Further tags

Λέγεται το πολύ δύσκολο εγχείρημα, το δυσκολέτο. Από το τουρκικό civi = καρφί. Στην κυριολεξία σημαίνει το αγροτικό εργαλείο με το οποίο ανοίγουμε τρύπες στο χώμα για τοποθέτηση του σπόρου. Παραθέτουμε λίστα με τις συνήθεις χρήσεις του όρου:

  • Στη μαθητική διάλεκτο σημαίνει το πολύ δύσκολο θέμα.
  • Στην οικονομία σημαίνει το υπέρογκο χρέος, ή το φέσι.
  • Στον εργασιακό τομέα σημαίνει το πολύ δύσκολο έργο.
  • Στο στρατό έχει την έννοια της δύσκολης άσκησης, αλλά και της επίπονης αγγαρείας. Σημαίνει ακόμη και το γερμανικό νούμερο σε σκοπιά ή περίπολο.
  1. — Πώς ήταν τα θέματα;
    — Βατά, σε γενικές γραμμές. Στην τεχνολογική όμως τους έβαλαν κάτι τσιβιά...

  2. — Θα βγεις απόψε;
    — Τι να βγω, ρε μαλάκα; Μ' έβαλε ένα τσιβί ο ανθύπας! 2-6 στην βόρεια πύλη και καπάκι συντήρηση στον όρχο οχημάτων.

  3. Μ' ήρθε ένα τσιβί από την εφορία! 32.000€ ΦΠΑ οικοπεδούχων. Είμαι για φούντο!

Φάγαμε ένα τσιβί, να, τέτοιο! (από panos1962, 14/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η ναφθαλίνη, ή ναφθαλίνιο είναι αυτή η στερεά λευκή και κρυσταλλική ουσία με τη δυνατή μυρωδιά που προέρχεται από την πίσσα του ορυκτού άνθρακα και χρησιμοποιείται κυρίως για την προστασία των μάλλινων ενδυμάτων από τον μπαγάσα το σκόρο που τη βρίσκει να κολατσίζει στην καθισιά του μάλλινες ίνες.

Τα ενδύματα που λέγαμε δεν θα τα χρησιμοποιήσουμε για καιρό, γι' αυτό τα παραμερίζουμε αποσύροντάς τα από την κυκλοφορία, καταχωνιάζοντάς τα στη ντουλάπα παρέα με ναφθαλίνη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, τι θα μπορούσε να μυρίζει ναφθαλίνη; Κάτι που κατά την οπτική κάποιων θα μπορούσε να είχε χρηστική αξία κάποτε.

Ενδεικτικά, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για:

  • Ετοιμόρροπα κτίσματα, παλιομοδίτικα αντικείμενα, μηχανήματα ξεπερασμένης τεχνολογίας (που αποδεικνύονται πλήρως ακατάλληλα για τη σημερινή εποχή. Μόνο ένας παλιατζής κι ένας συλλέκτης θα μπορούσε ενδεχομένως να ενδιαφερθεί γι αυτά) και λοιπές αρχαιολογίες (βλ. παρ. 1).
  • Κοινωνικά σύνολα (π.χ: εταιρείες, κόμματα, κλπ) που λειτουργούν με αναχρονιστικές πρακτικές. Ε κι όσο για την αποτελεσματικότητα... Ε... καλά δε θέλει και ρώτημα. Τίγκα στην αναποτελεσματικότητα είναι (βλ. παρ. 2).
  • Αναχρονιστικό τρόπο ζωής. Για συντηριτικάντζες και μούχλες ο λόγος. Έτσι, μιλάμε για ραμολί μόνιμα κολλημένα στην εποχή του Πάγκαλου. Άλλωστε, όπως λέει κι η παροιμία, το γέρικο γαϊδούρι περπατησιά δεν αλλάζει. Επίσης μιλάμε και για νέους που δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο πνεύμα της εποχής σε εμφάνιση, σκεπτικό, συνήθειες, κλπ (βλ. παρ. 3).
  • Αναχρονιστικά θέματα και αναχρονιστικές και πεπαλαιωμένες ιδέες, απόψεις, πολιτικές, κλπ (βλ. παρ. 4).
  1. - 'Οχι άλλο κάρβουνο! Καλά ρε εσύ, επιτρέπεται στην εποχή που ζούμε να χρησιμοποιείς pc με 386 και με λειτουργικό Windows for Workgroups;
    - Ξέρεις τι μηχάνημα ήταν στην εποχή του;
    - Ήταν. Τώρα όμως μυρίζει ναφθαλίνη.

  2. Ξεκίνησε ο καινούργιος «Rock FM» αλλά μυρίζει ναφθαλίνη. Απολύσεις, λιγότερες εκπομπές (μόλις τρεις!) και playlist στο φουλ. Ενα νέο πρόσωπο, ο Γιώργος Μελισσινός (από τον «Εν Λευκώ»), συν δύο παλιοί παραγωγοί (Χρηστίδης και Λεουνάκης). Και στο βάθος Τσαουσόπουλος, ως ο έχων την υψηλή εποπτεία. Ο ιστορικός σταθμός διολισθαίνει σταθερά προς το αδιάφορο και το ανύπαρκτο.
    Δες

  3. -Καλά ο Πέτρος μες στην κοσμάρα του του. Κούρεμα, ντύσιμο, ιδέες από προπολεμική εποχή. - Κατάλαβα. Μυρίζει ναφθαλίνη το άτομο.

  4. Μια άλλη συζήτηση που μυρίζει ναφθαλίνη: Ο Μελιγαλάς το κονσερβοκούτι και η αναθεώρηση της ιστορίας.
    Δες

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ρητορικού τύπου ερώτηση. Μπορεί να θεωρηθεί από απλά περιπαικτική και πειρακτική, έως ευθέως κακεντρεχής και προσβλητική. Ανάλογα με τα συμφραζόμενα.

Την εξαπολύουμε με υφάκι και σαρδόνιο χαμόγελο εναντίον παλιού φίλου / γνωστού, που έχουμε να τον δούμε καιρό και ο οποίος στο μεταξύ έχει παχύνει ελεεινά. Ακριβώς σαν να κατάπινε τσιμέντο όλο αυτό το διάστημα...

- Ρε Μιχάλη! Πώς έγινες έτσι ρε μαλάκα, τσιμέντο έτρωγες; Αυτά είναι..

Γιατί όμως τσιμέντο και όχι κάτι άλλο σαβουροειδές, π.χ. άμμο ή χώμα ή χαλίκια;

  1. Διότι το τσιμέντο ως υλικό είναι ευτελέστατο, πάμφθηνο και σε πρώτη ζήτηση. Ο ορισμός της σαβούρας δλδ.

  2. Διότι σε αντίθεση π.χ. με τις πέτρες, το τσιμέντο «μαγειρεύεται», με την προσθήκη νερού στη σκόνη και το ακόλουθο ανακάτεμα.

  3. Διότι είναι κυριολεκτικά «βαρύ» κι «ασήκωτο» και ως φαΐ σούπερ θρεπτικό, ιδίως το ωπλισμένο (μπετόν αρμέ) με τα πολύτιμα μεταλλικά ιχνοστοιχεία...

  4. Διότι η οικοδομή και ο ευρύτερος κατασκευαστικός κλάδος παραμένει προνομιακό θέμα συζήτησης του κλασικού έλληνα, μαζί με το ποδόσφαιρο και τα αυτοκίνητα. Έστω και ερασιτεχνικά, αρέσει στον κλασικό έλληνα να το παίζει μαστόρι και να ανακατεύεται με τις λάσπες και να παινεύεται πως «το τσαρδί μου το 'χτισα 'γω ο ίδιος με τούτα δω τα χέρια»...

  5. Διότι ο όρος τσιμέντο εμπεριέχει ισχυρές συνδηλώσεις βλακείας και ξεροκεφαλιάς. Βλ. λήμματα μπετό, μπετόβλακας.

Η έκφραση μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε απλή πρόταση κατάφασης:

- Κοίτα ρε μαλάκα το Μάκη πως κατάντησε, τσιμέντα θα πρέπει να έτρωγε, δεν εξηγείται αλλιώς πως έβαλε 20 κιλά σε 3 μήνες...

Συνήθως όμως προτιμάται η ερωτηματική διατύπωση, καθώς έτσι δίνουμε πάσα στο συνομιλητή μας για να πει κι αυτός την κακία του και να συνεχιστεί το κράξιμο του δυστυχούς υπέρβαρου εν χορδαίς και οργάνοις...

(Στην παραλία)

- Πω ρε φίλε τι οικογενειακή κωλοπαραλία είν' αυτή που μ' έφερες... Αντί να βλέπουμε κάνα ωραίο μουνί, είναι τίγκα στα παιδοβούβαλα με τις φακλάνες τις μάνες τους.. Τι στο διάολο τα ταΐζουνε κι έχουνε γίνει έτσι, τσιμέντο; Μου χαλάν την αισθητική...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται κυρίως στους κάγκουρες οδηγούς που σε προσπερνούν από τα δεξιά χωρίς φλας με 187 km/h στο κέντρο της πόλης. Και ας μην είναι κάγκουρες όμως είναι σίγουρα βλαμμένοι που θέλουν να δείξουν την καινούρια μπέμπα, βρίζουν κάθε γυναίκα οδηγό και κάνουν επικίνδυνα πράγματα. Δε φοβούνται μη φάνε τα μούτρα τους όμως γιατί έχουν μάθει να οδηγούν από τα πέντε τους, όταν ο θείος τους ανέβαζε στο τρακτέρ. Και μην αρνηθεί κανένας ότι δεν έχει δει ποτέ έστω ένα τέτοιο τύπο. Τέλος πάντων, η ατάκα αυτή λέγεται σε αυτούς τους γαμήκουλες της ασφάλτου σε στιγμές τεράστιου επιδειξιακού-καγκουρικού οργασμού για να καταλάβουν ότι δεν οδηγούν μονοί τους σε αυτή τη γη.

Ελπίζω να κάνατε το συνειρμό με τα άλογα του αυτοκίνητου, που είναι παρά πολλά και τέτοια. Όποιος δεν κατάλαβε είναι στόκος.

- Που πας ρε μαλάκα έτσι; Πρόσεχε μη σου φύγει κανένα άλογο!
- Άντε μωρή πατσαβούρα να πλύνεις κάνα πιάτο που θες να μου οδηγάς κιόλας!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το λέμε όταν μια κατάσταση είναι αφόρητη και αποπνικτική, κυρίως σε οικογενειακές συγκεντρώσεις ή σε θέματα με γονείς, όταν αρχίζουν τις κλασικές σπαστικές ερωτήσεις και η ανάκριση τους δεν λέει να πάρει τελος!

Γενικώς, μια κατάσταση είναι πρηξουλέ όταν κάποιος «σου τα πρήζει» και χαλάει τη ζαχαρένια σου.

- Τι λέει, Μπάμπη, πήγες τελικά Σαββατοκύριακο που έλεγες στους γονείς σου, Πάτρα;
- Ναι, άσε μαλάκα, τι το 'θελα; Με είχαν τρεις και λίγο στην ανάκριση για το πότε τελειώνω επιτέλους μ' αυτή τη σχολή, πότε θα βρω δουλειά, πότε θα παντρευτώ και μα-μου ιστορίες... Σου μιλάω για τρελή πρηξουλέ κατάσταση!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει πως είμαι τόσο πολύ κουρασμένος που έχω την όψη, όρεξη, κινητικότητα ενός πτώματος.

Συνήθως είμαστε πτώμα όταν:

  • Έχουμε χτυπήσει υπερωρίες στη δουλειά/σχολείο κ.ο.κ
  • Είναι να βγάλουμε το σκύλο βόλτα.
  • Μετά από τροχαίο.

    Καμιά φορά είναι και οι τελευταίες λέξεις πριν το ροχαλητό (ή και τον επιθανάτιο ρόγχο, άμα θέλετε).

  1. - Ψήσου να πάμε στον Βασίλη! Κάτι είπε για ούζα!
    - Δε με παρατάς ρε... έχω να κοιμηθώ κάτι μέρες τώρα. Είμαι πτώμα.
  1. - Αγααάπη μουυυ...;
    - Μμμ;
    - Ξέεεερεις τιιιι... (ναζιάρικα)
    - Ρε μωρό μου...δε μπορώ σήμερα. Είχα τρεξίματα σήμερα... είμαι πτώμα...
    - (γκρίνια mode-ON) Δε με θέλεις! Μπουχουχουυύ, μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι! Ουάααα, εγώ ποτέ δε σου λέω όχι! Μπλα μπλα μπλα έπρεπε να πάρω τον Ορέστη τον γείτονα, διαμάντι θα με είχε! Νιαου νιαου νιαου ΧΩΡΙΖΟΥΜΕ!

(από AN21, 12/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάθε τι το μη υπαρκτό, μη γνήσιο, τουτέστιν το εικονικό ή πλασματικό.

Π.χ. οι δημόσιοι υπάλληλοι που, προκειμένου να υπολογίσουν το χρόνο συνταξιοδοτήσεώς τους, κολλάνε στα χρόνια της πραγματικής υπηρεσίας τους και αυτά της πλάσμα υπηρεσίας που κάνανε στον Στρατό.

Ωσαύτως, οι εφημερίες των γιατρών διακρίνονται στις πραγματικές (όπου ο γιατρός βρίσκεται στο Νοσοκομείο) και στις πλάσμα (όπου ξύνει πατσές σπίτι του), τα δρομολόγια που δηλώνουν οι οδηγοί των ασθενοφόρων επίσης διακρίνονται σε πραγματικά (διακομιδές ασθενών) και πλάσμα (εικονικές διακομιδές ασθενών που συνήθως είναι και συγγενείς μας και που τις δηλώνουμε για να δικαιολογήσουμε χιλιόμετρα που κάναμε για να μεταφέρουμε με το ασθενοφόρο τουρίστες στα ενοικιαζόμενα δωμάτια μας), κ.ο.κ.

- Δες τον κηφήνα τον Διευθυντή της Κλινικής: Δηλώνει 10 εφημερίες πλάσμα το μήνα και χτυπάει μισθό Αρεοπαγίτη χωρίς να πατάει ούτε μια ώρα στην εφημερία!
- Ε, καλά, αυτός ζει στην πλάσμα διάσταση.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τεμπελιάζω τόσο, ποὺ περνῶ στὴ διαδικασία τῆς ψυχοσωματικῆς σήψεως, μουχλιάσματος, ἀπὸ ἀκινησία.

Ἡ ἀναλογία τοῦ στασίμου νεροῦ, ποὺ μουχλιάζει, εἶναι προφανής, (πρβλ καὶ τὴν ὑβριστικὴ προσφώνησι μοῦχλα γιὰ τὴν τεμπέλα, ὀκνὴ καὶ ἀνοικοκύρευτη γυναῖκα, καὶ κατ' ἐπέκτασιν γιὰ ἄνδρα).

Τὸ σήπομαι ἔχει κανονικὰ τὶς ἑξῆς σημασίες: ἀποσυντίθεμαι, διαπυήσκομαι, ἀπονεκρώνομαι, παθαίνω γάγγραινα, εὐρωτιῶ (μουχλιάζω).

Τὸ σαπίζω (ἐνεργητικὸ καὶ μέσο ρῆμα) προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀσθενὲς θέμα «σαπ-» τοῦ σήπ-ω / σήπ-ομαι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σχηματίζεται καὶ τὸ ἀπαρέμφατο σαπ-ῆναι καὶ ὁ δεύτερος ἀόριστο ἐ-σάπ-ην.

Μεγάλο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ ἀναλογία μὲ ταυτόσημες ἐκφράσεις τῆς γερμανικῆς: faul σημαίνει τεμπέλης καὶ σάπιος/μουχλιασμένος. Faulenzen σημαίνει τεμπελιάζω καὶ σαπίζω/μουχλιάζω. Προφανῶς, στὴ γλῶσσα αὐτή δὲν μπορεῖ νὰ διακριθῇ ἡ μία σημασία ἀπὸ τὴν ἄλλη, συνεπῶς δὲν τίθεται θέμα slang.

- Τί γίνεται ρέ; Τί κάν᾿ς;
- Τίποτα ρέ! Μαλακίες· σαπίζω.

- Πήγαμε διακοπὲς στὴ Σέριφο. Δέ σοῦ λέω τίποτε· σαπίσαμε ἀπ' τὴν ξάπλα, μεγάλε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταφορικά σημαίνει την επερχόμενη βύθιση, το ναυάγιο όσον αφορά κυρίως στο οικονομικό.

Χρησιμοποιείται, βέβαια, και στον αισθηματικό τομέα, π.χ. όταν μια σχέση ή ένας γάμος οδεύει ολοταχώς προς διάλυση. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται κατά κόρον και στα δημοσιονομικά της Ελλάδας.

  1. Ο Χατζημήτσος βάρεσε κανόνι. Τα λεφτά που μας χρωστάει θα τα πάρουμε του αγίου πούτσου. Πάμε για φούντο!

  2. - Τα 'μαθες; Ο Απόστολος και η Γεωργία πάνε για φούντο.
    - Ε, τι περίμενες; Αυτός είναι πουτσοκέφαλος κι αυτή τον παίρνει απ' όλες τις μπάντες. Πώς θα κάναν προκοπή;

  3. - Πάλι μας βάλαν στην επιτήρηση οι Αλμούνηδες.
    - Τι περίμενες, αφού πάμε για φούντο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πολλές φορές, έχουμε την αίσθηση πως έχουμε δώσει στον άλλο να καταλάβει πως έχουν τα πράγματα. Ωστόσο ο άλλος δείχνει να μην αντιλαμβάνεται την κατάσταση. Δείχνει να μην πιάνει τι του λέμε, μένοντας ατάραχος (π.χ. μας κοιτάει σα χάνος, παραμένει αδρανής), εμμένοντας στο βιολί του (π.χ. εμμένει στις προκαταλήψεις και στα όποια κολλήματα του), κλπ. Έχει αρχίσει να μας κουράζει το στιλ του. Τότε είναι που μπορεί να εκφέρουμε την ατάκα.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα πότε θα μπορούσε να συμβεί αυτό.

  • Τού 'χουμε σπάσει το θέμα σε κέρματα... τό 'χουμε κάνει φραγκοδίφραγκα. Λες κι έχουμε κλέψει παγκάρι. Έχουμε κάνει ρινίσματα τη σκέψη μας. Δεν πάει άλλο. Ξέρουμε πως ο τύπος δεν έχει εγκεφαλογράφημα ευθεία, όπως ξέρουμε πως δεν πιάσαμε και κανένα ειδικό θέμα που χρειάζεται κάποιο απαιτούμενο υπόβαθρο γνώσεων που ο άλλος δεν διαθέτει. Απλά, ο άλλος δεν είναι σε καλή φυσική κατάσταση. (π.χ. πιωμένος, κουρασμένος, άρρωστος, αλλού γι' αλλού λόγω προβλήματος, αλλού για αλλού γενικώς). Βλ. παρ. 1.
  • Διαπιστώνουμε πως είναι σκράπας σε κάποια απλά θέματα, π.χ. θέματα που χρειάζονται στοιχειώδεις γνώσεις, πιασάρικα υπονοούμενα για τα οποία θεωρούμε άσκοπο να αναλύσουμε περαιτέρω τη σκέψη μας (βλ. παρ. 2), θέματα που απαιτούν στοιχειώδη αντίληψη (βλ. παρ. 3).
  • Η αντιπαράθεση με κάποιον δεν προχωράει. Θεωρούμε πως ο άλλος έχει τα... κολλήματα, τις... προκαταλήψεις, είναι γκαούγκαγκας, αούγκανος, κλπ. (βλ. παρ. 4).

    Εκφέροντας την ατάκα είναι σα να του λέμε με υποτιμητικό τρόπο, πως αφού δεν καταλαβαίνει θα πρέπει να φύγουμε από τη λεκτική επικοινωνία, ζωγραφίζοντας (οπτικοποιώντας) και καλά τη σκέψη μας. Απλοποιούμε έτσι τα πράγματα δίνοντάς του και καλά... εύληπτες εικόνες.

  1. - Καλά... μιλάω τόση ώρα και συ δεν έχεις καταλάβει τίποτα. Και δε λέω τίποτα σπουδαίο ρε γαμώτο. Τι να κάνω πια; Να σ' το ζωγραφίσω;
    - Το ξέρω... αλλά είμαι λιώμα στη κούραση. Αλλού πατώ κι αλλού βρίσκομαι.
  1. Θα ανέβεις για ένα τελευταίο ποτό; = Θέλω να κάνουμε sex. Πρέπει να στο ζωγραφίσω για να το καταλάβεις; Δες
  1. Και δεν κλαίγομαι αν θες να ξέρεις... Εκφράζομαι! Και είμαι αρκετά δυνατή, για να εκφράζω ακριβώς και τον πόνο και την αδυναμία μου. Δεν το παίζω... Τό 'πιασες, ή να στο ζωγραφίσω; Δες

  2. Τράβα... κι άσε τις μαλακίες! Κατερίνα με λένε και είμαι κορίτσι! Γκέγκε; Ή να στο ζωγραφίσω επειδή είσαι αυτιστικό; Δες

Στα παραδείγματα που προέρχονται από το νέτι διατηρήθηκε η (λανθασμένη) ορθογραφία «να στο ζωγραφίσω». Συναφές και το «ζωγράφισέ το», στο λήμμα με δικά σου λόγια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified