Μεταφορά στην ελληνική σλανγκ της αγγλικής λέξης clue. Σημαίνει το πιο ενδιαφέρον σημείο, το πιο σημαντικό κομμάτι ενός συνόλου.

1) Αποκοιμήθηκα και έχασα το κλου της ταινίας γαμώτο!
2) Στην Αργεντινή των '80ς ο Μαραντόνα ήταν το κλου, όλοι σε αυτόν έδιναν τη μπάλα

Επίσης, χρησιμοποιείται και ως το σημείο κλειδί, το στοιχείο που επεξηγεί κάτι.

1) Το κλου του πόκερ είναι να μην ψαρώνεις!
2) Το κλου στην όλη ιστορία είναι ότι ο ήρωας αφηγείται ως νεκρός τη ζωή του, τι πρωτότυπο!
3) Προσπαθώ να καταλάβω γιατί ο Ιωάννης τα έχει πάρει σήμερα, δεν μπορώ να βρω το κλου των νεύρων του..

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η πολύ σοβαρή ερωτική σχέση σε αντίθεση με την επιπόλαια σχέση, τη σχέση του κώλου. Η σκέση χαρακτηρίζεται από μακρά διάρκεια και ισχυρό δέσιμο ανάμεσα στους δύο συντρόφους. Η μετατροπή του δασέος χ στο αντίστοιχό του διπλό κ υποδηλώνει την σοβαρότητα και την ένταση της έννοιας, κατά το άσχημος>>άσκημος, σχίζω>>σκίζω κτλ.

1)Έχω κάνει πολλές σχέσεις στη ζωή μου αλλά καμία σκέση, αχ πότε θα βρω τον πρίγκηπα..
2)- Η Κικίτσα έχει γκόμενο;
- Μόνο έχει; Αυτή έχει σκέση ρε, όλη τη μέρα με το γκόμενό της είναι..
3)Από αυτή τη παρέα τρεις έχουν σχέση, ένας είναι ελεύθερος και ένας είναι σε σκέση.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην εκλογοσλάνγκ το μπετό σημαίνει τον αριθμό σίγουρων ψήφων που πρόκειται να λάβει, βρέξει-χιονίσει, ένα κόμμα ή ένας υποψήφιος. Διακρίνεται από τον "αέρα", δηλαδή τις αβέβαιες ψήφους που παίζονται.

1) - Πώς θα πάμε στο χωριό μπάρμπα;
- Καλά παιδί μου, έχουμε 30 ψήφους μπετό.
2) - Έμαθα ο κυρ Κώστας κατεβαίνει για κοινοτάρχης και μπορεί να βγει.
- Ναι και μου είπε ότι έχει 100 μπετό και 10 αέρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη από την βαθιά αρχαιολογία της πολιτικής σλανγκ. Ασουφουσάριοι ήταν οι αριστεριστές μέλη των Αριστερών Σχημάτων Φοιτητών Σπουδαστών (ΑΣΦΣ) τη δεκαετία του '80 και πρόγονοι των σημερινών εαακιτών. Αρχικά λέγονταν Β'Πανελλαδικάριοι, επειδή προέκυψαν από διάσπαση της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος στη Β' Πανελλαδική της συνδιάσκεψη το 1979, αλλά από τα μέσα της δεκαετίας του '80 επικράτησε η εν λόγω ονομασία.

- Ρε είδα τον Τάκη τον ασουφουσάριο προχθές... Αγνώριστος, καλοντυμένος..
- Αναβαπτίστηκε και αυτός ε;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ερωτηματικό επιφώνημα που εκφράζει δυσπιστία με έναν τόνο ειρωνείας. Ακολουθείται συνήθως από ρητορική ερώτηση και χρησιμοποιείται με τόνο υποτίμησης.

1)- Πάμε για καμιά μπίρα;
- Ότι τι; Μεγάλωσες τώρα και θες και τσάρκες;
2) Ότι τι; Ότι θα μας νικήσετε στο μπάσκετ; Πηγαίνετε ρε για πλέξιμο..
3) -Έχω πολλή δουλειά σήμερα δεν μπορώ να σε δω..
- Ότι τι; Έγινες πολυάσχολος και καλά;

Κάποιες φορές δεν χρησιμοποιείται με ειρωνικό τόνο και εκφράζει γνήσια απορία.

- Με πήρε η Μαρία τηλέφωνο χθες..
- Ότι τι;
- Τίποτα για κάτι σημειώσεις με ήθελε

Βλ. και ότι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η λέξη που δηλώνει την ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στη νομιμότητα και την παρανομία. Αυτό σημαίνει ότι κάτι παράνομο/αντικανονικό στην πράξη δεν τιμωρείται ούτε διώκεται. Εξ ου και το επίθετο νομιμοπαράνομος/η.

1) - Ρε μη καπνίζεις μπάφο δημόσια, θα σε τσακώσουνε!
- Χαλάρωσε μαν, εδώ στη Καλαμάτα ο μπάφος είναι στη νομιμοπαρανομία!
2) Όλοι ξέρουν ότι το να διπλοπαρκάρεις σε αυτό το δρόμο είναι νομιμοπαράνομο. Μόνο εμένα γράψανε!
3) Μην δίνεις με το σταυρό στο χέρι πανελλήνιες! Αντέγραψε στις τουαλέτες! Οι επιτηρητές αφήνουν αυτή την νομιμοπαρανομία.

Σημειώνεται βέβαια ότι η λέξη καθιερώθηκε από τα μέλη του ΚΚΕ τη δεκαετία του '20 και του '30 με την αντίθετη σημασία, δηλαδή για να περιγράψουν τις περιόδους που το κόμμα ήταν μεν νόμιμο αλλά κυνηγιόταν σαν να ήταν παράνομο.

"Έπεσε ο Πάγκαλος αλλά δεν χαλαρώσαμε γιατί από την παρανομία περάσαμε στη νομιμοπαρανομία, όπως τη λέγαμε" (Από το "Αναμνήσεις από τη ζωή της ΟΚΝΕ", Αύρα Παρτσαλίδου, 1976, Σύγχρονη Εποχή)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παραφθορά της λέξης μήνυμα και συνδυασμός της με το μουνί/αιδοίο. Υποδηλώνει το μήνυμα SMS που γράφεται και στέλνεται για γκομενικούς και μόνο λόγους. Αν και τα σόσιαλ μύδια έχουν αλλάξει πολλά πράγματα τίποτα δεν συγκρίνεται με τη χαρά του να λαμβάνεις ένα μούνυμα.

1) - Τι λέει; Με το γκομενάκι πώς πάει;
- Πολύ καλά φίλος! Χθες όλη τη νύχτα ανταλλάζαμε μουνύματα!
2) Είδα το κινητό μου και χάρηκα επειδή είχε τρία μηνύματα.. μετά όμως ξενέρωσα γιατί κανένα από τα τρία δεν ήταν μούνυμα...
3) - Άσε με ήσυχο! Έχω να γράψω μούνυμα, πρέπει να συγκεντρωθώ!
- Πω τι γκομενίτσα που είσαι... Πάλι θα αναλύουμε τα μουνύματα της Γεωργίας;;

Δες και γύμνυμα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αρνητικός χαρακτηρισμός που συνδυάζει τους χαρακτηρισμούς ξινή και καριόλα. Ξινιόλα είναι η γυναίκα που συγκεντρώνει στο πρόσωπό της παράλληλα ξινίλα και δηθενιά με συμπεριφορά καριόλας. Ο συγκεκριμένος τύπος είναι πιο ύπουλος από την καριόλα, αφού δρα πιο κεκαλυμμένα. Εξωτερικά αναγνωρίζεται από την έφεση στο να ξινίζει την μούρη.

1) Νομίζω η Μάρα παίρνει άνετα το βραβείο της ξινιόλας... Μαλάκα το παίζει φίλη μας και μας σκάβει το λάκκο...
2) - Μα γιατί δεν τη συμπαθείς τη Γεωργία;;
- Έλα ρε είναι ξινιόλα η τύπισσα. Όλη τη μέρα μας μίλησε μόνο και μόνο για να μας πει πόσο ανώτερη είναι από εμάς...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο αντιπαθητικός τύπος που φορτώνεται σε μια παρέα χωρίς τα μέλη της παρέας να τον έχουν προσκαλέσει. Το φόρτωμα δεν αντιλαμβάνεται την αρνητική εναντίον του διάθεση και αυτοκλήτως ακολουθεί μία παρέα ή ακόμα χειρότερα την αντιλαμβάνεται και δολίως εξακολουθεί τον εισοδισμό του. Συχνά ο όρος αποδίδεται και σε κάποιον που κάνει χαλάστρα.

1) - Πάμε για μπίρα σήμερα;
- Πάμε, αλλά πρόσεξε μην το μάθει το φόρτωμα ο Μάκης και έρθει με το ζόρι..
2) Παιδιά να έρθω μαζί σας ή γίνομαι φόρτωμα;
3) Και κει που πήγαινα να στριμώξω τη Μερόπη με πιάνει το φόρτωμα ο Μάκης και αρχίζει το μπίρι-μπίρι, ώσπου την έκανε η γκόμενα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ανδρικό πέος στην πελοποννησιακή σλανγκ. Διακρίνεται από τα κρεμαστάρια που σημαίνουν τους όρχεις. Δημιουργική υπογράμμιση της ιδιότητας του πέους να κρέμεται όταν το ανδρικό σώμα είναι όρθιο. Στην αιτιατική ενικού και στη γενική πληθυντικού παίρνει την απαραίτητη εύηχη αύξηση -νε (τον κρεμαστόνε, των κρεμαστώνε).

1) Έφαγα μια γερή κλωτσιά στη μπάλα και με πονάει ο κρεμαστός μου!
2) Τόση ώρα σου μιλάω και δεν απαντάς.. Σταμάτα να με γράφεις στον κρεμαστόνε σου πια!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified