Further tags

Ερωτικές συνευρέσεις που χαρακτηρίζονται για το μέγα πάθος που τις διακρίνει, την ιδιαίτερη ένταση και, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, την ποικιλία στις εφαρμοζόμενες στάσεις.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε περίπτωση που αναμένονται περιπτύξεις που προσομοιάζουν με ταινία πορνογραφικού περιεχομένου.

Άμα μου φάει το γκομενάκι το τσουτσέκι θα έχουμε ανάποδα ψαλίδια!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εν ολίγοις ότι το μουνί τραβά καράβι.

- Ρε, έχεις δει των Κώστα;
- Άσε, πήγε για μπάντζι τζάμπιν με αυτή τη Γαλλίδα που γνώρισε στο Μαγγανάρι... Τί να σου πω ρε Μπάμπη;
- Τί να μου πεις; Αν δεις καράβι στο βουνό, μουνί θα το 'χει σύρει...

(από Vrastaman, 08/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται κυρίως -τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια- για να περιγράψει επακριβώς την στιγμή κατα την οποία, μετά από έντονη και επαναλαμβανόμενη στοματική σεξουαλική δραστηριότητα, η γλώσσα θυμίζει περισσότερο το τριχωτό της κεφαλής, παρά την λεία επιφάνεια της στοματικής κοιλότητας.

Μαλάκα, τα 'παιξα προχθές, έγλειφα το ειρηνάκι 2 ώρες και όταν τελείωσα η γλώσσα μου είχε γεμίσει τρίχες, μάλλιασε η γλώσσα μου σε λέω.

Από το 4:43. Robin Williams, Live on Broadway. Υπέροχος. (από patsis, 07/02/10)Κυριολεκτικά... (από kondr, 09/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο κώλος.

Και τα δυο καθιερωμένα λεξικά της τρέχουσας καθομιλουμένης καταγράφουν και αυτήν την σημασία της λέξης, πλάι στις άλλες τις κομιλφό – ο πάτος της θάλασσας, οι πάτοι για την πλατυποδία κλπ. Για να την αποδώσουν, χρησιμοποιούν, βέβαια, όρους ουδέτερους ή ευφημιστικούς – π.χ. στον Τριανταφυλλίδη ο πάτος ορίζεται ως ο πρωκτός, ο πισινός και στον Μπαμπινιώτη ως ο πισινός, τα οπίσθια.

Όμως, οι ορισμοί αυτοί δεν πιάνουν τις λεπτές αποχρώσεις της λέξης, τις συνδηλώσεις που εμπεριέχει, ό,τι, δηλαδή, κάνει τον ιθαγενή χρήστη της ελληνικής γλώσσας να ξέρει – έτσι απλά, να ξέρει – πότε πρέπει να πει πάτος και πότε κώλος ή ό,τι άλλο.

Διότι, ασφαλώς, πάτος δεν είναι ο οποιοσδήποτε κώλος. Είναι, συγκεκριμένα:

α. Ο μεγάλος κώλος, που – κακά τα ψέμματα – τον έλληνα τον γκαυλώνει και, μάλιστα, μέχρι σημείου εξαγρίωσης. Απαντάται στις στοκ φράσεις θα σου σκίσω τον πάτο, θα σου ξεσκίσω τον πάτο, θα σου ανοίξω τον πάτο που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για την βιαιότητα των προθέσεων του απειλούντος και που, εν δυνάμει, κυριολεκτούν. Άξιον μνείας και το ξεπατώνω, που, γενικά, σημαίνει ξεριζώνω, χαλάω, ρημάζω.

Παρενθετικά, ενδιαφέρον έχει και ότι όπως τον πάτο έτσι και τα βάρδουλα – γνωστά από τις φράσεις θα σου σκίσω τα βάρδουλα και θα σου ξεσκίσω τα κωλοβάρδουλα – τα συναντάμε στην αργκό της υποδηματοποιίας ή τσαγκαρικής, με κοινό σημείο αναφοράς το πετσί, το δέρμα.

Υπερθετικό του πάτου είναι, ως γνωστόν, η πατάρα αλλά και το πιο νεόκοπο πατούρι. Θα έλεγα ότι ενώ η πατάρα (και το πατάρι) τονίζει τον ενθουσιασμό που προκαλεί το θέαμα, ή η ανάμνηση, ενός μεγάλου και γκαβλωτικού κώλου, το πατούρι, κρίνοντας από τις χρήσεις που συναντώ, είναι σαφώς πιο απαξιωτικό – κινείται στο ίδιο κλίμα που περιγράφουν τα λήμματα ξεκωλοπατόμουνο, ξεφτιλίζω τον κώλο και ξεψώλι.

β. Ο ταλαιπωρημένος κώλος. Η σημασία απαντάται κυρίως στην φράση μου έφυγε ο πάτος – ή, μου βγήκε ο πάτος δηλαδή, έχω εξαντληθεί, έχω χτυπήσει μπιέλα. Η χρήση αυτή συνήθως δεν έχει σεξουαλικά υπονοούμενα. Η εξάντληση δεν προέρχεται από γαμήσι αλλά από σκληρή δουλειά, περπάτημα κλπ. – είπαμε, ο έλλην το ζόρι το βιώνει στον κώλο του, δες και αυγό στον κώλο, σφίγγουν οι κώλοι, έγινε ο κώλος μου τάληρο, πήρε φωτιά ο κώλος μου, καίγεται ο κώλος μου και άλλα.

γ. Ο τυχερός κώλος. Εκ της λαϊκής δοξασίας ότι την καλή τύχη τελικά την εξηγεί η διεύρυνση της έδρας. Όπως ο πολύ τυχερός άνθρωπος είναι όχι μόνο κωλόφαρδος αλλά και, απλά, κώλος, έτσι και ο ακόμη πιο τυχερός, ο τυχερός μέχρις αγανακτήσεως, είναι πάτος, ή και πατάρα. Και όπως μπορεί κάποιος να ξεκωλωθεί στο ζάρι, ας πούμε, ή στα τρίποντα, κατά μείζονα λόγο μπορεί και να ξεπατωθεί.

Να μην συγχέονται όλα αυτά με τον φέρελπι επιθετικό της Μίλαν Alexandre Rodrigues da Silva, ευρέως γνωστό ως Πάτο.

  1. Ο Κώστας ήρθε από μπροστά και έμπηξε με μεγάλη δύναμη το κοντάρι του μέσα τις λέγοντάς της «Πάρτα μωρή, θα σου τον βγάλω από το στόμα, θα σου ξεσκίσω τον πάτο, θα σου βάλω και τα αρχίδια μου μέσα σου καύλα... Πουτάνα γυναίκα. (Από το τσοντοσάιτ flock.gr εδώ)

  2. Της βάζει μια τρικλοποδιά και την ξαπλώνει κάτω
    κι απ' την πολύ την καύλα του της ξέσκισε τον πάτο.
    Η Αθηνά εσπάραξε σαν κότα σουβλισμένη
    μα όλο και τον έσπρωχνε γοργά να μπαινοβγαίνει.

(Από την μαθητική μπαλάντα 'Ο Τρωικός Πόλεμος')

  1. Της θειας σου ο πάτος, γαρούφαλα γιομάτος!

  2. Νατος νατος ο κώλος της χρονιάς 2006. Naomi, η νέα Λατίνα με την τρελή πατάρα που βάζει γυαλιά σε όλες τις προηγούμενες με τις επιδόσεις της... (Από εδώ, Black Sugar online sex shop)

  3. Η καλύτερη... Βάλερι (της εσκισα το πατούρι... πολύ κλασάτο... αλλά επείδη το ξεπαατώσανε πριν κανά χρόνο δεν κανονίζουν κάτι για Αθήνα ξανά). (από το escortforumgr.com εδώ)

  4. Πονάω!!!! Το κορμάκι μου δεν το νιώθω. Πονά η μέση μου. Την έκατσα. Σήμερα πάλι μου έφυγε ο πάτος (μα καλά πως εκφράζομαι επιστήμονας άνθρωπος… δεν ντρέπομαι). Νομίζω πως χρειάζομαι διακοπές από την προσαρμογή μου από τις διακοπές. (Από εδώ)

  5. Τρίτο 21 στη σειρά!... Μα τι πάτος είσαι συ, αδερφάκι μου...

  6. Το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να σουτάρετε τρίποντα και να εύχεστε να σας ανοίξει η πατάρα ΜΠΑΣ ΚΑΙ καταλάθως κοντράρετε το μάτς (Από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το «μου» χρησιμοποιείται δόκιμα ως κτητική αντωνυμία συμπάθειας.

Στη (δια)λεκτική όμως πάλη σλανγκικών και μη φιλοφρονήσεων, χρησιμοποιείται δίκην προγαμιαίου σάλιου: συμβολικά, κάνουμε κάποιον δικό μας πριν τον κάνουμε δικό μας.

Ανήκει στο οπλοστάσιο πολλών ευπροσήγορων φυλών (βέλτσοι, νυφίτσες, κυρα-περμαθούλες, κ.α.) με σκοπό το με-το-γάντι άδειασμα των συνομιλητών τους.

Ασίστ: ο johnblack μου.

- Εσύ αγορίνα μου αυτό κατάλαβες; Εγώ απλά ανοίγω μια κτγμ ενδιαφέρουσα συζήτηση, δεν αντιπαρατίθεμαι σε κανέναν. Κι αν έχεις άγνωστες λέξεις, λυπάμαι αλλά δεν προτίθεμαι να αλλάξω το στυλ μου γι' αυτό. Καλές γιορτές!
(εδώ)

- Eυχαριστώ πολύ καλέ μου φίλε. Σου εύχομαι ολόψυχα καλές γιορτές και ευτυχισμένος ο νέος χρόνος...
(προς μπαγαποντοδότη, εκεί)

- Καλέ μου βράστα, η ευρηματικότητά σου, οι συνειρμοί που κάνεις και η ικανότητά σου στα λογοπαίγνια είναι πράγματι απιστεύτου [...] Αλλά ως εκεί.
(παραπέρα)

- Το μόνο που έχω να πω είναι το εξής - γαμιά μου, εσύ!!!
(ΡΤΠ calling Νούλης, εδώ)

Λαβ ιζ ιν δη ερ! (από Vrastaman, 04/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το συγκεκριμένο λήμμα αναφέρεται σε ομάδα παραγώγων φράσεων από την γνωστή κορυφαία σλάνγκ φράση που έχει αναλυθεί επαρκέστατα εδώ.

Η διάδοση της εν λόγω φράσης ήταν τέτοια, όμως, που αυτή εξέκλινε της αρχικής της σύλληψης και ακολούθως, με προσθήκες ξεκάρφωτων αντι-φράσεων, κατέληξε να γίνει πολυχρηστικότατη.

1ον: Εμφατικόν της αρχικής φράσης με περαιτερω χρήση του ζωικού βασιλείου

[I]- Άσε μαλάκα Μήτσο, με ξέσκισε η γκόμενα χθές!... Μιλάμε για πολυ λυσσάρα!!
- Για πέ ρε μαλάκα!
- Τι να λέμε τώρα! Τσιμπούκια ο Τίγρης, με σήμα το λιοντάρι![/I]

2ον: Δηλωτικόν αιδούς με αναφορά στις θεωρίες περί ομοφυλοφιλίας στην αρχαία Ελλάδα

[I]- Χτες, δικέ μου, έμπλεξα στο σπίτι της γκόμενας και το πρωί μας την έπεσαν τα πεθερικά!
- Και;
- Άσε! Τσιμπούκια ο Πάτροκλος! Σηκώθηκα αμέριμνος να πάω στην κουζίνα να φτιάξω κάνα γκαφέ με τις πρωινές κατουρόκαυλες και πέσαμε μούρη με μούρη και η πούτσα μου στη μέση![/I]

3ον: έκπτωση της αρχικής σημασίας δηλούσας αγριότητας, στην ακριβώς αντίθετη (μεγαλείο - ηρεμία - απόλαυση)

[i]- Αγορίνα μου, η γυναίκα, λέμε, έχει ψύχωση με το προφορικό. Με έχει στραγγίξει. Μη με βρει να κάθομαι σε καναπέ ή καρέκλα, έρχεται σφαίρα! - Τσιμπούκια ο Μεγακλής, δηλαδή![/i]

Εναλλακτικά, τσιμπούκια ο μάστορας, που αποτελεί πάσα από το «γεια σου ρε (τάδε) κάστορα και στα τσιμπούκια μάστορα».

4ον: Αναφορά στην προκλητική στοματική κοιλότητα ή οδοντοστοιχία του στόχου

[I]- Τι κκκκαύλα είναι αυτό το σκυλί στο μπαρ, δικέ μου!!!
- Κοίτα στόμα-πρόκληση! Τσιμπούκια ο κάστορας!![/I]

Ως ανωτέρω

(από Vrastaman, 23/07/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ατάκα-κραυγή απελπισίας (λέμε τώρα) από άπαιχτο ανέκδοτο σύμφωνα με το οποίο η έλλειψη συντονισμού και οργάνωσης μπορεί να διαψεύσει μοιραία τις προσδοκίες μας δημιουργώντας ανισότητες, αλλά και ενδο-ομαδικές προστριβές/διασπάσεις... Γενικώς χρησιμοποιείται σε διάφορες περιστάσεις (βλ. παραδείγματα) υπαινίσσοντας το ανέκδοτο.

Το ανέκδοτο

Μεγάλη παρέα αποφασίζει να καλέσει μερικές γκόμενες και να οργανώσει μια παρτουζίτσα για να περάσει η ώρα χωρίς πολλά πολλά έξοδα... Μαζεύονται λοιπόν σε ένα μεγάλο σαλόνι και μετά τα απαραίτητα ποτάκια σβήνουν τα φώτα και αρχίζει η φάση η πολυφασική ... Σιγά-σιγά αρχίζουν να πέφτουν και οι πέοντες στα σκοτεινά. Ακούγονται βογγητά και διάφορα προβλεπόμενα για τέτοιες περιπτώσεις, όταν ξαφνικά κάποιος ανοίγει το φως:
«Ρε παιδιά, να οργανωθούμε...»
«Σβήσε το φως ρε!», του φωνάζουν οι υπόλοιποι που τους έκοψε πάνω στο καλύτερο.
Το σβήνει κι αυτός και το έργο συνεχίζεται... Πολλά βογγητά και τελειώματα αργότερα, ανάβει το φως ο ίδιος:
«Ρε παιδιά, να οργανωθούμε σας λέω...»
«Κλείσε το φως ρε παπάρααα!!», τον αποπαίρνουν ξανά οι άλλοι.
Τι να κάνει και αυτός, το ξανακλείνει... Η κατάσταση συνεχίζεται για πολλή ώρα ακόμα, μέχρι που αγανακτισμένος πια ξανανοίγει το φως:
«Ρε παιδιά, να οργανωθούμε, επιτέλους! Έχω φάει τρεις και δεν έχω ρίξει κανέναν!!»

  1. (σε παιχνίδι μπάσκετ)
    - Ρε μαλάκες πρέπει να κερδίσουμε σήμερα! Έχουμε χάσει απ' όλους!
    - Ναι, να οργανωθούμε!!

  2. (σε συνάντα του slang.gr)
    (acg) - Θα το φτιάξουμε καμιά φορά αυτό το γκρουπ στο Facebook;
    (ironick) - Ε αφού αυτός εδώ ξέρει από Facebook!
    (Cunning Linguist) - Ε αφού με πήρανε φαντάρο, τι να κάνω!
    (Vrastaman) - Παιδιά, να οργανωθούμε!!

  3. (από εδώ)
    «Γι’ αυτό και το καλοκαίρι που ξεκινάει, καθότι είναι το μόνο που δεν έχει κάποια πολύ μεγάλη διοργάνωση μέχρι το Σεπτέμβριο, είναι αφιερωμένο αποκλειστικά σ’ εμάς, δηλαδή εσάς. Έχουμε ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για να καλλωπιστούμε, να συμμαζευτούμε , να… οργανωθούμε, που λέει και το ανέκδοτο, ενώ, σύντομα, θα ζητήσουμε και το αναπόσπαστο κομμάτι της εξέλιξης μας: Τη δικιά σας άποψη και συμμετοχή.»

Θύμα ανοργανωσιάς... (από Cunning Linguist, 29/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αποτρεπτικό για άρρενες εφήβους. Χρησιμοποιείται για να φοβερίσει τους πρωτάρηδες και να τους δυσχεράνει την επίδοση στο άθλημα. Δημιουργεί ψυχολογικά τραύματα στην σχέση τους με τον έρωτα και δη τον στοματικόν και το γυναικείο φύλο, γενικότερα.

Αποτελεί ένα από τα πιο σκληρά γκρανγκινιόλ σεξ σποτς. Δεν βλέπεται. Αν δεν τον θέλετε, κυρία μου, αν σας ενοχλεί, ξαμολήστε το! Χωρίς αναστολές!

Αντί να ρίχνουν «αντι-διεγερτικά» στο γάλα των στρατευμένων, θα μπορούσαν οι σιτιστές να το παίζουν στο κψμ.

Ο Γιώργος γυρίζει από τη σκοπιά, 2ο νούμερο, κομμάτια, και ξαπλώνει στο κάτω κρεβάτι, ενώ στο πάνω κοιμάται ο συνάδελφός του, Κώστας. Εκεί που ο Γιώργος πάει να χαλαρώσει και εκκρίνει τις πρώτες ενδορφίνες, ξαφνικά νοιώθει να κουνιέται το κρεβάτι και να ακούει ένα κρίτσι-κρίτσι.
«Κώστα;» λέει.
«Έλα.» απαντάει ο Κώστας.
«Όταν η Φωτεινή πιπιλεί, η Όλγα τρέμει», λέει ο Γιώργος.
«Ααααα, πανάθεμά σε!» πετάγεται ο Κώστας και τρέχει κατευθείαν για τις τουαλέτες!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται ως απαντητικό-τελεσίδικο σε επαναλαμβανόμενες αγχωτικές ερωτήσεις τύπου «τι ώρα είναι» από ιδιαίτερα ψυχαναγκαστικούς τύπους, που δε βλέπουν την ώρα...

Χρησιμοποιείται δε και ως αποτροπιασμός προς τον ερωτώντα, εάν δεν είναι ευάρεστη (προς τον ερωτώμενο), η όψη του.

— Brain, τι ώρα είναι;
— Ώρα που γαμάν οι γύφτοι, Pinky...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που συμβολίζει τα αγγλικά του κώλου τα οποία μιλάνε οι γκρηκ λόβερζ προκειμένου να πηδήξουσι κανα ξενόφερτο παστάκι κατά τη διάρκεια του πολυδιαφημισμένου καυτού ελληνικού καλοκαιριού.

Η έκφραση περιλαμβάνει τα βασικά, ώστε απ' όπου και να προέρχεται η κορασίς, να μπορεί να γίνει κατανοητή η πρόθεση του τοπικού καλλονού.

Χρησιμοποιείται για να υποδείξει τον συγκεκριμένο τύπο ανδρός.

Εκτός όμως από το καμάκικο της ιστορίας, χρησιμοποιούμε την έκφραση και γενικότερα, για να περιγράψουμε το χαμηλότατο επίπεδο των γνώσεων της αγγλικής κάποιου.

  1. - Γνώρισα έναν γκόμενο...
    - Καλός;
    - Ε, για καμιά ξεπετούλα καλός. Λιγάκι me you bed μου κάνει, αλλά νταξ.

  2. - Έκανα αίτηση για δουλειά στου Κ.
    - Με τι προσόντα ρε μαλάκα;
    - Υπολογιστές, αγγλικά, ε, αυτά.
    - Ρε πού πα ρε Καραμήτρο! Αφού τα αγγλικά σου είναι me you bed στην καλύτερη ρεεε!

βλ. και τηλεγραφικά ιταλικά

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified