Further tags

Αγκλέουρας είναι ένα φυτό, που η επιστημονική του ονομασία είναι ελλέβορος και ανήκει στα δικοτυλήδονα βατραχοειδή.

Το φυτό αυτό έχει παράξενες ιδιότητες. Όταν το μυρίζεις, σου προκαλεί κάτι σαν ναυτία κι έχει μια περίεργη πικρή γεύση και στυφή μαζί. Χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς. Δημιουργεί δυσφορία σ' αυτούς που το χρησιμοποιούν και είναι πολύ δύσκολο στη χρήση του από μη γνώστες. Γι' αυτό και τη δυσφορία από την κατάποση τη χαρακτηρίζουμε με τη φράση: έφαγε τον αγκλέουρα. Σήμερα έχει περιορισμένη χρήση. Το δίνουν για δερματικές παθήσεις, επιληψία, μελαγχολία, και σλανκαρχιδίαση.

Εμείς τώρα λανθασμένα το χρησιμοποιούμε για ποσοτικό προσδιορισμό λήψεως τροφής, δηλαδή κάποιος που έφαγε πολύ, λέμε «έφαγε τον αγκλέουρα».

Πήγε στο γάμο που τον κάλεσαν έφαγε του σκασμού στο τραπέζι. Την άλλη μέρα πήγε και στα βαφτίσια, πάλι άφαγε ασταμάτητα. Γενικά έφαγε τον αγκλέουρα αυτές τις μέρες, θα σκάσει στο τέλος.

Ο ελλέβορος. (από Khan, 30/07/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επαινετική έκφραση προς κάποιον που κατάφερε κάτι δύσκολο ή αξιοθαύμαστο, άξιο πολλαπλών σπεκίων.

- Τι έγινε χτες με το Μαράκι; Σας χάσαμε...
- Να μωρέ, είπαμε να πάμε κάπου πιο ήσυχα...
- ...και;
- Αράξαμε σπίτι μου...
- Αυτός είσαι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στριντζώθηκα, εκ του ρήματος στριντζώνομαι, με προέλευση από Αγρίνιο.

Σημαίνει «έχουν τεντωθεί τα νεύρα μου».

Ένας πελάτης φουριόζος φτάνει στο ταμείο ενός καφέ, βγάζει με νευρικές κινήσεις το κράνος και πετάει το μπουφάν σε μια καρέκλα...

Υπάλληλος: Έπαθες σπληξ;
Πελάτης: Στριντζώθηκα... έφαγα κλήση πριν!

(από dryhammer, 14/05/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη Ελβετικός σουγιάς (για τους πολλούς, Leatherman για τους γνώστες!), η χρήση της οποίας είναι τόσο εκτενής και ποικιλότροπη, ώστε να της αξίζει μια θέση στο Πάνθεον της Ελληνικής Γλώσσης και φυσικά της Σλανγκοσύνης.

Στην πιο απλή της μορφή, η λέξη περιγράφει το (συνήθως επιτυχές) τέρμα μιας προσπάθειας, ενέργειας ή αντικειμένου. Είναι όμως η απίστευτη ελαστικότητα και προσαρμοστικότητα της λέξης, η οποία την καθιστά αντικείμενο τόσων πολλών χρήσεων. Ο μόνος τρόπος για να διαπιστώσει κανείς την αξία της, είναι μέσω παραδειγμάτων. Αβάντι λοιπόν:

Πολιτική – ΜΜΕ
Πεδίον δόξης λαμπρόν για την εν λόγω λέξη καθώς βρίσκεται στην κορυφή του δεκάλογου της Σχολής Πολιτικάντηδων και «Δημοσιογράφων». Ποιος δεν έχει ακούσει άπειρες φορές τη λέξη, σε διάφορες μορφές:

  • «Αφήστε με να ολοκληρώσω!» - προς τους άλλους 18 αλαλάζοντες τηλεπαραθυρούχους εν μέσω γενικού σύστριγκλου.
  • «Μα δεν με αφήνουν να ολοκληρώσω!» - προς τον Δημοσιογράφο/Διευθυντή Νηπιαγωγείου που «συντονίζει» την συζήτηση(;) εννοείται εν μέσω κακού χαμού.
  • «Ολοκληρώστε κύριε Χατζητραμπάκουλα!» - συντονιστής/Πρόεδρος Βουλής προς τον φλύαρο (υπάρχουν κι άλλοι;) βουλευτή/Υπουργό.
  • «Η κυβέρνηση θα ολοκληρώσει την 4ετία» ή «Η κυβέρνηση θα ολοκληρώσει το έργο της». Αν η πρώτη φράση έχει κάποια αλήθεια (έστω και με νύχια και με δόντια), η δεύτερη αποτελεί σχήμα οξύμωρο καθώς το «έργο» (της μάσας και της λαμογιάς) δεν ολοκληρώνεται ποτέ και από καμία κυβέρνηση (εδώ έχουμε το φαινόμενο «ολοκλήρωσης-σπιράλ» που τείνει στο άπειρο).

Σεξ
Ίσως από τις πιο γνήσιες χρήσεις της λέξης:

  • «Ολοκληρώνωωωω!» Ιαχή θριάμβου κατά την εκσπερμάτιση/οργασμό, πλην όμως εκφρασμένη αποκλειστικά από φλώρους, μικροαστούς ή θεούσες, άτομα δηλαδή που βρίσκουν πολύ χυδαίες τις εκφράσεις τύπου «πάρτα μωρή άρρωστη», «χύνω», «έτσι με την αρμύρα», κλπ. Η συγκεκριμένη χρήση είναι γελοία επειδή αποτελεί παράδοξο: στο ζενίθ της ηδονής και του πάθους να εκστομίζεις μια καθώς πρέπει λέξη. Εναλλακτικές: «τελειώνω» και «έρχομαι» (ένα-δύο σκαλιά πάνω στην κλίμακα απελευθέρωσης).
  • «Ολοκληρωμένη Σχέση». Κυριλέ έκφραση/ερώτηση για τον αν το άτομο επηδηχτήσαντο με το έτερο ήμισυ (εννοείται με γκόμενα ή αρραβωνιάρα και ουχί με σύζυγο γιατί αν φτάσεις εκεί κλάφτα Χαράλαμπε!). Λόγω της ορθότητας της, η φράση χρησιμοποιείται ευρέως από γονείς ή δημοσίως από άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (συνώνυμο: «Προγαμιαίες σχέσεις») καθώς και νεανίες τύπου εντεχνindie, emo, τροβαδούρους, ταγάρια, θήλεα νέας κοπής και λοιπές εφηβικές ομάδες για να δείξουν την ευαισθησία τους γενικώς και ειδικώς στο παρεάκι (μεταξύ τους βέβαια, οι αντροπαρέες χρησιμοποιούν εκφράσεις του τύπου «την ξεκώλιασες ρε μαλάκα;»). Με την έκφραση εννοείται το «τελευταίο» και πολυπόθητο δια πολλούς άρρενες στάδιο μιας σχέσης (η επιβράβευση για την υπομονή, τα δείπνα, τα άνθη και λοιπά ψιψιψόνια). Βεβαίως, οι άμοιροι δεν σκέφτονται την Νυφουλίνη, η και το γεγονός ότι για τις γυναίκες, ειδικά με την πάροδο του χρόνου, αυτό είναι το πρώτο στάδιο της σχέσης!
  • Συνώνυμο με το παραπάνω είναι η φράση «Ολοκληρώθηκα ως γυναίκα», με πιθανή ερμηνεία την πρώτη νύχτα του γάμου άρα και την πρώτη σεξουαλική επαφή η οποία θεωρητικώς ολοκλήρωνε την προσωπικότητα της γυναίκας. Όπως είναι απολύτως λογικόν, η φράση χρησιμοποιείται με άκρως ειρωνική διάθεση ειδικά σε περιπτώσεις γυναικοκουβέντας περί της απόδοσης των εραστών/συζύγων: Πως ήταν το τεκνό Μαίρη μου; Τι να σου πω… Ολοκληρώθηκα ως γυναίκα.
  • Μέρος της λέξης χρησιμοποιείται επίσης από γυναίκες πάνω στο πάθος με την φράση «Δώσ' το μου όλο» με προφανή σκοπό.

Καθημερινότητα

  • Στον χώρο εργασίας, η «ολοκλήρωση» είναι μαγική λέξη καθώς υποδηλώνει ότι μια εργασία/project έλαβε τέλος (επιτέλους!) και έφυγε από πάνω μου. Σε πιο επίσημες περιπτώσεις (απολογισμούς, μπροσούρες), η λέξη χρησιμοποιείται για να δώσει ειδικό βάρος με την προσθήκη της λέξης «επιτυχία», ήτοι: «Η εταιρία μας ολοκλήρωσε επιτυχώς, το τιτάνιο έργο του αρμέγματος 300 άγριων αγελάδων στην κοιλάδα Μπεκάα».
  • «Ολοκληρώθηκε η εικόνα [ή το παζλ]». Η φράση χρησιμοποιείται κυριολεκτικά και μεταφορικά και εννοείται ότι ελήφθη μια σημαντική πληροφορία ή αντικείμενο που έλειπε για τον τερματισμό μιας εργασίας και τώρα μπορούμε να προχωρήσουμε παρακάτω ή να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μυστηρίου μαζί με το συνώνυμο «ξετυλίγεται το κουβάρι».
  • «Ολοκλήρωσες;» ή «Ολοκλήρωσα!». Χρήση πασπαρτού κυρίως με ειρωνική ή χιουμοριστική διάθεση, που παραπέμπει στην σεξουαλική έννοια της λέξης για να υποδηλώσει μεγάλη ευχαρίστηση/ηδονή στην ολοκλήρωση μιας ενέργειας. Χρησιμοποιείται για παράδειγμα, σε περιπτώσεις φαγοποσίας, έντονης πνευματικής ή φυσικής δραστηριότητας, χεσίματος, κλπ. Μια παραλλαγή προαναφερθείσας φράσης («Ολοκλήρωσα η γυναίκα»), μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε αυτή την περίπτωση.
  • Στον αθλητισμό συνήθως αναφέρεται στην πρόταση «Ολοκλήρωσε την προσπάθεια» ή «τις προσπάθειες», για να υποδηλώσει τον τερματισμό του αγώνα ενός αθλητή, είτε σε πολλαπλά αθλήματα στο ίδιο τουρνουά είτε σε ένα άθλημα που περιλαμβάνει πολλές απόπειρες (π.χ. άλμα εις ύψος).

Το καλύτερο παράδειγμα βεβαίως είναι αυτό της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, το οποίο πλείστοι εργαζόμενοι στην ΕΕ βιώνουν εδώ και καιρό...

Τέλος και δια το διεθνές του λήμματος, η Αγγλική λέξη “Consummate” (the marriage) σημαίνει ολοκληρώνω (γάμο με συνουσία) με την ίδια λέξη να ισχύει εννοιολογικά στην Γαλλική (consommer), Ιταλική (consumare), Ισπανική (cosnumado) και Πορτογαλική (consumar).

Ως ανωτέρω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατά τον Μπάμπη:

μάρα = κατάληξη που αποσπάστηκε από κακόσημα σύνθετα, τα οποία δηλώνουν βραδύνοια, ανοησία, λ.χ. χαζομάρα, βαριεμάρα, κουταμάρα.

σάρα < σαρώνω + μάρα.

Οπότε η έκφραση σημαίνει το μεγάλο πλήθος, τον συρφετό από ανθρώπους κάθε λογής και κυρίως χαμηλού επιπέδου.

Άγνωστο αν έχει σχέση με τα γυναικεία ονόματα Σάρα και Μάρα.

Ασίστ: Μες.

- Ήτανε στα παραθύρια της Ράιουνο, η Σάρα, η Μάρα και το κακό συναπάντημα... (Βλ. μήδια).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει στην κυριολεξία «μου εφυγε η φλουδα», «ξεφλουδιστηκα».

Χρησιμοποιείται για να δηλώσει γρατζουνιές από ατυχήματα, πτώσεις κ.λπ.

Χώρος προέλευσης η Ηπειρωτικη Ελλαδα!

Έπεσα με το ποδήλατο και ξεσγαλίστηκα ολόκληρος!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει ότι απολαμβάνω τις επίγειες χαρές του μάταιου τούτου κόσμου όσο είναι ακόμη καιρός, δλδ όσο μας κάνει κούκου. Προέρχεται από την αίσθηση δρόσου που καταλείπεται στον μπούτζον μας μετά τη συνουσία.

- Μόρτες, μπορεί να άργησα, αλλά έχω δικαιολογία που τα σπάει: Τον έβρεξα!
- Τσσσς! Κατούρα και λίγο, ρε μόρτιμερ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μην τα λες όλα, μην εκτίθεσαι, κράτα μια πατινή, όποιος και να είναι ο εξομολογητής σου (συνήθως οι εξομολογήτριες είναι καλύτερες).

Δεν μιλάμε για την κλασική εξομολόγηση στον παπά, αλλά την γλιστρίδα που μας πιάνει να τα πούμε όλα, (θέλει η πουτάνα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει), μα όλα, λες και περιμένουμε ένα μπράβο που τελικά, αν ειπωθεί, θα είναι μέσα από τα δόντια γεμάτο ζήλια (ξέρετε τι θέλω να πω κορίτσια, συζητήσεις για γκόμενους αναμεταξύ σας) και δηλητήριο πικρό.

Γι' αυτό σε λέω, κράτα κόντρα στην εξομολόγηση, κράτα λίγο ντεε...

- Γιατί τέτοιο ύφος Κλέλια, και τέτοια κατεβασμένα μούτρα; (πρόσεχε μη βρεις στο πεζοδρόμιο με το πηγούνι σου)
- Τι να σου πω ρε φιλενάδα, έλεγα στην Μαίρη για τον Μιχάλη, το τι γουστάρει και πώς περνάμε και τώρα τα έχει μαζί του η βρωμιάρα...
- Εμ στα έλεγα εγώ, Κλέλια μου κράτα κόντρα στην εξομολόγηση, αλλά εσύ να τα πεις μη και χάσεις τη φιλενάδα, μη χέσω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το φουλ στην πόκα, ήτοι τριάδα και ζεύγος.

Όπως το κουστούμι είναι συνδυασμός παντελόνι-σακάκι, έτσι και το φουλ!

– Τι έχεις;
3 ρηγάδες, εσύ;
– Ένα κοστουμάκι, δεκάρια με βαλέδες...
Καλοντυμένος ο νέος...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

«Έχω αρχίσει να νευριάζω πρόσεχε γιατί τα νεύρα μου διαγράφονται».

Το λέμε δείχνοντας με τον δείκτη του χεριού μας το κάτω μέρος του καρπού μας που περνάνε τα νεύρα. Φυσικά η κίνηση έχει μεταφορική σημασία, καθώς τα νεύρα δεν αλλάζουν μέγεθος όταν κάποιος νευριάσει.

Δεν βρίσκω την δόση μου και βλέπω τα νεύρα μου να διαγράφονται!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified