Η πουτάνα (η κανονική) ή, η πηδιόλα γυναίκα.

Χαρχάλα κυριολεκτικά (στη Δ.Κρήτη τουλάστιχον) είναι η σφεντόνα (ετυμολογία δεν ξέρω), που με το χαρακτηριστικό της σχήμα θυμίζει τη γυναίκα που έχει αϋπνίες.

Με ένα σερτς διαπιστώνω ότι χαρχάλα λέγεται και

α. το προϊόν (πχ κινητό) μπακατέλα, αλλά και...
β. το βελανίδι που μαζεύεται το φθινίπωρο... [;].

Επίσης η λέξη πρέπει να χρησιμοποιείτο και από τους Ρεμπέτες (βλ. παράδειγμα 2).

Στην Κρήτη λέγεται και σήμερα, είναι πολύ εύχρηστη.........

  1. - Μωρή χαρχάλα, και το Μανώλη και το Στρατή και το Μανούσο....δεν έχεις αφήσει άντρα για άντρα...

2.- Ετοιμάζω ένα βιβλίο 500 σελίδων για τον Τσιτσάνη. Δεν σημαίνει ότι τον εξιδανικεύω. Ήταν κι αυτός μουτράκι…Πολλοί νομίζουν ότι ο ρεμπέτης είναι τόσο μεγάλο ιδανικό, ώστε αν αξιωθείς να πάρεις άντρα ρεμπέτη θα είναι ο σπουδαιότερος. Κι αν πάρεις ρεμπέτισσα -χαρχάλα και κουφάλα- θα ΄ναι η σπουδαιότερη. Στυλιζαρίσματα και τυποποιήσεις…Μακριά από μας.

από συνέντευξη του Ντίνου Χριστιανόπουλου, εδώ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η χανιώτισσα ψώλα. Ο όρος ουσιαστικά αναφέρεται σε όλες τις γκόμενες που κατάγονται και ζουν στα Χανιά Κρήτης.

- Άντε μωρή χανιώλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(κρητική διάλεκτος)
Στον κώλο σου.

Φτερνίζεται κάποιος και του λέει ο διπλανός «φιου σου»!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ρήμα που παράγεται από τό τσόκαρο > τσούκαρο (κατα το τρόμπα > τρούμπα) και ιδίως απο τον ήχο πού κάνουν κατα τό βάδισμα, εκείνο το ξερό στακάτο τακ -τακ. Εννοείται οτι μιλάμε για τα αληθινά τσόκαρα που φορούσαν οι πλύστρες το πάλαι και όσοι - όσες είχαν να δουλέψουν σε νερά, να πατήσουν σε λάσπες και βρωμιές και όχι τα ανατομικά του Dr. Scholl (που κι αυτά, άμα φαγωθεί η σόλα, έτσι τσουκαράνε). Πρβλ τα cloggs στη Ολλανδία κι εκείνα τα ταβλάκια με τις δυό τραβέρσες στην άπω ανατολή.

Το ρήμα τσουκαράω / τσουκαρίζω χρησιμοποιείται για:

  1. Να περιγράψει κάθε ξερό επεναλαμβανόμενο χτύπο ( όχι απαραίτητα ρυθμικό).

    i. Έριξα τα κουτιά με το γάλα (κονσέρβες) χύμα στη μπαγκαζιέρα και τσουκαρούσαν σ' όλο το δρόμο.
    ii. Όταν βρέχει, βγαίνω στο μπαλκόνι κι ακούω τη βροχή να τσουκαράει στούς τσίγκους.

  2. Χτύπημα εκούσιο ή ακούσιο ή και πτώση, αρκεί να είναι ξαφνικό (= απροειδοποίητο)

    i. Εκεί πού μιλούσε η Ρίτσα κι είχε αρχίσει να ροπιάζει, της τσουκαράει ο Κώστας ένα σκαμπίλι κι είδε το Χριστό φαντάρο.
    ii. Πρόσεχε με το μηχανάκι τώρα που 'βρεξε, μην τσουκαρίσεις σε κάνα τοίχο κι έχουμε κι άλλα.
    Πάνω στο χορό χλωμιάζει και τσουκαράει κάτω.

  3. Συνοπτική περιγραφή συνουσίας

    Της τον τσουκάρισα πίσω από το σπιτάκι του κήπου και δεν έβγαλε κιχ.

Εν χρήσει (περιορισμένη πια, μην μας πούνε και χωριάτες) στη Χίο (για αλλού δεν ξέρω, ίσως).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κρητική version του της πουτάνας που χρησιμοποιείται κατά κόρον από μη Κρήτες και τείνει να αυτονομηθεί εκ της Νήσου.

Αλιεύματα εκ του διαδικτύου:

- ΕΠΑΕ ΤΣΙ ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΘΑ ΓΕΝΕΙ!!!

- Εδώ γίνεται τσι πουτάνας και μυρωδιά δεν πείραμε

- Τσι πουτάνας θα γίνει εκείνη τη μέρα ααχαχαχαχαχαχαχαχαχ (Mes;)

- !shocked! !shocked! !shocked! abraam: ελα ελααααα, θα γινει τσι πουτ@νας! /jumper/. Τίγρης: ωπα-ωπα .....εγινε τσι πουτανας ;sohappy; ;sohappy; ;sohappy;.

(από MXΣ, 08/08/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οι ταξιδιάρικοι σλάνγκοι γνωρίζουν πληθώρα επινοημένων σλανγκοτοπωνυμίων όπως: το αρχοντικό Λέτσοβο, τα ευωδιαστά Δρυμίκλανα, το διάσπαρτο με αγκωνάρια Κουραδόκαστρο, την αχαρτογράφητη Ίφκινθο (που όμως σαν τη Χαλκιδική δεν είναι), την ηρωική Κωλοπετεινίτσα, κ.ταλ.

Δράττομαι λοιπόν της ευκαιρίας να απανθίσω και ορισμένους σλανγκοτόπους που απλά δεν υπάρχουν:

  • Βοϊδοπνίχτης, χείμαρρος που κατέβαινε από το Λυκαβηττό,%
  • Βουρλοπόταμος, η σημερινή Αμφιθέα,%
  • Βρωμολίμνη, η λίμνη Βουλιαγμένης,%
  • Βυζάκια, χωριό @ Κύπρο,%
  • Βωβούπολη, περιοχή του Αμαρουσίου επί της Λ. Κηφισίας,%
  • Γαμισιανά, χωριό @ Τρίκαλα,%
  • Γκαζοχώρι, το Γκάζι,%
  • Γκαντζολία, ο Έβρος,%
  • Γκασμαδία, Λήμνος και Μυτιλήνη,%
  • Ελλαδιστάν, Φραπεδιστάν, Κοκκαλιστάν Ψωρολακόσταινα, Ψωρογιώργαινα, κλπ, η Ελλάδα,%
  • Καγιενοχώρια, χωριό Άρμα (Θήβα),%
  • Καρντασούπολη, η Θεσσαλονίκη,%
  • Κλειτορία, χωρίο @ Ν. Αχαΐας,%
  • Κωλοσούρτης, επικός δρόμος μεταξύ Μύλων και Αχλαδόκαμπου,%
  • Λ.A., Λεκανοπέδιο Αττικής, Λιός Άντζελες (Λιόσια), Λεωφόρος Αλεξάνδρας, Λά-ρισα,%
  • Μανχάνιαν, τα Χανιά,%
  • Λιμένας Μουνιχίας, το Τουρκολίμανο Μικρολίμανο στον Πειραιά,%
  • Μαρτυριάρικη Μεγαλόνησος, η Κύπρος,%
  • Μερέντα, περιοχή @ Μαρκόπουλο,%
  • Μιναρούπολη, η Πάτρα%
  • Μοσκατό, το Μοσχάτο,%
  • Μουνάδι, τοπωνύμιο @ Τήνο,%
  • Μουνόκωλος, τοπωνύμιο @ Μάνη,%
  • Μουνοπλύτης, τοπωνύμιο @ Αμοργό,%
  • Μουνοθώρι, τοπωνύμιο @ Φούρν.,%
  • Μουνοστήθι, τοπωνύμιο @ Αττική,%
  • Μποστάνια Αράπικα, οι Τζιτζιφιές,%
  • Μποχαλία, η Κως,%
  • Ουγκάντα, η Σάμος,%
  • Πάπαρι, χωριό @ Αρκαδία,%
  • Πήδημα, χωριό @ Μεσσηνία,%
  • Πίτσουν-σίτυ, το Περιστέρι,%
  • Πόρτο Λούγκρα, γνωστό πουστολιμανάκι @ Βουλιαγμένη,%
  • Σίλικον Βάλεϋ, Οδός Στουρνάρη,%
  • Σκατούπολη, παλιό παρατσούκλι της Καλλιθέας,%
  • Συκαρία, η Μύκονος%
  • Τζιαμάικα, η Τζιά%
  • Της Γριάς το Πήδημα, παραλία @ Άνδρο, πρώην ρέμα @ Βύρωνα,%
  • Τσαμπικονήσι, η Ρόδος,%
  • Τυρίκαλα, τα Τρίκαλα,%
  • Πούτσαρη, τοπωνύμιο @ Θεσσ.,%
  • Πουτσόβρυση, τοπωνύμιο @ Μακεδονία,%
  • Πουτσικάκι, τοπωνύμιο @ Ιθάκη,%
  • Τζιβιτζιλοχώρια, Ερεσός.%
  • Φραπεδούπολη, η Θεσσαλονίκη (μη πάει ο νους σας στο κακό!),%
  • Χεζολίθαρο, περιοχή μεταξύ Μεταξουργείου και Κεραμεικού,%
  • Χεζοπόταμο, παλιό ρέμα εκεί που σήμερα βρίσκεται η Οδός Βουκουρεστίου,%
  • Χουνταλέικα, Αργολίδα.

Πηγές: Μαρία Βραχιονίδου, «Οι ονομασίες των γεννητικών οργάνων στα νεοελληνικά ιδιώματα και διαλέκτους», Selected Papers (Democritus University of Thrace, 2012), εδώ, και το νέτι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δηλαδή «τη γάμησα». Tγάμσαμι = «το γαμήσαμε». Άλλη μια έκφραση του ... βουνού και της στάνης, που όμως απαντάται και σε σαλόνια.

Bλ. και ζγκατάψυξ, γκζέντσα.

Αμάν, τγάμσαμι τη μάνα.

(από iwn, 24/11/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η αμοιβαία χειροκίνητη ευχαρίστηση μεταξύ αντρών με τα χέρια τους σε στάση χιαστί. Πιο απλά: τα παλικάρια βρίσκονται δίπλα καθιστοί και τα χέρια τους διασταυρώνονται κατά την χειράντληση σπέρματος που κάνει ο ένας στον άλλο.

Προφανώς από τις λέξεις σταυρός + μινάρω (μαλακίζω). Από Πατρινό την άκουσα.

- Νικολάκη, μιας και περιμένουμε εδώ τόση ώρα δίπλα, δεν αφήνουμε τα τυπικά να κάνουμε καμιά σταυρομιναριά, να γουστάρουμε, να περάσει και η ώρα;

(από Vrastaman, 29/01/10)ordo ad fratres faciendum - παρ\' ημίν αδελφοποίησις και πιο πρόσφατα μπρατίμια ή βλάμηδες. Οι Αρβανίτες εν Αχαΐα δεν σπανίζουν... (από HODJAS, 29/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το μουνί, στα Κυπριακά. Προφέρεται sheestos, και πιθανότατα να ετυμολογείται από την λέξη σχισμή.

Βλ. επίσης: πούττος.

«Κανείς δε μιλάει στη γυναίκα μου έτσι! ΘΑ ΤΟΝΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΤΟ ΜΑΛΑΚΑ, ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΙΣΤΟ ΜΟΥ ΓΑΜΩ, ΠΟΥΝ' ΤΟΣ Ο ΜΑΛΑΚΑΣ, ΠΟΥΝ' ΤΟΣ;» (Καλαμαρίστικη απόδοση κυπριακού θυμού εξεφραζόμενου με λέξεις.)

«Κανένας εν μιλά στη γενέκαν μου έτσι. Εν να τον ισκοτώσω τον μαλάκαν γαμώ τον σσιήστο μου γαμώ. Πούν' τον μαλάκα, πούν' τον;» (Πιστή απόδοση του πιο πάνω θυμού στα κυπριακά –εκτός αν ο Κύπριος άρχισε να καλαμαρίζει για να τον καταλαβαίνει η γκόμενα και να μην ξενερώνει στο κρεββάτι).

(Από δαμέ)

(από jesus, 29/06/09)παίζει γαμωτζαζ; (από BuBis, 26/08/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η μαλακία στα Σουηδικά. Χρησιμοποιείται πολύ από Έλληνες της Σουηδίας.

Σχετικά:
ρουνκουργώ: τραβάω μαλακία
ρουνκουργός: αυτός που κανει ρούνκα

  1. Βασίλη, είχες καλή ρούνκα σήμερα;

  2. (αντί για αντίο όταν αποχαιρετάμε κάποιον):
    - Καλή ρούνκα να 'χεις.

  3. Σας αφήνω τώρα παιδιά, έχω κάβλες και πάω να ρουνκουργήσω.

  4. Έλα ρουνκουργέ, τι κάνεις;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified