Τεχνική της πεολειχίας: συνδυάζει κινήσεις στόματος και χειρός κατά τρόπον ώστε με κάθε ξεμπούκωμα του πέους να εκτελείται περιστροφική χειρομάλαξη με άνω ή κάτω φορά, προκειμένου να επιτυγχάνεται βέλτιστη ευχαρίστηση.

Η τεχνική αυτή ονομάζεται και «τσιμπούκι μπαγιονέ», λόγω της ημιπεριστροφής του χεριού στον κορμό του πέους, που θυμίζει το βίδωμα λάμπας μπαγιονέ με μισή βόλτα.

- Η Χ τραβάει κάτι στριφτοτσίμπουκα, άλλο πράμα!

(από Vrastaman, 20/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφέρεται ως «τσιμπουκλιόζα» το γκομενάκι το οποίο είναι βιρτουόζα στις πίπες και δή στα στριφτοτσίμπουκα (ή άλλως επονομαζόμενα μπαγιονέτ).

Πω ρε φίλε, αυτή η Χ κάνει κάτι πίπες!!! Πολύ τσιμπουκλιόζα σου λέω!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γκομενάκι καθήμενο σε σκαμπό μπάρας, έχοντας το ένα πόδι στο πάτωμα και το άλλο στο σκαμπό, κουνιέται μπρος-πίσω σε κίνηση που θυμίζει το κούνημα σε ερωτική συνεύρεση στα όρθια.

-Ρε φίλε! Κοίτα τη Βανέσα πως ζαχαρώνει το μπουφετζή! Α, τη σκαμπογαμιόλα!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η συνηθέστερη απάντηση που λαμβάνει κάποια κοπέλα, της οποίας της προξενεύουν ένα - κάτω του μετρίου εμφανισιακά - παλικάρι, στην ερώτησή της: «Είναι ωραίος;»

Γενικά, όταν ακούτε αυτή την απάντηση, ο τύπος επιεικώς δε βλέπεται. Σπανίως χρησιμοποιείται για να καλύψει άλλα κουσούρια -- χαμηλή ευφυΐα, ανύπαρκτο μορφωτικό επίπεδο κ.α.

Προφέρεται με τραβηγμένο το «κα-» στο «καλό» και το «δι» στο παιδί, ενώ ταυτόχρονα συνοδεύεται με κίνηση του χεριού που ξεκινάει από το ύψος της μύτης του ομιλητή/ προξενήτρας και ακολουθεί πορεία προς την πλευρά του αυτού χεριού με χαμήλωμα λίγων εκατοστών και την παλάμη στραμμένη πλάγια.

Παράδειγμα φανταστικό:
Λίλιαν: - Θέλω κάποια στιγμή να βγούμε, να σου γνωρίσω τον φίλο μου τον Θρασύβουλα.
Λάουρα: - Είναι ωραίος;
Λίλιαν: - Είναι κααααλό παιδίίί!
Λάουρα: - Α, κατάλαβα, μπάζο...

Παράδειγμα ιντερνετικό:
Η συγκεκριμένη φράση έχει ταυτιστεί με την έμμεση απόρριψη προς ένα υποψήφιο φλερτ ή μια σχέση. Θυμάμαι μάλιστα πως το σχόλιο που δεν ήθελα με τίποτε να ακούσω από τις φίλες μου για κάποιο δικό μου φλερτ ήταν πως αυτός φαινόταν «πολύ καλό παιδί». (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται έτσι μειωτικά το κόμμα ΔΗΜοκρατική ΑΡιστερά. Προκύπτει από αναγραμματισμό του ακρωνυμίου ΔΗΜ.ΑΡ., έτσι ώστε να μοιάζει με την λέξη ρημάδι.

  1. Τι ΔΗΜΑΡ τι ΡΗΜΑΔ! ΣΟΚ: Ο υποψήφιος του Κουβέλη (ΔΗΜ.ΑΡ) που φέσωσε όλη την αγορά. (Εδώ).

  2. - (η ΔΗΜΑΡ το έλεγε: ο σταλιν έχει πολλά ποδάρια)
    - σταλινοποδαρουσα…
    - ή αλλιως… η ΡΗΜΑΔ το ελεγε…
    καληνυστες! (Εδώ).

  3. Αφού χορτάσατε ένα κάρο θέσεις έμμισθες και «άμισθες» επί ΠΑΣΟΚ, σύμφωνα πάντα με το βιογραφικό σας που το έχετε κάνει φειβολαν, έρχεστε τώρα εδώ και καιρό και προβάλλετε αβέρτα τον όποιον ακτιβισμό σας. [...] Σας ταιριάζει πολύ η ΔΗΜΑΡ-ΡΗΜΑΔ. Εκεί θα βρείτε πεδίο δόξης λαμπρό. (Εδώ).

(από Khan, 18/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published

Εξ' ορισμού, ο χαρακτηρισμός πρέπει να εξαντλείται στο γυναικείο φύλο (άντρας και άκαυλος δεν συνάδει, διότι ως γνωστόν, όταν ο άντρας θέλει να πηδήξει...). Για του λόγου το αληθές, ρωτήστε τον Γούγλη ποιο γένος προτιμά και συγκρίνετε τα αποτελέσματα.

Αλλά ας γυρίσουμε στα της άκαυλης. Όπου, άκαυλη είναι αυτή που καυλώνει δυσκόλως.

Πρακτικά και συμπυκνωτικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι άκαυλη είναι κάθε γυναίκα που εφευρίσκει δικαιολογίες για να αποφύγει την σωματική επαφή. Σε αυτή την περίπτωση, για να καυλώσει (τρόπος του λέγειν), θα πρέπει να εξασφαλίσει πρώτα κάποιες ελάχιστες απαιτούμενες συνθήκες. Αυτές ποικίλουν από γυναίκα σε γυναίκα (πχ: απόλυτο έλεγχο επί του αρσενικού, σεβασμό και άλλα πειστήρια αφοσίωσης, αφρικανικών διαστάσεων εξοπλισμό, κτλ,κτλ..). Όχι σπάνια, μια άκαυλη γυναίκα μπορεί να προβάλει ένα αυστηρό διαννοουμενιλίκι που υποκρύπτει βεβαίως μια προσπάθεια υποκατάστασης της ακαυλοσύνης της από μία επίπλαστη εγκεφαλικότητα..

Το είδος που απαντάται πιο συχνά, είναι η άκαυλη γυναίκα που, αν και δίνει ευχαρίστως φίφα, ωστόσο δεν προσφέρει ποτέ το αιδοίο της για τα περαιτέρω. Απλώς συμμετέχει κατά το ήμισυ, έτσι για να ευχαριστήσει τον γκόμενο για την προσοχή που της έδειξε.

Δευτερευόντως υπάρχει και η άκαυλη γυναίκα που εξιτάρεται τηλεφωνικώς ή ιντερνετικώς με ευκολία, αλλά για συνάντηση από κοντά δεν το συζητά καν. Εδώ θα πρέπει να υποπτευθεί κανείς ότι είναι (ή αισθάνεται) κάπως σαύρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

α) ανάβω, εκπυρσοκροτώ, προκαλώ σπίθα ή μικρής κλίμακας έκρηξη.
β) λάμπω, ακτινοβολώ ή και ανακλώ τη λάμψη.

Μεταφορικά: έχω σπινθηροβόλο, διαπεραστικό βλέμμα.

Πιθανό να είναι ηχοποίητη λέξη (από το «τσακ» του τσακμακιού;) με καταγωγή από τη βόρεια Ελλάδα (ακουσμένη από τη γκατζιλάνδη) με πολλαπλές σημασίες.

Παγκοσμίως αναζητάται η ετυμολογική της προέλευση. καθώς συνδέεται νοηματικά με το τσακμάκι. αλλά το «τ» μετά το «κ» στο τσακτ- μπερδεύει και σπέρνει τη διχόνοια στους απανταχού σλανγκολόγους.

  1. Έγραψε κάποτε κάποιος : Τα όπλα είναι μηχανουργικά κατασκευάσματα (κομψοτεχνήματα) κι έτσι η ασφάλειά τους εξαρτάται από το χρήστη και μόνο. Αν λοιπόν δεν πατήσεις το γαργαληστήρι, ο πετεινός δεν τσακτάει το καψούλι… Εδώ.

  2. Kαλέ παιδιά στους ανεξάρτητους δώστε και κάνα χρωματάκι έτσι που να τσακτάει. Εδώ.

  3. …είδα τον θαλαμοφύλακα να βάνει τη διπλωμένη εφημερίδα ανάμεσα τα ποδοδάχτυλα του κοιμισμένου φαντάρου και με το τσάκτισμα του αναπτήρα να μεταβάλλεται σε «πυροφάνι», και το φαντάρο να ουρλιάζει… Εδώ.

  4. - Βαγγέλη το κοριτσάκι απέναντι έτσι όπως σε κοιτάει θα σε ματιάσει.
    - Ναι, την πήρα χάμπατις, τσακτάει όχι αστεία…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η λέξη όμως είναι συνηθέστερη ως βασιβουζούκοι / μπασιμπουζούκοι με σ κι όχι ζ.

Κατά λέξη σημαίνει χαλασμένο (bozuk) κεφάλι (baş).

Οι άτακτοι αυτοί εμφανίζονται σε ευρεία χρήση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ήδη από τον 15ο-16ο αιώνα και όχι τον 19ο.

Οι βασιβουζούκοι ήταν η αναλώσιμη δύναμη του σουλτάνου, οι άτακτοι που έτρεχαν πρώτοι στα τείχη και είχαν ως σκοπό να κουράζουν τους αμυνόμενους και να προετοιμάζουν την επίθεση των σπαχήδων.

(από Vrastaman, 18/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τύπος που στο παίζει μούρη για ό,τι κανονίσετε και διατείνεται πως όλα θα διαβούν καλώς.

Επίσης αυτός ο τύπος ανθρώπου έχει την τάση να υπόσχεται ενθουσιωδώς αγαθά που θα προσφέρει, ενώ όταν φτάσει η στιγμή που έχετε κανονίσει σου έχει ρίξει ήδη «Χ».

-Άσε ρε, μου είπε ο Γιώργος θα μας έβγαζε απόψε και τον παίρνω τηλέφωνο και δεν απαντάει.
-Καλά ρε μαλάκα με το Γιώργο κανονίζεις; Δεν το ξέρεις πως είναι Μουρούχιος;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μετάφραση της αμερικλανιάς long walk ή perp walk, η απόσταση δηλαδή που είναι αναγκασμένος να διανύσει ένας κατηγορούμενος ή κρατούμενος φορώντας (ή όχι) χειροπέδες, συνοδεία των αστυνομικών οργάνων προκειμένου να παρουσιαστεί στον ανακριτή ή να διαβεί το κατώφλι του σωφρονιστικού καταστήματος, κατά τη διάρκεια της οποίας είναι εκτεθειμένος σε κάμερες, φωτορεπόρτερ, και λοιπούς παριστάμενους που μάλιστα τον λούζουν και με διάφορα κοσμητικά. Αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για απόσταση ολίγων μέτρων, εντούτοις (του) φαίνεται ότι διαρκεί μια αιωνιότητα.

- Το περιπολικό μόλις πέρασε το κατώφλι των φυλακών και ο Άκης είναι έτοιμος για τη μακριά του βόλτα.

Η μακριά βόλτα του Άκη. Το παραληρηματικό μπινελίκωμα από παριστάμενο με αυθεντική λαϊκή φωνή, ξεκινά στο  0:33 (από allivegp, 17/04/12)To μακρύ ζεϊμπέκικο του DSK (από Vrastaman, 18/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified