Καρακλασική έκφραση που σημαίνει ότι αδιαφορώ τελείως για κάποιον, τον περιφρονώ, και κυρίως αδιαφορώ για υποδείξεις, συμβουλές, προτροπές, νόρμες, κανόνες.

  1. Ποιο σύστημα; Τους γράφω στα αρχίδια μου. Το σύστημα δε με αντέχει εμένα, το έχω χακάρει. Τώρα προσπαθεί να με αγκαλιάσει, τώρα που βλέπει ότι δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. (Εδώ).
  2. Στ' αρχίδια μου γράφω τους νόμους. (Εδώ).
  3. Άνδρας των ΜΑΤ: "Τον γράφω στα αρχίδια μου τον Υπουργό". (Εδώ).

Σωστή χρήση

Λίγο πιο εύσχημο είναι το γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια, ενώ το γράφω στα αρχίδια μου έχει δώσει το έναυσμα για τις παρακάτω εκφράσεις:

"Στ' αρχίδια μου τον γράφω τον Αρούλη, σύνθημα του ΠΑΟΚ"

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μικροαστός που έγινε μικροαστείος...

Ζωούλα. Σπιτάκι. Δουλίτσα. Γυναικούλα. Αντρούλης. Παιδάκια...

Όλα αυτά τα ‘-άκια’ και τα ‘-ούλια” της ντροπής. Όλα τα υποκοριστικά της μιζέριας, της ψυχικής ένδειας, ανθρωπ-ΑΚΙ της συμφοράς.

Ρίξτε μια ματιά στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες που τόσο αγαπάμε. Δείτε πιο προσεχτικά τις αρχές και στις αντιλήψεις που πρεσβεύουν οι χαρακτήρες: Να βρουν μια δουλίτσα, να παντρευτούν το κορίτσι τους, να είναι ‘νοικοκυραίοι’, να κερατώσουν αλλά να μην χωρίσουν το στεφάνι τους, να προστατέψουν την παρθενία της κόρης, να πετάξουν στο δρόμο την ‘ατιμασμένη’, να καταδικάσουν το ‘μπάσταρδο’, να αποκληρώσουν, να διώξουν, να κλείσουν την πόρτα κατάμουτρα. Για να μην την ξανανοίξουν ποτέ πια. Κι ας πάει το παιδί τους άκλαυτο. Σαν το σκυλί στο αμπέλι.
Αυτές οι ταινίες δεν έπεσαν από το πουθενά. Αυτές αντικατοπτρίζουν τις ‘αρχές’ κι αξίες ενός άθλιου μικροαστισμού. Που στην ήπια μορφή του μεταφράζεται σε ‘κοινωνική αδιαφορία’. Και στην ακραία μορφή του σε εγκληματική ενέργεια.

► «Ονειρεύομαι τη μέρα που τα σκυλάδικα θα μείνουν άδεια και οι πολιτικάντηδες ομού με τους μισθωτούς επαναστάτες, άνεργοι. Τότε θα δεις την επανάσταση που σου αξίζει»

► «Φιλαράκι, μήπως έχεις ένα ευρώ να διορίσω κάνα δημόσιο υπάλληλο που του το'χω τάξει;»

♪♫ Ρέκβιεμ, ο παιάνας του μικροαστείου μικροαστού

1.
Προσοχή στο κενό μεταξύ Μικροαστείων και Μικροαστών

2. επίσης καθόλου τυχαίο ότι οι μικροαστοί λένε μικροαστεία

3. Οι «άντε ρε τους παλιοπουσταράδες παρασύρουν τα παιδιά μας» έγιναν «κρίμα αυτοκτόνησε το παλικάρι, όλα απ'το θεό είναι». Ψόφος μικροαστείοι

4. τέτοιοι δεν αξίζουν στο χέστη μικροαστείο ψηφοφόρο;

5. Καριόλες ανεξαρτήτως φύλου υπέρμαχοι του «free market» και του «laissez-faire» δήθεν opinion makers. Μικροαστεία ανθρωπάκια. Πίσω ρουφιάνοι.

6. -α και ταλιμπάν τραγόπαπες δε θέλω να πληρώνω. Εσύ που μιλάς για άχρηστους ΔΥ, πότε τα έβαλες με τους μπάτσους, τους παπάδες, τους δικαστές;
-Ρε δε ντρέπεσαι να θίγεις τα ιερά των μικροαστείων;

7. Αντί να αντιδράσω, κάθομαι στο τουιτερ και γράφω αστεία. Μικροαστείος

(από soulto, 25/03/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Θέμα που υπό κ.σ. ενδιαφέρει ανθυποσύνολο της επιστημονικής κοινότητας των λεπιδοπτερολόγων, γίνεται -αλίμονο- συνώνυμο της ασημαντότητας, της ακυρίλας και άξιο για κατευθείαν σύνδεση με Κάιρο.
Προσφέρεται ακόμη για να πετάς την μπάλα στην εξέδρα/ μνήματα ή να παθαίνεις αιφνίδια και κατά βούληση έκπτωση εγκεφαλικής λειτουργίας (άι κιου ραδικιού/ κατσικιού), κοινώς να κάνεις τη μπάμια, νομίζεις οτι σε συμφέρει γιατί.
Είναι κι η άχρηστη πληροφορία της ημέρας.
η μεταμόρφωση της πεταλούδας

  1. Προτιμώ να διαβάσω για την αναπαραγωγή της κάμπιας παρά κοέλιο ΕΔΩ
  2. αυτος ο μαραθωνιος εχει τοσο ενδιαφερον οσο και ενα ντοκιμαντερ για την αναπαραγωγη της καμπιας #dwts5 ΕΔΩ
  3. Δεν θέλει να μιλάμε για "λαθολογία" ο μπούρδας. Ε καλά να μιλήσουμε για την αναπαραγωγή της κάμπιας #ERTdebate2015 ΕΔΩ
  4. Όταν απέλυσαν τους χιλιάδες ιδ. υπαλλήλους κ έκλεισαν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα η #ERT μετέδιδε ντοκιμαντέρ για την αναπαραγωγή της κάμπιας ΕΔΩ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φράση ισοδύναμη της αρχίδια μάντολες, ασήμαντα πράγματα, τρίχες.

- Περιμένεις τίποτα από τον Γιωργάκη;
- Μπομπόλια μάντολες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση οξύμωρη και σουρεαλιστική που δηλώνει ότι ο/η χαρακτηριζόμενος /-η ως παγκοσμίου φήμης άγνωστος (εφεξής π.φ.α.) είναι ολότελα άγνωστος πλην εκείνου που επικαλείται το όνομα ή τα επιτεύγματά του.

Η χρήση της έκφρασης αυτής αφορά ανθρώπους που προβάλλονται οι ίδιοι ή μέσω τρίτων ως άτομα κύρους, υψηλής εξειδίκευσης και δεξιοτεχνίας, που όμως ο ανταγωνισμός, η άγνοια του κόσμου, η προπαγάνδα, ή η άδικη μοίρα βρε αδερφέ τους καταδίκασε να μένουν στην αφάνεια και στα μετόπισθεν της ιστορίας. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν σε όλους τους τομείς και όλα τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως π.χ. ποδοσφαιριστές από τον Κεραυνό Άνω Μουσουνίτσας (ή τον αντίστοιχο του σε άλλη χώρα) που παίρνουν μεταγραφή για να φέρουν την ομαδάρα στην κορυφή του τσάμπιονς λιγκ, καλλιτέχνες (συγγραφείς / ποιητές / ζωγράφοι / σχεδιαστές κλπ κλπ κλπ) που τους έφαγε το χαμηλό αισθητικό κριτήριο και η έλλειψη παιδείας του κόσμου (συν τα [συμπληρώστε] συμφέροντα), διδάκτορες και ακαδημαϊκοί απ' το πανεπιστήμιο του Πούτσεστερ με πέιπερς που θα είχαν φέρει την επανάσταση στην οικονομική θεωρία αλλά τους φάγαν τα ακαδημαϊκά συμφέροντα, ή μουσικοί που άμα τους είχε υπογράψει η δισκογραφικάρα θα έπαιζαν τώρα headliners στο Wacken και τώρα παίζουν μια φορά τον χρόνο στο φεστιβάλ του Δήμου (αλλά έτσι και πιάσουνε χίλια λάικ στο φουμπού θα μας δείξουν τι εστί τρού μέταλ) κ.ο.κ.

Ενδέχεται βέβαια -αρκετές φορές για την ακρίβεια- οι π.φ.α. να είναι μια χαρά παιδιά και νορμάλ άνθρωποι που απλά έχουν πέσει θύματα κακού PR ενώ οι ίδιοι δεν έχουν καμία σχέση με το χαμό ή το παιχνίδι που γίνεται γύρω από το όνομα τους. Δεν αλλάζει βέβαια κάτι, αλλά αντιθέτως εμποδίζει ακόμη περισσότερο το να τους πάρει κανείς στα σοβαρά.

Χρησιμοποιείται ειρωνικά ως συνώνυμη με εκφράσεις τύπου δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του (ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας του) ή δεν υπάρχει ούτε στο google και άλλες συναφείς εκφράσεις.

  1. Δεν φταίω εγώ. Με συνήθισαν οι διοργανωτές χρόνια ολόκληρα στην Τουρκοφαγία, την Αλβανοφαγία, την Σκοπιανοφαγία και κάθε άλλους είδους ημι-κανιβαλιστική καμπάνια τους, όπου ο καλός Έλληνας κατατρόπωνε τον (αιμοσταγή ενίοτε) κακό ξένο.Φυσικά σε όλες τις περιπτώσεις, ο κακός ξένος (τον οποίο διέλυε ο Ελληνάρας αθλητής) ήταν παγκοσμίου φήμης... άγνωστος. Ακόμη και σήμερα αν ρωτήσετε τους αθλητές μας, δεν θυμούνται ούτε τα ονόματα των αντιπάλων αυτών. Το σιχάθηκα αυτό. (Από εδώ)

  2. Είσαι ο παγκοσμίου φήμης άγνωστος Giuseppe Papadopulo, το όνομα σου δεν ακούστηκε ποτέ για τον ΠΑΟΚ, και μας λες, ότι μας απέρριψες γιατί δεν είσαι έτοιμος να πας στο εξωτερικό ; Πραγματικά, απορώ απο που σε ξέθαψαν εσένα... (Από εδώ)

  3. Απο μεταγραφές... οι παγκοσμίου φήμης άγνωστοι Μπαρκαουάν, Γκονζάλεθ, Ρεμπόσιο, Σεγκάρα, έγιναν γνωστοί μόνο και μόνο επειδή το ρουμάνικο alter ego του Αναστασιάδη, o Ίλιε Ντουμιτρέσκου τους έψησε να έρθουν στον ΠΑΟΚ την μέρα που οι υπόλοιποι παίκτες της ομάδας απεργούσαν και έκαναν προσφυγές. Οι πιθανότητες να βγούνε καλοί είναι λιγότερες απο τις πιθανότητες να είναι οι παίκτες στους οποίους ο δικέφαλος του βορρά θα χρωστάει του χρόνου. Βέβαια, αποκτήθηκαν και οι Τόργκελε, Χαραλαμπίδης και Τσίγγας, παίκτες εγνωσμένης αξίας, αλλά τι αξίας... (Από εδώ)

  4. Η Kim Kardashian από την άλλη, είναι μια παγκοσμίου φήμης άγνωστη μαϊντανός. Σκεφθείτε κάτι σαν τη δική μας Τζούλια Αλεξανδράτου σε μελαχροινό. (Από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σε ένα ποίημά του για μια αγαπημένη γυναίκα, ο Σεφέρης γράφει: «Για μια Ελένη, για ένα άδειο πουκάμισο». Το άδειο πουκάμισο (και η Ελένη που εδώ δεν απασχολεί), σημαίνουν ότι το νόημα της ζωής είναι το κενό, η φθορά και το απατηλό (οι άγγλοι χρησιμοποιούν την παπαριά: elusive).

Η φράση «άδειο πουκάμισο» έχει έκτοτε αυτονομηθεί και χρησιμοποιείται δίκην κυριολεξίας και εσφαλμένα για να περιγράψει και το χαμένο κορμί, τον τιποτένιο / ουτιδανό, αυτόν που δεν έχει μπέσα / άντερα (βλ.τελευταίο παράδειγμα).

Σύνοδος Ευρωζώνης: Θριαμβολογίες για ένα άδειο πουκάμισο. (από εδώ)

Η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης θα ήταν θετική εξέλιξη, αλλά χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για «άδειο πουκάμισο». (από εδώ)

Ανάπτυξη χωρίς απασχόληση είναι ένα άδειο πουκάμισο. (από εδώ)

Μη ξεχνάς ότι για μιά καραπουτανάρα, για ένα άδειο πουκάμισο, σφαζόσαντε οι Αχαιοί με τους Τρώες επί 10 χρόνια, σε ένα πόλεμο που δε θα κράταγε πάνω από που δε θα κράταγε πάνω από ένα μήνα αν δεν ερχόσαντε στα μαχαίρια Αχιλλέας κι Αγαμέμνονας για χάρη μιας άλλης πουτάνας. (από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εξαιρετικά σλανγκενεργό έντομο. Ας δούμε ορισμένα:

  1. Αυτός/ή, κοπέλα συνήθως, που φορά μεγάλα γυαλιά- μάσκα, που καλύπτουν μεγάλο μέρος του προσώπου, και τον/την κάνουν να μοιάζει με μύγα, η οποία έχει τεράστια μάτια στο λιλιπούτειο κεφαλάκι της. Η τοιαύτη μύγα, αν είναι κοντός-ή λέγεται μυγόφτυμα. Τα γυαλιά αυτά λέγονται και πούλμαν, αν δε τα φοράει μπάζο λέγονται μπαζοκρύφτης ή μπαζοκόφτης.

  2. Κάποιος ενοχλητικός, ο οποίος μας μυγιάζει, δηλαδή μας ενοχλεί όπως μια επίμονη μύγα. Βλ. και έκφραση όποιος έχει την μύγα μυγιάζεται , δηλαδή ενοχλείται όποιος έχει λόγο να ενοχληθεί. Αυτός που ενοχλείται, αλλά για ασήμαντους λόγους είναι ο μυγιάγγιχτος. Η μύγα ως ενοχλητικός άνθρωπος λέγεται ενίοτε και μύγα του Βαρεμένου, ύστερα από το επεισόδιο του δημοσιογράφου με την μύγα στον αέρα.

  3. Κάποιος ανάξιος λόγου, ουτιδανός. Βλ. και μυγόχεσμα, μυγοκούραδο, έκανε κι η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο, δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του, η αράχνη έπιασε δυο μύγες, θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι, βγάζω από την μύγα ξίγκι ή εκ του αντιστρόφου άλα πούτσα το μυγάκι, γενναία μύγα.

  4. Κάποιος που ασχολείται με πράγματα που βρωμάνε. Πρβλ. χιλιάδες μύγες τρων σκατά, λες να κάνουν λάθος;

Δες επίσης βαράω μύγες, μυγάκια, μυγαμήσω, μύγα μήσω, μυγαπίξελ, μυγομάνι, μυγορακέτα / φλάϊ κίλλερ, σπαριλόμυγα, χεζόμυγα, χρυσομυγί. Ακόμη σαν την μύγα μες στο γάλα = κάποιος που δεν ταιριάζει στο περιβάλλον του. Μύγα σε τσίμπησε; = όταν η συμπεριφορά κάποιου είναι ανεξήγητα κακή. Κλείστο θα μπει μύγα = όταν κάποιος έχει το στόμα του πολλή ώρα ανοιχτό επειδή χασμουριέται ή βαριέται.

  1. Πολύ σέξι η πιπινέζα, τρελό μπουστάκι, αλλά μ' αυτά τα γυαλιά είναι σκέτη μύγα! Και το χρυσομυγί το φόρεμα τι τό 'θελε;

  2. Τα Wikileaks και η μύγα (Δες).

  3. Από τη μύγα ψήφους επιχειρούν να βγάλουν οι κυρίαρχοι του δικομματισμού ενόψει εκλογών. (Ρίζος).

  4. Οι δύο κατηγορίες ανθρώπων: Η μύγα και η μέλισσα. (Δες).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ασήμαντος και παντελώς άγνωστος, πιθανόν και ανύπαρκτος!

Συνδυασμός των υπερβολικών «γνωστός κινέζος (άντε να γίνεις γνωστός στην Κίνα)» και «γνωστός περιπτεράς (ψιλό - αντίθετες έννοιες, αφενός λόγω του αριθμού των περιπτέρων, αφετέρου λόγω του ότι δύσκολα κάποιος περιπτεράς είναι γνωστός - διάσημος)».

  1. Χαρακτηρισμός του «πατέρα» κάποιου λήμματος ή έκφρασης, ο οποίος είτε είναι παντελώς άγνωστος, είτε... «γάμησε τα» για να τον θυμηθείς!
    - Το να τραβάει κάποιος όπλο, είναι από μόνο του εξαιρετικά επικίνδυνο!
    - Εννοείται! Όπως είπε και γνωστός κινέζος περιπτεράς «These things have a bad habit of going off very easily».

  2. Χρησιμοποιείται για να προσβάλλει την αξιοπιστία των επιχειρημάτων κάποιου, όταν ταυτίζουμε τα επιχειρήματα αυτά με τις πλήρως ασήμαντες ρήσεις γνωστού κινέζου περιπτερά.
    - Κι εγώ σου λέω Ανδρέα ότι σε 10 χρόνια η στάθμη της θάλασσας θα έχει ανεβεί τόσο, που ο μισός Πειραιάς θα είναι υποθαλάσσιος.
    - Βέβαια, το έχει πει και γνωστός κινέζος περιπτεράς!!!

(από Vrastaman, 15/01/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνώνυμο του ατόμου με τάση να τρώει ξύλο από τους άλλους αδιαμαρτύρητα, του κακομοίρη καρπαζοεισπράκτορα.

Προκύπτει από τον μικρόσωμο ηλικιωμένο συμπρωταγωνιστή του Benny Hill, (κατά κόσμον Jackie Wright), ο οποίος σε κάθε επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς «The Benny Hill Show» έτρωγε μπόλικες γρήγορες ψιλές στο καραφλό του κεφάλι από τον πρώτο και μάλιστα με το φιλμ να παίζει σε πολλές στροφές.

- Το βλέπεις εκείνο κει το ντούκι απέναντι;
- Ναι, τι;
- Στο σχολείο που τον είχαμε ήταν σαν το γεράκο του Μπένυ Χιλλ. Μέχρι που του τη βάρεσε μια μέρα και πλακώθηκε στα κικμπόξ και τις κρεατίνες και στο τέλος μας έδειρε όλους μόνος του...
- Πίκρα...

Ο Jackie Wright (από Jonas, 21/10/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τυχάρπαστος. Ο ένας και ο άλλος. Αδιάφορο ποιος είναι αυτός. Συνήθως φανερώνει ενόχληση ενώ συχνά αν δοθεί έμφαση στο δείξε χαρακτηρίζει κοσμική συγκέντρωση (ημι)celebrities.

  1. - Πώς πήγε η μέρα Μάκη μου;
    - Χάλια γυναίκα... Με τα 'πρηξαν σήμερα. Η μάνα μου, η μάνα σου, ο Αντώνης, η Ριτσα, ο πήξε, ο δείξε... Άλλη δουλειά δεν είχαν να κάνουν;

  2. - Καλό το πάρτυ που πήγες χτες, Μικέ;
    - Α Νώντα μου, σούπερ... Όλος ο καλός ο κόσμος ήταν εκεί... Ο Κωστας Σόμερ, ο Ερρίκος Πετιλόν, η Βάνα Μπάρμπα, ο πήξε, ο δείξε... όλοι εκεί σου λέω... έχασες που δεν ήρθες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified