Selected tags

Further tags

Λογοπαίγνιο του όρου «ο καθ' ύλην αρμόδιος».

Το λέμε για κάποιον συνήθως δημόσιο υπάλληλο που μας έκανε να πούμε το δεσπότη Παναγιώτη και μας οδήγησε «πιο πέρα κι απ΄εκεί που συχνάζ' η Φλέσσα», τις περισσότερες φορές επειδή είχε μαύρα μεσάνυχτα επί του θέματος.

Για να τονιστεί το τελευταίο, λέγεται και το ο καθίκης αναρμόδιος σαν υπερθετικός του ο καθ' ύλην αναρμόδιος.

Το ο και γαμώ το καντήλι(ν) του αναρμόδιος το αφήνω στη φαντασία του καθενός σας και σας εύχομαι να μη σας τύχει.

- Ρε μπαγάσα, εσύ που 'σε παθός και μαθιός, τι κάνουμε για μια άδεια για μπουγατσατζίδικο;
- Ά!! Χέσε τον Μαλακόπουλο που 'ναι ο καθίκης αρμόδιος και μίλα με τον Μπάμπη το χοντρό στη γραμματεία να σε ξεστραβώσει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επικρατώ, είμαι επιτυχής πάνω σε κάτι, επιδεικνύοντας παράλληλα και την ανώτερη τεχνική μου (το κέντημα θέλει τεχνική, νο;), είμαι για πολλά σπέκια και προκαλώ τον θαυμασμό των γύρω μου, ζωγραφίζω, δίνω τα ρέστα μου, στο βαθμό που δύναμαι να χαρακτηριστώ από ημίθεος έως και φάντασμα (με την καλή έννοια πάντα).

Συναντάται και με τις προσθήκες «πάλι» και «ο πούστης» (επιδοκιμαστικό), για απόδοση μεγαλύτερης έμφασης.

...Πολιτικό θρίλερ, ή θρίλερ με αφορμή την πολιτική; Εδώ ακριβώς είναι το ταλέντο του Πολάνσκι. Εκεί που οποιοσδήποτε άλλος σκηνοθέτης θα έκανε μια ακόμη βαρετή «θεωρία συνομωσίας», αυτός κατάφερε να στήσει ένα γοητευτικό παιχνίδι, πρωτίστως κινηματογραφικό, ζωντανό, γεμάτο μικρές ευφάνταστες ιδέες ανατροπών, και χιούμορ. Εξαίσιο το καδράρισμα των πλάνων του, η χρήση της μουσικής (κεντάει πάλι ο ελληνικής καταγωγής Αλεξάντρ Ντεσπλά) κι ο ρυθμός που κλιμακώνεται γρήγορα, αλλά και με συνεχείς ανάσες. «Είχε πλήρη έλεγχο για κάθε τι που γινόταν στο πλατό» είπε στη συνέντευξη Τύπου ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ συμπληρώνοντας ότι είναι η πρώτη φορά στην καριέρα του που ένας σκηνοθέτης τον καθοδήγησε με αυτό τον καθοριστικό τρόπο...

από εδώ.

(από Galadriel, 01/02/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προς Θεού, μη πάει το μυαλό σας σε κάνα αντιβηχικό σιρόπι, παστίλια, αφέψημα, γιατροσόφι, ματζούνι ή κάτι τέτοιο.

Η φράση σημαίνει διακόπτω απότομα, αποτελεσματικά, απερίφραστα και χωρίς χρονοτριβή την ενοχλητική δραστηριότητα κάποιου, τον αποστομώνω, τον διακόπτω, τον σταματώ, τον παύω, τον απειλώ.

Άρχισε πάλι να ενοχλεί τον άντρα μου στα τηλέφωνα, όμως εγώ θα της τον κόψω το βήχα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Διόλου κολακευτική παρομοίωση για άτομο.

Αντίθετα, προσδιορίζει φυσιογνωμία πιο άσχημη κι απ' το χρέος.

Ειρωνικά:
- Τι ωραία γκόμενα που 'πιασε ο Μπάμπης; Σαν το σκύλο που χάσαμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η προτροπή απευθύνεται σε κάποιον που, παραβιάζοντας την εντολή μίλα με κώλους, ν' ακούσεις πορδές, εμπλέκεται σε φραστικές διενέξεις με εγνωσμένα θεοπάλαβο, με τον τρελό του χωριού.

Η παρέα με ντεμέκ συμφιλιωτική διάθεση, προς τον φίλο που διαφωνεί φιλονικώντας και προσπαθεί μάταια να πείσει τον τρελό, άστεγο, ζητιάνο της πόλης.
- Άντε τώρα, φιληθείτε στόμα με κώλο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει :

  1. είμαι βρεγμένος μέχρι το κόκαλο,
  2. είμαι καταϊδρωμένος,
  3. είμαι σφόδρα κατουρημένος (για βρέφος)
  4. όταν «στάζει η ουρά του γαϊδάρου» σημαίνει ότι δεν έγινε δα και τίποτα σπουδαίο, αξιοσημείωτο, σημαντικό κλπ. Συνώνυμα χέστηκε η Φατμέ στο Γενί Τζαμί και από μπρος παρθένα κι από πίσω μπαίνουν τρένα.
  1. Μ' έπιασε μια βροχή καθώς ερχόμουν, στάζω ολόκληρος.

  2. Μ' αυτή τη ζεστή, στάζω.

  3. - Δες σε παρακαλώ φιλενάδα, μήπως έκανε τσισάκια το μωρό; -Τι τσισάκια; αυτό καλέ στάζει. Παράτα τη μπιρίμπα κι έλα να τ αλλάξεις.

  4. Ε καλά τώρα, τον έγραψαν για παρκάρισμα κι έσταξε η ουρά του γαϊδάρου. Αυτός μόλις βγήκε απ τη φυλακή.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται συνήθως από τον μερακλή της αντροπαρέας μετά από φαγοπότι (και ηχηρό ρέψιμο ...προαιρετικά) ειδικά αν μπανίσει ενδιαφέρον θηλυκό στα πέριξ.

Συχνότατα συνοδεύεται από την κίνηση που κάνουμε όταν ξεδιπλώνουμε εφημερίδα (απότομο μικρό τίναγμα και ταυτόχρονο ελαφρύ άνοιγμα των χεριών προς τα πάνω και κατέβασμά τους πάνω στ' αχαμνά: και καλά πως βολεύει την γκόμενα καβαλικευτά).

Ο Πετρόπουλος το διασώζει με τη μορφή: «Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, να 'χαμε και μια χοντρή».

- Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, να 'χαμε και μια εφημερίδα.
- Κανά τσιμπουκάκι απ' το μωρό απέναντι δε θα με χαλούσε καθόλου.
- Πού το βρίσκετε το κουράγιο ρε γαμώτο μετά από τέτοιο σαβούρωμα; - Σατεσένανε που πούρεψες πριν την ώρα σου;
- Παιδί!! Ένα ούντεμπεργκ για το χαντούμη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι φυσικά η μέρα αυτή κατά την οποία ο Ιησούς Χριστός εσταυρώθη, δηλαδή μια μέρα βαρύτατου πένθους. Επίσης την μέρα αυτή λαμβάνει χώρα και το Επιτάφιινγκ με όλες τις γιαγιούμπες να τρέχουν από πίσω.

Έκφραση την οποία ο λαλήσας χρησιμοποιεί όταν βλέπει κάποιον βαθύτατα θλιμμένο, καταρρακωμένο, να είναι ψυχολογικά ράκος, να τα 'χει βάψει μαύρα κοινώς.

[i]- Γάμησέ τα φίλε, ο Τάσος μπαίνει φαντάρος αύριο...
- Ααααα για αυτό ήταν σαν την Μεγάλη Παρασκευή;[/i]

(από Tzimhs, 03/11/10)Το κορίτσι της Μάνης, έκανε αίτηση για να ενταχθεί στο συγκρότημα του διπλανού μηδιού. Η αιτηση απερρίφθη. Η συνέχεια γνωστή (από GATZMAN, 04/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση, η οποία συντάσσεται συνήθως με το ρήμα πετάω (πετάω κάποιον / κάτι σαν - ).

Είναι συνώνυμο του ξεφορτώνομαι, με την έννοια του διώχνω από δίπλα μου κάτι ή κάποιον χωρίς πολλή σκέψη και με συνοπτικές διαδικασίες, είτε γιατί μου είναι αδιάφορο, άχρηστο, ανεπιθύμητο, είτε γιατί επιτέλεσε τον σκοπό για τον οποίο προοριζόταν.

- Έαε, τι γίνεται;
- Τι να γίνεται, σκατά κι απόσκατα. Λήγει η σύμβαση σε λίγες μέρες, έρχεται και ο Καυλικράτης... θα μας πετάξουνε σα τη τρίχα απ' το προζύμι, τη βλέπω τη δουλειά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι το σκότωμα (από το σκότος), δηλαδή κενό στη περιοχή του οπτικού πεδίου, όπου η ορατότητα είναι μηδενική, άσχετα από συνθήκες φωτισμού η φυσικών εμποδίων.

Οφείλεται σε ιδιαιτερότητα της οπτικής ικανότητας (ή ανικανότητας) του ματιού, και η ύπαρξη του δεν γίνεται αντιληπτή από το άτομο.

Επίσης στην οδήγηση, τυφλό σημείο λέγεται η περιοχή που δεν είναι ορατή στον οδηγό είτε με ευθείας όραση είτε από ανάκλαση μέσω των καθρεπτών του αυτοκινήτου.

  1. Κατάθεση στη τροχαία:
    - Δεν τον είδα καθόλου, που ερχόταν πίσω μου με το μηχανάκι. Ήταν μέσα στο τυφλό σημείο.

  2. Δεν τον είδε. Ήταν μέσα στο σκότωμα.

(από iwn, 03/11/10)Κεντρικό σκότωμα (central scotoma) (από allivegp, 03/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified