Ο όρος αφορά χαρακτηρισμό ατόμου, του οποίου οι ενέργειες δίνουν την εντύπωση του τσίπη, του καρμίρη, του μη έχοντος, ο οποίος εν τω μεταξύ κάνει και τα πάντα για να φαίνεται, ή, με αυτά που κάνει, προκαλεί την απέχθεια των υπολοίπων.

Σε τραπέζι κυριλέ:
- Ρε συ, τον βλέπεις εκείνον στην άκρη; Κοίτα πως αρπάζει τα μπινελίκια απ' το πιάτο! Είναι πολύ πεινάω ο τύπος!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται κυρίως στο ντίσκουρς Ελλήνων με πατριωτικές ανησυχίες, τις οποίες μπορούν πλέον να εκφράζουν και με τη σύγχρονη τεχνολογική μέθοδο του Διαδικτύου.

Ο ελληνέζος είναι ο αλλοτριωμένος Έλληνας, που δεν έχει ρίζες στην ελληνική παράδοση και ιστορία και είναι ανερμάτιστος. Ωσεκτουτού, δεν του αξίζει το όνομα Έλληνας.

Παρόμοιο σκληρό μπινελίκι είναι το ελληνόφωνος, που σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να έτυχε να έχει ως μητρική του γλώσσα τα ελληνικά, αλλά αυτό δεν τον καθιστά αυτομάτως και άξιο για τον τίτλο του Έλληνα. Μερικά κλικ χειρότερος από τον ελληνόφωνο είναι πάντως ο ανελλήνιστος, που ούτε καν χρησιμοποιεί καλά την γλώσσα.

Το β' συστατικό -έζος χρησιμοποιείται με παρόμοιο τρόπο και στα νεοελληνέζος και Αθηνέζος. Εικάζω ερμηνευτικώς ότι τα επίθετα έθνους και καταγωγής σε -εζος είναι πιο πρόσφατα από άλλα παλαιότερα όχι σε -έζος, λ.χ. Άγγλος- Εγγλέζος, Ιάπωνας- Γιαπωνέζος. Τα σε -έζος συνήθως δεν χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν λαούς με τους οποίους είχαμε από πολύ παλιά γνωριμία. Αντιθέτως, χρησιμοποιούνται κυρίως είτε για απομακρυσμένους λαούς, είτε για κατοίκους πόλεων, είτε ως πιο ανεπίσημη εναλλακτική ονομασία ενός λαού που είναι γνωστός και με άλλο όνομα, (λ.χ. Σουηδός- Σουηδέζος). Από εκεί μάλλον περνάμε στην μειωτική χρήση του -έζος για κάποιον που είναι χωρίς ρίζες, ή για έναν Έλληνα που είναι ξένος στον τόπο του.

Το ελληνέζος, τέλος, θίγει και φαινόμενα κακογουστιάς και γυφτοκυριλοσύνης, καθώς και άλλες παθολογίες του κλασικού του μαλάκα του Έλληνα, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αυτή τη σημασία από ομιλητές ποικίλων ιδεολογικών προελεύσεων. Ωστόσο, η βασική του σημασία έγκειται στην κριτική της απώλειας των εθνικών ριζών, οπότε χρησιμοποιείται συνήθως από όσους έχουν ψηλά τον Ελληνισμό στην ιεράρχηση των αξιών τους.

  1. η γουνα δειχνει λίγο γυφτικια (και ρωσικια ) και ο κάθε ελληνέζος με το «πέτσινο» με έχει κάνει να το βλέπω εντελως υπάνθρωπο ως ενδυμα. (Εδώ).

  2. Χαρακτηριστικός ο διάλογος μεταξύ του Αλεξ.Ρήγα (που υποδύεται τον συμπαθή ομοφυλόφιλο-τί πρωτότυπο..) και ενός Αμερικανού πεζοναύτη που αφού..συνουσιάστηκαν (δις) μέσα στο αμερικάνικο τζίπ τον ρωτά ο Ρήγας στα αμερικάνικα:
    - «πού θα πας τώρα»;
    - «στην Μακεδονία»
    -«μα εδώ είναι η Μακεδονία» απαντά ο Ρήγας
    - «όχι, τα Σκόπια είναι Μακεδονία» ανταπαντά ο Αμερικάνος
    -«κάλά, ότι πεις. Έτσι είναι..» παραδέχεται ο πηδηγμένος Ελληνέζος. (Εδώ).

3.…είπε ο ελληνέζος πρωθυπουργός που αναγνώρισε μονομερώς ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο!!!! (Εδώ).

  1. κρίμα πάντως που δεν τον σάπισαν στο ξύλο
    απο συμπάθεια και μόνο τα ποσοστά του Συριζα θα αυξανόταν -γιατί ο ελληνέζος είναι και πονόψυχας αμα λάχει να ουμε (Εδώ).

  2. Ὑπ᾿ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὁ νεοέλλην (Ἑλληνέζος, κατὰ τὸν ἐκδότη τοῦ θρακιώτικου «Ἀντιφωνητοῦ» Κώστα Καραΐσκο) ἔχει ἐγκαταλείψει κάθε γνήσια, ἑλληνικὴ πολιτιστικὴ δημιουργία. Ὑπάρχουν μόνον Κρυφὰ Σχολειά. Ἑλληνοκεντρικοὶ σύλλογοι καὶ ὁμάδες πρωτοβουλίας. Σκῆτες στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ στὰ μοναστήρια. Μοναχικοὶ καλλιτέχνες, δημιουργοί, ἄγνωστοι Ἕλληνες ποὺ νιώθουν ἀκόμη στὶς φλέβες τους τὴν βοὴ τοῦ πανάρχαιου ρυακιοῦ τοῦ Γένους. (Εδώ πολυτονιστής αναφέρει μια πιθανή πατρότητα του όρου).

Alitiz, Αυτός ο Έλληνας! (Αντώνυμο του ελληνέζου) (από Khan, 14/04/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το παρόν λήμμα δημοσιεύεται ως προσπάθεια υπεράσπισης των Αμερικανών, οι οποίοι στην συνείδηση του μέσου Έλληνα λοιδορούνται ως «αγράμματοι», «αμνήμονες», «ανιστόρητοι» κλπ. Παρά ταύτα, στην πορεία ελπίζω να αποδειχθεί το ανυπόστατον των κατηγοριών, εφόσον από συγκεκριμένα στοιχεία προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι έχουν μελετήσει σε βάθος τόσο τη Ρωμαϊκή όσο και τη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, αξιοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο τα διδάγματα του παρελθόντος.

Πενικιλίνη λοιπόν ήτο μια κατά τα φαινόμενα αποτελεσματική θεραπευτική μέθοδος αντιμετώπισης διαφόρων ασθενειών, στις οποίες συγκαταλεγόταν και ο τοξικότατος βάκιλλος eamovulgarus communistosymmoriticus makronisiensis.

Εσυνίστατο στην σφιχτή περίδεση των άκρων του πάσχοντος με βρεγμένα σκοινιά ή καλώδια μέχρι σημείου εξουδετέρωσης του επικίνδυνου μικροβίου. Οι κυκλοφοριακές και νευρολογικές διαταραχές και, σε ακραίες περιπτώσεις, η εμφάνιση γάγγραινας στα περιδεδεμένα άκρα του ασθενούς εθεωρούντο μάλλον ωφέλιμες παρενέργειες, εφόσον οι πάσχοντες με τα μεν πόδια τους συνήθως σκαρφάλωναν ένοπλοι σε απάτητα κατσάβραχα με ανομολόγητους και σκοτεινούς σκοπούς, στα δε χέρια τους (όταν δεν τα χρησιμοποιούσαν για τη διάπραξη αδικημάτων του κοινού ποινικού δικαίου) συνήθως κρατούσαν σκουριασμένο κονσερβοκούτι.

Δυστυχώς, με την κατάρρευση του Εθνικού Συστήματος Υγείας που σημειώθηκε τον Ιούλιο του 1974, φαίνεται πως η σωτήρια αυτή μέθοδος εγκαταλείφθηκε οριστικά, δίνοντας τη θέση της σε (ως τότε παραλλήλως χρησιμοποιούμενες αλλά) παρωχημένες ιατρικές αντιλήψεις, όπως το έντονο μασάζ στις πατούσες του ασθενούς με ειδικά διαμορφωμένο τεμάχιο ξύλου.
Προφανώς πρόκειται για πισωγύρισμα, κατάλοιπο του σκοτεινού οθωμανικού παρελθόντος της Πατρίδος. Τι να πει κανείς...

  1. [...] του κάνανε οχτώ πενικιλίνες και δεν τού πήρανε κουβέντα στην ασφάλεια [...]ένα βασανιστήριο που το έφεραν μάλλον οι Αμερικάνοι [...] Σε δένουν σφιχτά σφιχτά, σού ντύνουν ουσιαστικά τα χέρια από τον καρπό ως τον αγκώνα με ψιλό παραγαδίσιο σκοινί, ύστερα τα πόδια από τους αστραγάλους ως το γόνατο, και μετά δένουν τα χέρια με τα πόδια πίσω΄πρέπει να σταματάει κάπου η κυκλοφορία του αίματος και πρέπει να προκαλεί ισχυρούς πόνους αλλά και βλάβες στον εγκέφαλο και σε άλλα όργανα. Είναι από τα λίγα βασανιστήρια που γίνονταν με την παρακολούθηση γιατρού [...] για χρόνια του 'καμναν μετά θεραπεία στη φυλακή, γιατί του είχε αφήσει κουσούρια το βασανιστήριο. Κι όμως, τον έβγαλαν χαφιέ και τον είχαν απομονωμένο στη φυλακή. «Ήξερε» το κόμμα, δηλαδή ένας μαλάκας που ήταν διορισμένος καθοδήγηση [...]

(Χρ. Μίσσιος ...Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, εκδ. Γράμματα).

  1. Η πενικιλίνη είναι το επιμελημένο δέσιμο ενός Κρατούμενου με καλώδιο. Τον δένουν προσεκτικά σαν μασούρι, τον ξαπλώνουν στο δάπεδο, και, μετά αρχίζουν να χοροπηδούν πάνω του. Ο Κρατούμενος, δεμένος σαν ζαμπόν, υποφέρει. Οι σάρκες ξεχειλίζουν. Το καλώδιο κάνει εγκοπές στο κορμί.

(Η. Πετρόπουλου εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη, εκδ. Νεφέλη).

  1. Ο σχοινισμός ήταν μαρτύριο με προσδέσεις, συσφίγξεις και αναρτήσεις [...]

Ένα από τα όργανα βασανισμού [...] είναι το ερμητάριον. Πρόκειται για τον ρωμαϊκό eculeus, μηχανισμό για ελκυσμό και εξάρθρωση των μελών.

Το πουλάρι (chevalet στη Γαλλία, potro στην Ισπανία), εξέλιξη του ρωμαϊκού eculeus. Ήταν ένα είδος τριγωνικής σχάρας πάνω στην οποία ξάπλωναν το θύμα με δεμένα χέρια και πόδια στους καρπούς και τα σφυρά. Σ' αυτή τη θέση έσφιγγαν τα μέλη με σκοινιά ή τα τέντωναν [...] ως την εξάρθρωση.

Αυστηροί κανονισμοί καθορίζουν [...] το μήκος και το πάχος των σκοινιών [...] οι γύροι του σκοινιού στο μπράτσο να μη γίνονται γρήγορα [...] γιατί έτσι [...] ο ανακρινόμενος δεν αισθάνεται τίποτα [...] το βασανιστήριο του potro (με χρησιμοποίηση σκοινιών) να αφήνει αρκετό χρόνο ανάμεσα στις διάφορες φάσεις [...] με πιστότητα μαγνητοφωνική ο escribano καταγράφει τις διαδοχικές φάσεις του βασανισμού [...] μετράει και σημειώνει [...] τα βογγητά [...] τέσσερες, εφτά, δέκα, δεκατέσσερες φορές [...] Μαδρίτη 30 Ιουλίου 1648 [...] ο Εξοχότατος πρόσταξε τον χειριστή να τακτοποιήσει τα σκοινιά για το σφίξιμο των μπράτσων [...] να αρχίσει την πρώτη φάση της manquerda, το σφίξιμο των μπράτσων με σκοινιά [...] καθώς σφίγγονταν τα σκοινιά και άρχιζε το τράβηγμα [...] τρίτη μανκέρδα στα μπράτσα [...] το αίμα τρέχει στο πάτωμα ωχ, ωχ, ωχ, ωχ Παρθένα μου με σκοτώνουν [...] αχ Χριστέ μου, βγαίνει το κόκκαλο, βγαίνει έξω, βγαίνει έξω [...] «Πες την αλήθεια και θα σου ξεσφίξουμε τις γκαρότες» [...]

[...] ως τον ΙΗ αιώνα [...] συνδυασμός του μεσαιωνικού «πουλαριού» (chevalet) με σφίξιμο των μπράτσων και των μηρών [...] μερικές φορές έβρεχαν τα σφιχτοτυλιγμένα σκοινιά που συστέλλονταν [...] σακατεύοντας τα νεύρα [...]

(Κυρ. Σιμόπουλος Βασανιστήρια και Εξουσία).
..................................................................................................
(Σύσσλανγκοι ζητώ συγγνώμη αλλά δεν αντέχω άλλο. Θα τα ξεράσω όλα. Για περισσότερες πληροφορίες τεχνικής και ιατρικής φύσεως, πιάστε το σκοινί και ακολουθήστε το μέχρι εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η ανωτέρω έκφραση λέγεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες πρέπει να τονιστεί η απρεπής συμπεριφορά ατόμου που ενεργεί ή πράττει κατά τρόπον που δεν συνάδει με το σεβασμό που πρέπει να επιδείξει στον δάσκαλό του. Είναι ανάλογη της παροιμίας «η αλεπού 100 χρονών και το αλεπουδάκι 110».

Βοηθός φαναρτζή:
- Ρε αφεντικό, βάλε λίγο στόκο παραπάνω, φαίνεται ακόμα το βούλιαγμα!
Φαναρτζής:
- Ναι ρε, θα μας πεις και πως θα το κάνουμε! Ναυτάκια που γαμούσαμε, γίναν καπεταναίοι!

(Η επιλογή του μάστορα ήταν τυχαία)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν αναφερόμεθα στα ομώνυμα φασολάκια, αλλά στα ντυμένα με μαύρη ματ βαφή τουτούνια που τελευταία φοριούνται από τρέντι μετακαγκούρια νέας κοπής. Το κόστος της συγκεκριμένης βαφής είναι ιδιαίτερα υψηλό, η δε ορθή συντήρησή της απαιτεί πρωκτική προσήλωση.

Ομολογουμένως ψαρωτίκ σε πορσικά ή σε θηριώδεις τζιπούρες, το μαυρομάτικο λουκ καταντά μάλλον γούτσου-γούτσου σε μικρότερα κάγκουαρ.

- Για τα 10.000€ περιμένω να δω αυτοκίνητο ατμοσφαιρικό, τετραπετάλουδο, να στροφάρει, στροφή για κάθε ζητούμενο ευρώ, στήσιμο που κοιτάει την στροφή και στρίβει, - κλπ κλπ. Όλα τα άλλα είναι καγκουράκια. Τι είναι αυτό το μαυρομάτικο τώρα; Να του βάλουμε και 2 μπαλονάκια και βουρ για την ευθεία.
(εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χειρωνακτική τεχνική πειθούς που συνοδεύει τον λόγο.

Σε αντίθεση με τα κοινά αθλήματα, το επιτραπέζιο καράτε δεν καθορίζεται από ακριβείς κανόνες. Συνηθέστερα, ο παίκτης βρίσκεται όπισθεν οριζόντιας επιφάνειας, όπου και εκτελεί τις κινήσεις του. Αλλά όχι πάντα.

Ο βιρτουόζος θα παίξει και στον αέρα ωσάν να υπάρχει μια νοητή επιφάνεια καθορισμού. Αλλά όχι όλοι.

Η πλειοψηφία τους θα απαιτήσει την σταθερότητα του τραπεζιού νιώθοντας έτσι «εντός έδρας», δίνοντας, δηλαδή, χώρο στις παλάμες τους. Αλλά όχι μόνο.

Ολόκληρο το χέρι παίρνει μέρος και τροφοδοτεί την μαεστρία του ιδιοκτήτη στην οπτική συγκεκριμενοποίηση των επιχειρημάτων του με τα δάχτυλα ως πρωταγωνιστή. Αλλά όχι έτσι.

Οι χειρομορφές που μονοπωλούν το γήπεδο είναι η γροθιά, η τεντωμένη, και η ορθήγωνη παλάμη (δάχτυλα προς τα μέσα) που συναντώνται ποικιλοτρόπως και ποικιλοβρόντως με αυτό όταν ο παίκτης επιλέξει να δώσει μορφή και έμφαση στο επιχείρημα. Αλλά όχι τότε.

Οι κινήσεις γίνονται καθ' όλη τη διάρκεια του λόγου σχηματοποιώντας ιδεατά τις σκέψεις που προφέρονται και είναι μάλιστα δηλωτικές του χαρακτήρα του παίκτη: η απόσταση και η αυστηρότητα των χεριών, η αβρότητα και η συχνότητα των κινήσεων, η ποικιλία των χειρομορφών, η αντιστοιχία με τις εκφράσεις του προσώπου, τον χαρακτηρίζουν. Αλλά όχι απλά.

Η γνώση της γλώσσας του σώματος είναι καταλυτικής σημασίας για την κατανόηση της τακτικής του αντίπαλου παίκτη, σαν συμπλήρωμα του Σοπενχαουερικού The Art of Always Being Right για τα τεχνάσματα του λόγου: σε φιλικούς αγώνες οι λεπτομέρειες αυτές είναι ευκολότερα αντιληπτές λόγω οικειότητας. Αλλά όχι εκεί.

Οι χαρακτηριστικότερες αναμετρήσεις γίνονται σε επαγγελματικά έδρανα: πολιτικοί κάθε καρυδιάς, μουμουέδες, δικηγόροι, δημόσιοι λογύδριοι και λοιποί τέτχοι είναι στον πρωταθλητισμό.

Καμία στολή, κανένα εξάρτημα δεν χρησιμοποιείται. Μοναδική εξαίρεση ο ανούσιος, και καλά ντόμπρος λόγος, γνωστός και ως ξύλινος, με σήμα τον Mokujin, κατά τον οποίο οι κινήσεις είναι μηχανιστικές (συνήθως αντιφάσκουν με τα λεγόμενα), σαν να είχαν οδηγό κάποιο βοήθημα.

Στόχος του επιτραπέζιου καράτε είναι η εκφραστική πληρότητα των επιχειρημάτων, παρέχοντας μια χειρωνακτική ευφράδεια δίπλα στην προφορική. Δεν υπάρχει νικητής παρά μόνο αυτός που, εκτός από την υπέροχη γεύση του Νέσκουικ, κερδίζει τις εντυπώσεις των θεατών.

(περσινός ανύπαρκτος διάλογος)
- Ρε μπουνταλά, άλλαξε κανάλι και δεν τις μπορώ αυτές τσμαλακίες!
- ΓΑΠ φίλε. Κοίτα τσακπινιά. Μπάστα να δούμε τι ξεφουρνίζει...
- Δεν κόβεις τον εμετό να δούμε καν' αθλητικό λέω 'γω;
- Δεν έχει καλύτερο, σε μιλάω. Δες ο Γιωργάκης στο έδρανο, επιτραπέζιος καρατερίστας Α' εθνικής!
- Ξεκάθαρα. Αφού νοιάζεται για όλους μας.
- Αυτός είναι. Ένας νταν-ρτανιάν!

(από varsamakos, 22/04/12)(από joe909, 22/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αδιαφορώ. Χρησιμοποιείται για καταστάσεις ανιαρές, χωρίς κανένα απολύτως ενδιαφέρον, και γενικότερα κοψοφλεβίστικες, που όμως δεν μπορούν να αποφευχθούν.

Το συνέδριο ήταν τόσο πληκτικό.... Ειδικά κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του κύριου ομιλητή, κατέβασα παροχή.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η άβυζη γυναίκα που μοιάζει με αγόρι στην προεφηβική ηλικία. Χαρακτηρίζεται επίσης «τάβλα».

Το παίζει και σέξι, η παντόφλα!!

Βλ. και πλάκα, κόντρα πλακέ, απλώστρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μη έχων μαλλιά στο τριχωτό της κεφαλής (ή και σε άλλα επίμαχα σημεία), ο φαλακρός. Μπορεί να χαρακτηριστεί κι ως γλόμπος...

«Πω πω έσκασε μύτη ο ακάλυπτος!! Τυφλώθηκα από τη λάμψη!!»

Βλ. σχετικό λήμμα ελ γλόμπο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αγώνας ομαδικού αθλήματος (ποδόσφαιρου, μπάσκετ) που έχει ξεφύγει από τα πλάνα και τις τακτικές των προπονητών και έχει αποκτήσει «μια άγρια ομορφιά» (κατά την προσφιλή έκφραση των σχολιαστών), δηλαδή το παιχνίδι έχει καταστεί άναρχο και εξελίσσεται φουλ επίθεση με ξαφνικές άμυνες, με παίκτες που δεν υπακούουν στα συστήματα των προπονητών και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες με επιθετικό χαρακτήρα κατά το δοκούν (π.χ. run-and-gun).

Συνήθως, υπό τέτοιες συνθήκες τα πνεύματα είναι οξυμένα, το παιχνίδι αναπόφευκτα καθίσταται αντιαθλητικό και οι συρράξεις μεταξύ των παικτών στον αγωνιστικό χώρο και των οπαδών στις κερκίδες, συμπληρώνουν την εικόνα του εκτραχηλισμού και της αποδιοργάνωσης.

  1. Έγινε… ροντέο το ματς στο Παπαστράτειο (εδώ)

  2. Από περίπατος έγινε… ροντέο! (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified