Further tags

Σίδερα λέγονται οι σιδηροδρομικές γραμμές και οι χειροπέδες.

Εάν τώρα γράψετε στο ψαχτήρι του σλανγκρρρ, θα βρείτε και τοις υπόλοιπες ερμηνείες.

- Πέρασε του τα σίδερα του απατεώνα!

- Σίδερα Μαυρομάτη (η σιδηροδρομική γραμμή στην περιοχή Μαυρομάτη).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαιρετισμός, απάντηση στο «hello», ειδικά όταν προέρχεται από άτομα που «αμερικανίζουν» ασύστολα.

- Χελώνα guys, πώς πάει;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που δηλώνει επιδοκιμασία για κάποια πράξη ή αντίδραση ενός ατόμου σε κάποια κατάσταση.

- Χριστός Ανέστη...
- Μαγκιά του!

Στο 1:51. (από patsis, 30/03/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται για τις περιπτώσεις εκείνες της προχωρημένης αλωπεκίας όπου το κεφάλι του ασθενούς εάν κάποιος το δει από ψηλά η όψη του παραπέμπει στο γνωστό σιροπιαστό γλυκό ροξ ή ροξάκι.

- Κοίτα ο μπάρμπας ο μαθηματικός που το παίζει γκόμενος στα κοριτσάκια.
- Δεν κοιτάει τα χάλια του στον καθρέφτη, με το ροξάκι στο κεφάλι.

Φοινίκια αριστερά, κουρκουμπίνια στη μέση, ροξάκια δεξιά (από poniroskylo, 30/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το λατινικό charta visa ή, ελληνιστί, έγγραφο το οποίο έχει ελεγχθεί. Ο κάτοχος της βίζας λοιπόν, αφού έχουν ελεγχθεί τα ταξιδιωτικά του έγγραφα μπορεί να εισέλθει στη χώρα που τα εξέδωσε.

Παλιά, επί Ανατολικού μπλοκός, οι κάτοικοι χρειαζόντουσαν βίζα για να εξέλθουν του σιδηρούντος παραπετάσματος και φυσικά τέτοιες άδειες εκδίδονταν σπανιότατα (μη δει ο κοσμάκης τα αίσχη του καπιταλισμού και θολώσουν οι φακοί από τον καταναλωτισμό και πετάξει το πουλάκι).

Εμπνευσμένοι λοιπόν από τα άνωθεν, διάφοροι κακεντρεχείς περιπαίζουν τους λιγότερο ανεξάρτητους φίλους τους, που προτιμούν την ήρεμη οικογενειακή ζωή.

Κατ' αυτή την έννοια το έτερον ήμισυ του ατυχούς ανδρός πρέπει να του εκδώσει άδεια εξόδου από το σπίτι, για να μπορέσει και αυτός να δει κανά ματσάκι, να φάει με την παρέα του, να πιει έναν φραπέ βρε αδερφέ. Φυσικά ο αιτών βίζα θα πρέπει να έχει όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά έτοιμα προς εξέταση αν θέλει να έχει τύχη η αίτηση του (να έχει βάλει ηλεκτρική, να έχει αφήσει την πιστωτική του πάνω στο τραπέζι μαζί με μια ευχετήρια κάρτα για καλά ψώνια, να έχει πετάξει την πεθερά του ως το γιατρό γιατί που να παίρνει ταξί η γυναίκα, κλπ κλπ κλπ).

Ο δε ευτυχής λήπτης της βίζας υπογράφει όρους απαράβατους και καταχρηστικούς οι οποίοι αναλύονται αλλά δεν περιορίζονται στους εξής:

- Δεν θα πιω πάνω από δύο ποτά
- Δεν θα κοιτάξω άλλη γυναίκα
- Δεν θα αργήσω να γυρίσω
- Θα έχω το κινητό μου φορτισμένο και θα μένω πάντα εντός σήματος
- Θα ειδοποιώ ανά μισάωρο για την τοποθεσία μου
- Δεν θα πλησιάσω σε ακτίνα χιλιομέτρου ενοχλητικές εγκαταστάσεις
- Σε περίπτωση τυχαίας συναντήσεως με πρώην μου θα αυτοπυρποληθώ.

Για χρήσεις του λήμματος που αφορούν πιστωτικές δες εδώ.

  1. - Ε, παιδιά χάρηκα που τα είπαμε αλλά ήρθε η ώρα να την κάνω.
    - Τι έγινε ρε Σάκη, έληξε η βίζα;

  2. - Ρε λακαμά Μάκη, πάμε σε κανά κωλάδικο απόψε;
    - Τιλέρε απεόφοβε! Να το μάθει η Σουλάρα και να μου ανακαλέσει τη βίζα άπαξ και διαπαντός;;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Με την κυριολεκτική του σημασία είθισται να συνοδεύεται από μηχανισμούς και διάφορα καλόπαιδα που κάνουν επαναστάσεις του γλυκού νερού.

Στην καθ' ημάς πιο σλανγκιάρικη εκδοχή του όρου αντικαθιστά τον υπερθετικό βαθμό του προκλητικού, τον προβοκάτορα, αυτόν που πυροδοτεί έντονες αντιδράσεις, προκαλεί το κοινό αίσθημα ρε παιδί μου και εν ολίγοις αγανακτεί άπαντες παρόντες και απόντες.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Το λήμμα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει προκλήσεις με την καλή την έννοια και γενικώς για καταστάσεις που δε χρειάζονται λεξοτανίλ για να πέσει η ατμοπίεση.

  1. - Βασικά πιστεύω ότι η Μπέκη θα είναι χάλια στο κρεβάτι.
    - Άκου τι λέει ο στόμας του, του αχαρακτήριστου!!! Ρε εμπρηστικό σίχαμα άμα το πιστεύεις αυτό το μόνο που να σου σηκώθει ξανά να είναι το σακάκι.

  2. - Μα καλά είναι δυναμόν Κύριε των δυνάμεων;;; Δες τι έβαλε η εμπρηστική!!!
    - Ου λαλά, δεν της είπε η μαμά της ότι βάτες φοράει μόνο η Lady GaGa και όσες μείναν στα ογδόνταζ;;; Τστστς τρε πασέ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κρετίνος κυριολεκτικά είναι αυτός που πάσχει από κρετινισμό, δηλαδή διανοητική υστέρηση συνοδευόμενη από νανισμό και δυσμορφία, απότοκο της έλλειψης επίδρασης των θυρεοειδικών ορμονών κατά την ενδομήτριο ανάπτυξη, που είναι απαραίτητες για την ωρίμαση του κεντρικού νευρικού συστήματος και άλλων οργάνων.

Αυτοί που πάσχουν από κρετινισμό, παρουσιάζουν ιδιωτεία, καθυστέρηση της ανάπτυξης του οργανισμού, δεν έχουν τρίχες στο σώμα τους εκτός από το κεφάλι, έχουν γεροντικό δέρμα με ρυτίδες, πλατιά χείλη, χοντρά βλέφαρα και πολλοί δε μιλάνε και δεν ακούνε. Στο παρελθόν, ήταν πιο συχνή σε ορεινές περιοχές της Γαλλίας, Γερμανίας κι Ελβετίας λόγω αδυναμίας συνθέσεως θυρεοειδικών ορμονών από τη μητέρα και το έμβρυο εξαιτίας έλλειψης ιωδίου, κάτι που δεν υφίσταται στις μέρες μας λόγω του εμπλουτισμού του μαγειρικού άλατος με ιώδιο.

Μεταφορικά, κρετίνος είναι ο ηλίθιος, ο βλάκας, ο αχαΐρευτος, αυτός που μας τη σπάει με τις ανοησίες του και ταυτόχρονα δεν μπορούμε να τον εμπιστευτούμε σε τίποτε γιατί δεν μπορεί να φέρει σε πέρας το παραμικρό.

Η ετυμολογία του όρου κρετίνος, ο (ουσιαστικό) προέρχεται από τη γαλλ. λ. crétin = αφελής, αγαθός, ανόητος, εκ του chrétien = χριστιανός.

  1. Γίνεται ένα ματς να τελειώνει 6-1 και το ενδιαφέρον να στρέφεται στις αντιδράσεις των προπονητών; Γίνεται. Η Μπενφίκα συνέτριψε την Νασιονάλ και ο τεχνικός της Ζόρζε Ζεσούς, στο 4ο γκολ έδειξε στον συνάδελφό του, Μανουέλ Μασάδο, 4 δάχτυλα. Ο τελευταίος αντέδρασε: «Ήταν και θα παραμείνει κρετίνος».
    (από εδώ)

  2. (Από ξέσπασμα αυτοκριτικής του ποδοσφαιριστή του Πανιωνίου Ρεκόμπα) :
    «Αν είχα προσπαθήσει περισσότερο, τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Τα λάθη οφείλονται αποκλειστικά σε μένα. Δεν ήμουν ποτέ φιλόδοξος, ήμουν αυτάρκης με αυτό που είχα, χωρίς να προσπαθήσω ποτέ να βελτιωθώ. Τώρα δεν μετανιώνω, όμως είμαι σίγουρος ότι όταν σταματήσω να παίζω θα πω στον εαυτό μου: Πόσο κρετίνος ήμουν»…

Cretinism (από allivegp, 27/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

μου 'ρθε ταμπλάς / νταμπλάς: Πονοκέφαλος, ἀλλὰ κυρίως ἀποπληξία.

Συνώνυμον τὸ «ντουβουρτζάς».

Ἀπὸ τὸ τουρκικὸν tabla, ποὺ σημαίνει κυκλικὸς δίσκος, ὡς καὶ παρ' ἡμῖν ὁ ταβλάς (μὲ τὰ κουλούργια, θὰ κάνω γιούργια κλπ).

Βασίμως εἰκάζω, ὅτι ἀρχικῶς ἠνοεῖτο, ὅτι ἂν κάποιος «ἔτρωγε» ἕνα ταβλὰ στὸ κεφάλι, φυσικά, πονοῦσε κατόπιν. Ἡ σημασία αὐτὴ διεστάλη ἀργότερα, ὥστε νὰ φθάσῃ μέχρι τὴν ἀποπληξία (ἀγγειακὸ ἐγκεφαλικὸ ἐπεισόδιο), ὅπου «μένει κανεὶς ξερός».

Στὰ παλαιότερα χρόνια, τὸν 18ο αἰῶνα ἂς ποῦμε, ὁ νταμπλάς ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ τρία νοσήματα τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα διέκρινε τότε ἡ Ἐσωτερικὴ Παθολογία. Αὐτὰ ἦσαν τὰ ἑξῃς:

Ὅ,τι ἦταν ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ πάνω, ἦταν νταμπλάς.
Ἀπὸ τὸν λαιμὸ μέχρι τὴ μέση, στηθικά.
Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω, κοιλιακά. Ὑποκατηγορία τῶν κοιλιακῶν ἦσαν τὰ μητρικά, ἀλλ' αὐτὰ ἀνῆκαν στὴ Γυναικολογία.

Διάφορα ἄλλα ψιλονοσήματα («λαιμά», ποδάγρα, ζοχάδες ἢ τζοχάδες κλπ) ἀνῆκαν στὴν Ἐξωτερικὴ Παθολογία, καὶ δὲν μᾶς ἀπασχολοῦν.

- Τάκη (ἐκ τοῦ πουστάκη), ἂν μάθῃ ἡ μάνα σου ἡ δόλια ὅτι τὸν παίρνεις, νταμπλάς θὰ τῆς ἔρθῃ.

(από aias.ath, 02/12/09)Οἱ 4 ἰδιοσυγκρασίες (ὡς ἀπόστολοι), κατὰ τὸν Dürer (από aias.ath, 02/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παραβλέπω, δεν χρησιμοποιώ, ξεχνώ, παραγκωνίζω κάτι ή κάποιον από αμέλεια ή εκ προθέσεως, αλλά και καταστρέφω.

  1. Χέσε ρε μαλάκα τον Γιάννη, μην τον καλείς στο πάρτυ σου, θα μας πρήξει τα ούμπαλα.

2.Όταν θα συμπληρώσεις την on-line φόρμα, γέμισε όλα τα πεδία με αστερίσκο και χέσε τα άλλα.

  1. Φίλε μου, ο σκληρός σου έχει χτυπήσει, τον έχεις χέσει άγρια και χάθηκαν όλα τα data σου…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κολωνακιώτικη έκφραση που δηλώνει ξάφνιασμα ή έκπληξη, στο πνεύμα του «α στο διάλο!» (της εκπλήξεως) και πολλών άλλων συναφών εκφράσεων, όπως:

- Μάντεψε ποιους είδα τυχαία χεράκι - χεράκι το Σαββάτο στο κέντρο!
- Ποιους;
- Τη Σούλα με τον Ιεροκλή!
- Ε, ποτέ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified