Η βόλτα ο οποία έχει ως σκοπό την επίσκεψη σε πληθώρα οίκων ανοχής.
- Πάμε καμιά μπουρδελότσαρκα;
- Γιατί θες να γαμήσεις;
- Όχι μωρέ, για την πλάκα μας μόνο.
Η βόλτα ο οποία έχει ως σκοπό την επίσκεψη σε πληθώρα οίκων ανοχής.
- Πάμε καμιά μπουρδελότσαρκα;
- Γιατί θες να γαμήσεις;
- Όχι μωρέ, για την πλάκα μας μόνο.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Το ξεπεσμένο κωλόμπαρο, όπου μαζεύονται άντρες τύπου Ζαχόπουλου -με μπάκα ως το Σύνταγμα- και χαμουρεύουν τις γκόμενες στους καναπέδες, δείχνοντας και καλά ότι η γκόμενα είναι μόνο για αυτούς. Συναντάται κυρίως στις ακριτικές περιοχές της χώρας.
- Πού να πάμε ρε μαλάκα καθημερινή. Δεν θα έχει πουθενά κόσμο.
- Πάμε σε κανά ζαχοπουλάδικο να γελάσουμε;
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Το κρεβάτι στον οίκο ανοχής.
- Καθάρισε μωρή την μπουρδελιάστρα σου!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Ο αρσενικός διευθυντής οίκου ανοχής. Συνήθως κραγμένος ομοφυλόφιλος.
- ... πήγα που λες στο μπουρδέλο που μου είπαν, και βγαίνει ο τσάτσος την ώρα που περίμενα. Μου την έπεφτε αγρίως, και έτσι ξενέρωσα και σηκώθηκα και έφυγα.
Got a better definition? Add it!
Μπουρδέλο.
- Δεν αντέχω άλλο, θα πάω σε κάνα γαμάδικο!
Got a better definition? Add it!
Η έκφραση της ιδιαίτερης απαξίας την οποία τρέφει κάποιος για το λειτούργημα του μόντελινγκ, αλλά και του μάρκετινγκ και για όλα τα λήγοντα σε -ινγκ, όπως πχ το μάρκετινγκ, όταν εκτελούνται από κοπέλες χωρίς ιδιαίτερες ηθικές αναστολές.
- Η κόρη του Χ κάνει μόντελινγκ, το ξέρεις;
- Αυτά είναι μπόρντελινγκ, όχι μόντελινγκ!
ή
- Το πιπίνι σπουδάζει μάρκετινγκ!
- Ναι καλά, μπόρντελινγκ σπουδάζει!
Got a better definition? Add it!
Αυτός που κοιτάει πολλές, αλλά δεν παίρνει τελικά καμία. Χρησιμοποιείται κυρίως για ειρωνεία.
Με κυριολεκτική σημασία είναι αυτός που πηγαίνει με πουτάνες ή πάει σε μπουρδέλα και στριπτιτζάδικα.
- Ωχ μαλάκα, κοίτα αυτή την γκόμενα ρε. - Άντε, όρμα!!! - Μπα... Βαριέμαι! - Α ρε πουτανιάρη...
- Μαλάκα, ο Γιώργος πάει συνέχεια σε μπουρδέλα. - Α, τον πουτανιάρη!
Βλέπε και μπουρδελιάρης.
Got a better definition? Add it!
Ο «επιχειρηματίας» στον χώρο του αγοραίου έρωτα, ο ιδιοκτήτης δηλαδή οίκων ανοχής και/ή στριπτιτζάδικων.
- Είδες ο Τάσος Μπουγάς; Πλανητάρχης!
- Μόνο πλανητάρχης; Εγώ άκουσα ότι είναι και μέγας μπουρδελάρχης! Λένε ότι έχει καμιά δεκαριά μπουρδέλα και στριπτιτζάδικα...
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Χαρακτηρισμός που λέγεται για κάποιον που πηδιέται ασύστολα και κατά συρροή, πολλές φορές και λόγω επαγγέλματος. Περιγράφει την πράξη της συνουσίας όπου το πέος εισάγεται και εξάγεται στον κόλπο της γυναικός.
- Ρε Μάνο, η Πολυξένη τελευταία πολύ στην πένα κυκλοφοράει ναούμ... Ρούχα πανάκριβα, mercedes compressor και δε συμμαζεύεται... Τι δουλειά είπαμε ότι κάνει;
- Εισαγωγές-εξαγωγές ρε... καταλαβαίνεις τώρα...
- Απόλυτα!
Got a better definition? Add it!