Further tags

Η φράση προέρχεται από υποτιθέμενο διάλογο παιδικών χρόνων, όπου μαμά, μπαμπάς, ή παιδί μεγαλύτερης ηλικίας παροτρύνει το παιδάκι να παίξει με παιδάκια της δικής του ηλικίας, ώστε να μην τις τρώει από μεγαλύτερους. Κατ' επέκταση μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάθε είδους παλαίουρες.

Λαίουρες στον στρατό που εννοούν να κάνει αγγαρείες ο νεοκλής μαζί με την σειρά του. Τεκνατζούδες που βαρεθήκανε πια το μπόι τόι, και γουστάρουνε κανάν μάτσο με λεφτά αισθήματα, οπότε λένε στο αγοράκι να πα να παίξει με κοριτσάκια της ηλικίας του. Τέλος, παλαίουρας Σλάνγκος, που κάνει καψώνι σε νέοπα.

- Άντε παίξε με την ηλικία σου ρε στραβάδι που θα σλανγκαρχιδίσεις κιόλας σε μένα τον παλιό!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Με το ανωτέρω που βασίζεται στο «με το νι και με το σίγμα», δηλαδή «πέστα μου τα πάντα όλα», «πέστα με λεπτομέρεια».

Έτσι, και το «θα κάνω την εργασία» ή και «θα έρθω» στο πι και φι, δηλαδή σε χρόνο dt, αν παντρευτεί με το «με το νι και με το σίγμα» γίνεται «με το πι και το φι»και έτσι μετατρέπεται σε πέστα όλα και γρήγορα.

(Ντριν ντριν ντριν - ήχος τηλεφώνου από το παρελθόν - ντριν ντριν ντριν):
-Έλα, ποιος... α εσύ είσαι Μαριάνα... τί; τί είπες;;; Έλα μωρή τώρα για καφέ και θα μου τα πεις με το πι και το φι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υπάρχει ο ορισμός, αλλά η άποψη μου είναι διαφορετική και εξηγούμαι:

Αβανταδόρος είναι ο βαλτός επί τούτου να αβαντάρει μια κατάσταση να την προωθεί προς την κατεύθυνση που έχει πληρωθεί να σπρώξει.

Ο παπατζής έχει αβανταδόρο για να παίζει τον παπά και να κερδίζει χρήματα από τον παπατζή με απώτερο σκοπό ο αιμοδότης να τσιμπήσει να ποντάρει και να ανεβάσει τον τζίρο του παπατζή.

Επίσης, σε δημοπρασίες παίζει πολύ ο αβανταδόρος, με σκοπό να αυξήσει την τιμή του προς δημοπράτηση αντικειμένου.

- Δεν ξαναπάω δημοπρασία Γιώργο φίλε μου!

- Γιατί ρε Πάνο;

- Ε τι γιατί είχαν 4 αβανταδόρους και ανέβασαν την τιμή κοντά στο καινούργιο, σκέτη απάτη φίλε Τζορτζ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Την αράζω, ξαπλώνω την αρίδα μου, απλώνω την κορμάρα μου πάνω σε κάτι οπωσδήποτε αναπαυτικό και οριζόντιο.

Βλ. και καναπές.

- Πάω τώρα να την ξαπλαρώσω λίγο γιατί δεν αντέχω άλλο. Τα λέμε σε κανα μισάωρο.
- Καλά, κατάλαβα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είμαι σε φάση σάπινγκ, σε φάση αποσύνθεσης. Δεν κάνω τίποτα, όλη μέρα ραχάτι, το σώμα σε πλήρη ακινησία, ταβανοθεραπεία κιέτσ'.

Επίσης: κοιμάμαι πολύ βαθιά και πολλές ώρες.

- Ξεκουράστηκες λιγάκι;
- Σάπισα, δεν ξεκουράστηκα απλώς... Τέσσερις ώρες κοιμήθηκα για απόγευμα, λήθαργος...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ποτίζω κάποιον με ακλοόλ, τον κάνω σκνίπα, του βάζω τόσο να πιει λες και ποτίζω το μποστάνι μου. Κι αυτός κάθεται και το πίνει, από ντροπή ή από μαγκιά.

ασίστ: Nick

Πολύ το χάρηκα χθες, είχε έρθει στην παρέα ένας μπούμπης και έλεγε όλο μαλακίες ώσπου άρχισα να τον ποτίζω ξύδια, τον έκανα κουρούμπελο και την ξαπλάρωσε στον καναπέ, σάπισε και ησυχάσαμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ρίμα - συνώνυμο του μούγκα στη στρούγκα και του σους δε μπε. Για το τι έστι τουμπεκί, βλέπε εδώ, πρβλ. και το τουμπεκιστάν.

Όταν πάει το θέμα στις μίζες, τουμπεκί στο μαντρί της Βουλής. Ομερτά! Εμ, βέβαια, αφού είναι όλοι τους ζημενάκιες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προκρίνω ως πιο εύστοχο τον ορισμό για το παρόν λήμμα την μαλακία και όχι τα παιδαρέλια. Ίσως να ταίριαζε το τσογλάν στον ορισμό και όχι το τσουτσού νταχτιρντί. Έτσι τσουτσού νταχτιρντί είναι η χαριτωμένη μαλακία έπειτα από μισοπετυχημένο ραντεβού. Δεν μπόρεσες να πηδήξεις αλλά βλέπεις πως είσαι σε καλό δρόμο και από την χαρά σου βαράς μια παχιά που παραπέμπει στο νταχτιρντί στο κέφι.

(Ο σύζυγος-μικρασιατικής καταγωγής προς την σύζυγο)

-Τασία ο κανακάρης μας χτες άργησε να γυρίσει το βράδυ και όταν σε κάποια φάση σηκώθηκα για να αρμέξω τη σαύρα μου ήταν κλειδωμένος στο μπάνιο. Σήμερα που τον είδα ξύπνησε με 3 σπυριά στα μούτρα του.

-Ισίδωρε μου είχε ραντεβουδάκι χτες ο γιόκας μας! Μεγαλώνει, ξετσουτσουνεύει το καμάρι μου.

-Αχά πάλι στο τσουτσου νταχτιρντί ήταν δηλαδή…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν θα βγει άκρη...

Καλά τώρα, το πούτσο κλαίγανε, σιγά και μην το κάνει...

Got a better definition? Add it!

Published

Γερμανόφωνο τρέχα γύρευε...

Κλάιν μάιν τώρα... Μην το πολυ-πιστεύεις...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified