμάλι, τεμπελόσκυλο, μα σάμπως τα είχαν φτιάξει και ποτέ; Ωραίος κύριος ο μπαμπάς της, ομορφάντρας...
- Από τον Αλή στον κατή πας μωρέ Κικίτσα μου, δεν μπορώ να σε παρακολουθήσω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτυπος αρχιτεκτονικός όρος. Λέγεται για κτίρια που κάνουν μπαμ ότι είναι χτισμένα επί χούντας, δηλ. δεν είναι απλώς δωρικά (πράγμα διόλου κακό, βλ. πχ λιτά αρχιτεκτονήματα-αποπαίδια του Λε Κορμπυζιέόπως ορισμένα Ξενία), αλλά ευτελή, αρπακολλάτα και άσχημα.

Καλά ρε μαλάκα, σε χουντικό βρήκες να νοικιάσεις; Μόνο για μπατσάδικο κάνει!

βλ. και τούρτα,ορισμός 3.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σχήμα ευγενικής άρνησης σε προσφορά φαγητού, ποτού και τέτοια. Δεν είμαι φίλος ίζολ δεν το συνηθίζω, δε μ'αρέσει.

Χρησιμοποιείται και ως γείωση.

  1. (στο πιο ορίτζιναλ)
    - Γλυκεράκι να κεράσω;
    - Όχι ευχαριστώ, δεν είμαι φίλος...

  2. - Χικ...ένααα...κόκι τζόνικο να κε'άσω φι'α'άκ';
    - Ευχαριστώ μάστορα, δεν είμαι φίλος.

  3. - Ρε τι θες ρε γαμημένε, να σε γαμήσω;
    - Νά 'σαι καλά, δεν είμαι φίλος.

  4. - Ωπ, παλλικάρι, εδώ είσαι. Τσιμπουκάκι, πισωκολλητό, ελεύθερα πιασίματα πενήντα γιούργια. Τι ψυχή έχουνε; Να στανιάρεις να πούμε, να ξεχαρμανιάσεις, να γραδάρεις, να 'ρθείς στα ίσα σου, πώς το λένε.
    - Την είδες τη γριά πού 'χεις μέσα; Ευχαριστώ, δεν είμαι φίλος.

Μια ζωή παρουσιάστε, σαν εκπαιδευμένος σκύλος - εγώ δε θα πάρω άλλο, φχαριστώ δεν είμαι φίλος (από HODJAS, 14/10/11)-Ποια είναι η γνώμη σας για τα Ημισκού; [...] εντάξει, δεν είμαι και πολύ φίλος του ψαριού.  (από xalikoutis, 15/10/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παλιάς κοπής έκφραση που εκτοξεύεται ειρωνικά ή υποτιμητικά με ύφος αγανακτισμένο, απαισιόδοξο ή και ρητορικά ερωτηματικό για να την πούμε σε κάποιον ασυνείδητο γραψαρχίδα ή τέσπα σε κάποιον που δεν λειτουργεί σωστά σε κοινωνικό επίπεδο, που η νοοτροπία του είναι της ελάσσονος προσπάθειας, που δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του, που πουλάει τρελίτσα, που επιμένει σε αντιλήψεις παρωχημένες, που θα προτιμήσει το άμεσο μικροκέρδος καταστρέφοντας, από το μακροπρόθεσμο που απαιτεί δημιουργικότητα με προσωπικό κόπο.

Δεν περιμένει απάντηση αφού σκοπό έχει να θίξει αυτό που πέθανε όταν γεννήθηκε το συγνώμη, απηχώντας ένα υποτιθέμενο εθνικό απωθημένο – στόχο (αφού Πόλη, η Κωνσταντινούπολη) που όσοι το διατηρούν θεωρούνται πλέον ή ανεδαφικά ρομαντικοί ή τελειωμένοι εθνικιστές επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα μια πανθομολογούμενη διηνεκή εθνική ανεπάρκεια για καθετί ουσιαστικό, ακόμη κι αν είναι άσχετο με μεγάλες ιδέες.

Μπορεί να παίξει παντού –αφορμές δεν λείπουν άλλωστε- αλλά ταιριάζει πολύ σε στρατώνες όταν απευθύνεται σε λουφαδόρους φαντάρους από κοιλαρά λοχαγό που στηλιτεύει το ανύπαρκτο αξιόμαχό τους.

Σε πασίγνωστο μπουρδέλο αποφεύγεται, μάλλον για λόγους τακτ.

1.
Λοιπόν οι του ΛΑΟΣ έχουν μέχρι στιγμής α)Πρόεδρο που υπηρέτησε (;;;) στην Αττική, β)Δυο φυγόστρατους βουλευτές... Εμ, έτσι θα πάρουμε την Πόλη;

2.
Πιο αχάριστοι από όλους είναι ασφαλώς οι συνταξιούχοι. Έχει μάθει η κάθε γριά και ο κάθε γέρος και μου θέλει να ζει αξιοπρεπώς. Σας ρωτάω. Τι θα πει αξιοπρεπώς; Γιατί γινόμεθα φθηνοί; Γιατί ασχολούμεθα συνεχώς με ποταπά πράγματα; Είναι η τιμή της ντομάτας η και του αγγουριού η ακόμα - ακόμα και της πατάτας κάτι το σημαντικό; Έχουν μάθει οι γέροι και τρώνε πατατούλες τηγανητές σαν τα μωρά. Επίσης τους αρέσει η χωριάτικη. Μα κάθε μέρα χωριάτικη; Μερικοί δε έχουν μάθει και τη φέτα. Κάθε μέρα!! Αχάριστοι φίλες και φίλοι. Γιατί γκρινιάζουν; Είναι κανείς στο δρόμο; Μου λέτε για την θέρμανση. Γιατί είχαν και στα χωριά τους θέρμανση οι συνταξιούχοι; Έχω μάθει ότι κάποιοι από αυτούς ανάβουν το καλοριφέρ έως και τρεις ώρες την ημέρα. Ε όχι φίλε συνταξιούχε. Έχεις γίνει μαλθακός. Έτσι θα πάρουμε την Πόλη;
(Ως εδώ από το δίχτυ)

3.
Νεανίας εκσφενδονίζει από το μπαλκόνι σακούλα σκουπιδιών σε όρος που σχηματίζουν παρόμοιες γύρω από τιγκαρισμένους κάδους στο απέναντι πεζοδρόμιο. [Αυτόπτης πεζός στα δεύτερα –άντα:] -Λεβέντηηη!! Έτσι θα πάρουμε την Πόλη!! (sic-k)

Το original (από sstteffannoss, 15/10/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο σύντομος τρόπος να πεις το σαπάνω / σακάτω που θα πει ίσια προς τα πάνω / κάτω.

Συνήθως χρησιμοποιείται σε χωριά που είναι χτισμένα σε πλαγιές βουνών για να προσδιορίσεις προς τα πού θα κινηθείς.

Κατά την ίδια λογική τα σαπέρα, σακείθε, σαδώθε, που συνοδεύονται αναγκαστικά με γνέψιμο που δείχνει τη κατεύθυνση.

- Είδες τον Αλέκο;
- Ναι. Τράβηξε σαπάν για το σπίτι του.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνήθης έκφραση που πρέπει να μελετηθεί μαζί με την έκφραση που αναλύθηκε στο λήμμα στο χωριό μου, η οποία έχει συνήθως την μορφή «αυτό στο χωριό μου το λένε x».

Στην περίπτωση που απασχολεί τον παρόντα ορισμό (ο αναγνώστης καλείται να δει εξαρχής τα παραδείγματα για να γίνει αμέσως αντιληπτό περί τίνος πρόκειται) συμβαίνει το εξής: προηγείται μια πολύ εντυπωσιακή έκφραση και έπεται ως συμπλήρωμα το «που λένε και στο χωριό μου». Η εντυπωσιακή έκφραση έχει ένα ή και τα δύο από τα παρακάτω χαρακτηριστικά: α) είναι σε ξένη γλώσσα, β) ανήκει σε κάποιο ιδίωμα είτε τεχνικό- επαγγελματικό, τ. jargon, είτε ελιτίστικο-κουλτουριάρικο, είτε σε ξύλινη γλώσσα.

Με το συμπλήρωμα «που λένε και στο χωριό μου», ο ομιλητής πετυχαίνει καταρχήν μια ειρωνεία, αφού το εντυπωσιακό και εκλεπτυσμένο που έχει πει έρχεται σε αντίθεση με τον αγροίκο λόγο που υποθέτουμε ότι χειρίζονται σε ένα χωριό.

Περαιτέρω μπορούμε να κάνουμε διάφορες ερμηνευτικές προσπελάσεις για τους λόγους που χρησιμοποιείται η έκφραση, πέρα από την προφανή ειρωνεία:

  1. Ο ομιλητής επιχειρεί μια captationem benevolentiae (που λένε και στο χωριό μου). Δηλαδή πρώτα εντυπωσιάζει τον ακροατή με την ψαγμενιά που λέει, αλλά επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να προκαλέσει χλεύη και φθόνο αν η έκφραση φανεί υπερβολικά πομπώδης και εκτός συμφραζομένωνε, επικαλείται το χωριό του εν είδει ταπεινοσχημίας, ώστε να κερδίσει ταυτόχρονα πέρα από τον εντυπωσιασμό και την συμπάθεια του ακροατή, όπως συμπαθούμε κάποιον που μιλάει ένα χωριάτικο τοπικό ιδίωμα. Αυτή παρεμπιπτόντως ήταν και η αρχική σημασία της ειρωνείας (λ.χ. της ειρωνείας του Σωκράτους) στην δημοκρατική αρχαία Αθήνα, όπου κάποιος καλείτο ταυτόχρονα να εντυπωσιάσει τον αθηναϊκό δήμο, αλλά και να τον κολακεύσει βάζοντάς τον σε ανώτερη θέση από τον ίδιο, ώστε να μην πάθει ζημιά από την ζήλια του. Οπότε η έκφραση λειτουργεί σαν ένα μετά συγχωρήσεως, με το συμπάθιο, ήτοι «συμπαθάτε με που είμαι ανώτερος από εσάς, μην μου κρατάτε κακία».

  2. Μπορεί να συμβαίνει και κάτι διαφορετικό έως αντίστροφο. Εφόσον την έκφραση την λέει ένας εκ γενετής Αθηνέζος ή άλλος πρωτευουσιάνος ή αλλοτριωμένη νεολέρα που δεν έχει καμία ρίζα τοπικής κοινότητας να επικαλεστεί, τότε μπορεί να σημαίνει μια πανηγυρική διεκδίκηση απεδαφικοποίησης (deterritorialization που λένε και στο χωριό μου). Δηλαδή παραδέχομαι ότι είμαι εκκρεμής χωρίς χωριό, αλλά επιλέγω δίκην φαντασιακής αυτοθέσμισης να κάνω χωριό μου μια απεδαφικοποιημένη κοινότητα. Λ.χ. τον αγγλικό / αμερικάνικο / γαλλικό / γερμανικό πολιτισμό του οποίου χρησιμοποιώ εκφράσεις σαν να ανήκω οργανικά σε αυτόν, ή μια επαγγελματική κοινότητα, μια κοινότητα πνεύματος. Όλα αυτά είναι πολύ συνήθη στην εποχή του Διαδικτύου, όπου μπορούμε να ανήκουμε σε άυλους τόπους, θα λέγαμε σε ιδεατά χωριά. Σε αυτήν την περίπτωση πανηγυρίζω ότι έχω υπεραναπληρώσει την έλλειψη χωριού και παράδοσης με μια φαντασιακή ταυτότητα στην οποία έχω εισέλθει ως οιονεί συγχωριανός.

  3. Μπορεί να υπάρχει ένα παίγνιο μεταξύ μερικότητας και καθολικότητας, το οποίο αναλύεται και στο λήμμα στο χωριό μου. Δηλαδή ενώ όταν αναφέρομαι στο χωριό μου περιμένουμε ότι θα πω κάτι μερικό-τοπικιστικό, εγώ αντιθέτως λέω κάτι καθολικό, οπότε κάνω τον συνομιλητή μου να προβληματιστεί. Και εδώ έχουμε ταπεινόλογη ειρωνεία για να αδράξω την καλή διάθεση του συνομιλητή. Δηλαδή δεν του την λέω κατευθείαν ότι αυτό που λέω έχει καθολική ισχύ, αλλά διά μαιευτικής τον βάζω μόνο του να σκεφτεί μήπως αυτό που λένε στο χωριό μου ισχύει και στην περίπτωσή του.

Ωστόσο νομίζω ότι πρέπει να διακρίνουμε τις δύο εκφράσεις. Όταν λέμε «στο χωριό μου αυτό το λένε x», τότε η έμφαση είναι όντως στο ότι αυτή η αξιολόγηση έχει καθολική σημασία, οπότε καταγγέλουμε εμμέσως πλην σαφώς τον συνομιλητή. Όταν λέω «x που λένε και στο χωριό μου», τότε η έμφαση είναι στο ότι είπα κάτι πολύ έξυπνο, και το χωριό είναι απλώς δευτερεύουσα συμπληρωματική ταπεινολογία.

Παρά την διαφορά, όμως, υπάρχει και στην δεύτερη αυτή περίπτωση που εξετάζουμε εδώ το παιχνίδι μερικότητας και καθολικότητας. Ακόμα και αν χρησιμοποιήσω μια δύσκολη βαρύγδουπη έκφραση θα υπαινιχθώ με αυτόν τον τρόπο εμμέσως ότι ο συνομιλητής θα έπρεπε να την ξέρει γιατί αυτή έχει καθολική αξία. Κι αν δεν την ξέρει είναι βλάκας.

Εδώ παίζει και η επίκληση στην διαφορά μεταξύ της σοφίας του χωριού και του νεοπλουτισμού του πρωτευουσιάνου. Δηλαδή θεωρούμε ότι το χωριό έχει μια βαθύτερη σοφία, στην οποία δεν υπάρχει άμεση πρόσβαση και ο πρωτευουσιάνος μπορεί από επιφανειακότητα και νεοπλουτίστικη καφρίλα να αδιαφορήσει για αυτήν. Οπότε κατά παρόμοιο τρόπο, ο συνομιλητής δεν πρέπει να αδιαφορήσει για την σοφία που είπα, ακόμη κι αν είναι δύσκολο να μετάσχει σε αυτήν, γιατί σε τελική ανάλυση (θα έπρεπε να) τον αφορά.

Τέλος, να παρατηρήσω ότι τα όρια μεταξύ των δύο αυτών εκφράσεων «αυτό στο χωριό μου το λένε x» και «x που λένε και στο χωριό μου» δεν είναι στεγανά, και ενίοτε η δεύτερη έκφραση λέγεται με την ίδια σημασία, όπως η πρώτη, καθώς στο παράδειγμα 4, ενώ και το αντίστροφο μπορεί να συμβεί. Εξάλλου είναι προφανές ότι η αφετηρία των δυο εκφράσεων είναι κοινή, δηλαδή κάποιο γνωμικό χωριάτικης σοφίας, όπως στο παράδειγμα 1. Αυτή η αφετηρία είναι που τρέπεται στη συνέχεια με δύο διαφορετικούς τρόπους, είτε με το να αντικαταστήσουμε την χωριάτικη σοφία από μια κοινοτοπία, για να καταγγείλουμε τον συνομιλητή (λ.χ. αυτό στο χωριό μου το λένε κακογουστιά), είτε με μία επιτηδευμένη ελιτίστικη σοφία (όπως στα παραδείγματα 3).

  1. Ζήσε Μάη μου, να φας τριφύλλι, που λένε και στο χωριό μου... (Κλασική χρήση εδώ).

  2. α) :) Μιλ μερσι,που λενε και στο χωριο μου. (Λίγο πιο επιτηδευμένο εδώ).

β) Shit happens που λενε και στο χωριο μου (Εδώ)

γ) Πολυ πολυ καλο νεο!!!Keep up the good work που λενε και στο χωριο μου! (Εδώ).

δ) I stand corrected που λένε και στο χωριό μου. (Εδώ).

ε) Μην κραζετε τον Βουτσινιτς γιατι μπορει να μην φαινετε και να μας εκνευριζει σε ολο το ματς αλλα εχει the magic touch που λενε και στο χωριο μου. (Εδώ).

  1. α) Το Dropbox είναι ένα εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται για online storing, sync και backup, που λένε και στο χωριό μου. (Εδώ).

β) Με αυτά που έκανες έγινες agent provocateur που λένε και στο χωριό μου.

γ) Πρέπει να μας εξηγήσεις ποιο είναι το διακύβευμα, που λένε και στο χωριό μου.

  1. (δεν προτείνεται και δεν πρόκειται να το αναλύσω γιατί απλά είναι «γυφτοδουλειά» που λένε και στο χωριό μου! (Εδώ).

(από Khan, 22/01/14)Στο 2.56. (από Khan, 07/07/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γουναρικά από τσιντσιλά και μινκ.

Συνήθως, από παραφθορά, το χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε τα περιττά ψιλολόγια. Παλαιότερα όμως ήταν εμπορεύματα των γυρολόγων (καπέλα, γάντια κ.λπ. από τσίντσιλι - μίντσιλι).

Τι τα θέλεις όλα αυτά τα τσίντσιλι-μίντιλι, μπιτ παζάρ το κατάντησες το σπίτι μας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηριστικό γνώρισμα, κυρίως του προσώπου.

Έχει τα ίδια σουσούμια με τον ξάδερφό του.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έκφραση είναι παλιά και ήδη καταγεγραμμένη στο ΛΚΝ, αλλά σκέφτηκα ότι είναι πολύ καλή για να μείνει στα αζήτητα και επί πλέον δεν ξέρουμε από πού και γιατί προέρχεται, γι΄αυτό και την καταχωρίζω εδώ.

Καμπανιά είναι ο πειρακτικός υπαινιγμός, η σπόντα. Η έκφραση είναι: πετάω καμπανιά = πετάω σπόντα.

Εμένα μου θυμίζει κάπως το τούβλο (βλ. δικό μου ορισμό), δηλαδή την κοτσάνα.

  1. ...πέταξε κάποιες καμπανιές πειραχτικές...

  2. ... όσο γινόταν φίλος της καρδιάς (=καρδιακός), τόσο και περισσότερο τον πείραζαν αυτές οι καμπανιές κι αυτά τα αστεία.

αμφότερα από τον Λαπαθιώτη («Κάπου περνούσε μια φωνή»).

Got a better definition? Add it!

Published