Η γυναίκα που πριν καν κλείσει τα 18 της οδηγάει το αμάξι του μπαμπά πηγαίνοντας με τις ξεκωλιάρες φίλες της που αλλού;Στις καφετέριες...

Επίσης υποδηλώνει την μικρή σχετικά σε ηλικία γυναίκα που δεν κατάφερε κάτι συγκεκριμένο στη ζωή της παρά μόνο να μάθει να οδηγεί και να κάνει πίπες.

- Κοίτα με τι αέρα και υφάκι παρκάρει αυτή εδώ η αυτοκινούμενη πίπα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όπως και το ματσακόνι, θεωρείται εργασία ναύτη σε καράβι, αλλά δηλώνει επίσης και την σεξουαλική επαφή, το σφυροκόπημα της γυναικός κατά την ερωτική επαφή με το αντρικό μόριο, θυμίζοντας έτσι την σχετικήν εργασίαν εκτελουμένη από τον ναύτη... Απλά το αεροματσάκονο, σαν δημιούργημα της σύγχρονης τεχνολογίας, όπως βοηθά τον ναύτη να ματσακονίσει καλύτερα και γρηγορότερα, έτσι υποδηλώνει ακόμη δυνατότερη και με περισσότερη ένταση σεξουαλική επαφή. Αυτό το μέσα-έξω θα γίνει τόσο δυνατά και γρήγορα όσο είναι αδύνατον να επιτευχθεί με ανθρώπινα χέρια και δύναμη, αλλά μονάχα με ένα δυνατό εργαλείο!

- Την είδες την δόκιμο πλοίαρχο ;
- Άμα μου παρακολλήσει έχει να φάει αεροματσάκονο... θα δει τον Χριστό φαντάρο το παλιοπούτανο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνήθως θεωρείται εργασία ναύτη σε καράβι, αλλά δηλώνει επίσης και την σεξουαλική επαφή, το σφυροκόπημα της γυναικός κατά την ερωτική επαφή με το αντρικό μόριο, θυμίζοντας έτσι την σχετικήν εργασίαν εκτελουμένη από τον ναύτη...

Άμα μου κάτσει η τύπισσα, έχει να φάει τρελό ματσακόνι!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η γυναίκα συνήθως ηλικίας 50+ με παιδιά ήδη ενήλικα ή και ήδη παντρεμένα. Προέρχεται από την αγγλική λέξη «mature» που σημαίνει ώριμη. Συνήθως το επόμενο στάδιο από τη μιλφ γυναίκα είναι αυτό του ματσουριού... Επίσης χρησιμοποιείται σαν πιο ευγενικός όρος της λέξης σιτεμένη, γρέτζω κτλ.

Την είδες αυτή που πέρασε ρε;Τ ρελό ματσούρι από Κηφισιά... έχει πάρει όλο τον δήμο στα νιάτα της, από μικρή καλογαμιόταν!

Εκ γενετής ματσούρι ο πρωταγωνιστής της ταινίας:Δημήτριος και Μουνομάχοι (από GATZMAN, 03/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Θα σε πάρει και θα σε σηκώσει (θα γίνει χαμός με την κακή έννοια).

Πρόσεχε πώς μου συμπεριφέρεσαι, γιατί την επόμενη φορά θα σου πάρει ο διάολος τον πατέρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ετυμολογία: ‹ γάνα (=επίχρισμα) + κατάλ. -ιάζω.
Επίσης για τη γάνα: η σκουριά που σχηματίζεται στα χάλκινα σκεύη που δεν τα έχουμε γανώσει, η καπνιά που κάθεται στα μαγειρικά σκεύη από τη φωτιά. Γάνωμα = κασσιτέρωμα, γυάλισμα.

Μεταφορικά: φωνάζω δυνατά λόγω αγανάκτησης, λόγω θυμού. Αλλιώς, δείχνει ταλαιπωρία, υπερβολική κουρασεμπορική Α.Ε., μανούρα που έχει προκληθεί χωρίς να εμπλέκεται ο θιγόμενος.

Πιο γενικά, δηλώνει μια κατάσταση σύγχυσης και δυσαρέσκειας που προκαλεί γκρίνια και μεταφέρεται μέσα από αυτό το πολυχρηστικό ρήμα. Ίσως να προέρχεται από την πολλαπλή χρήση της λέξης γάνα που συνήθως δίδει μια αρνητικότητα στα πράματα.

Ακόμα μερικοί ορισμοί με παραδείγματα (από εδώ):
1. η γλώσσα μου είναι καλυμμένη από λευκή επίστρωση εξαιτίας της δυσπεψίας ή άλλης αρρώστιας και γι' αυτό αποχτά άσχημη γεύση 2. για σκεύη, καλύπτομαι από σκουριά: «γάνιασε ο τέντζερης» 3. (συνεκδ.) διψώ πολύ: «γάνιασα μέχρι να βρω νερό» 4. (μτφ.) ταλαιπωρούμαι τρομερά: «γάνιασα να τρέχω για να σε προλάβω» 5. (μτφ.) μαυρίζω: «το παιδί γάνιασε απ το κλάμα» 6. για ασπρόρουχα, λερώνω: «τα γανιασμένα ρούχα δύσκολα καθαρίζουν στην πλύση». Συνώνυμο: γαριάζω.

  1. Μη γανιάζεις βρε Πασχάλη μου, αφού θα πάμε που θα πάμε στα συμπεθέρια...

  2. Αφού το κατάλαβες από την πρώτη στιγμή, τι μ' έχεις και γανιάζω;

  3. Αστοδιάτανο το παλιόπαιδο, μας γάνιασε όλους που την κοπάνησε μες στη νύχτα...

  4. Γάνιασα να καταλάβω τη διαφορά μεταξύ μουνιού και επανάστασης και κατέληξα στο πρώτο...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το Mojo αποτελεί στοιχείο της Αφροαμερικανικής κουλτούρας και πρόκειται για μια μικρή υφασμάτινη τσάντα που περιέχει μαγικά αντικείμενα και λειτουργεί ως φυλαχτό ή και ως γούρι. Η Βικούλα το ορίζει ως «προσευχή στο τσαντάκι» (prayer in bag) και το ετυμολογεί από την δυτικοαφρικανική λέξη mojuba, που σημαίνει «προσευχή τιμής και αινέσεως». Τα mojo είναι έτσι φτιαγμένα, ώστε το άτομο να μπορεί να τα φέρει διαρκώς πάνω του, κρύβοντάς τα κάπου στα ρούχα, σε εσωτερικά ρούχα ή προσαρτώντας τα και στο ίδιο το σώμα του. Πρόκειται, επομένως, για ένα μαγικό προστασίας που συνοδεύει διαρκώς το άτομο ως ένας δεύτερος εαυτός του, που του δίνει δύναμη και αποτελεί την καλή του τύχη. Εδώ θα βρείτε έναν κατάλογο από εξειδικευμένα μότζο στα ελληνικά, όπως λ.χ. το «μότζο ξεσταυρώματος», το «μότζο ακολούθα με αγόρι μου», ή το «μότζο σταθερής εργασίας», που μόνο από αυτό περιμένουμε να μας σώσει στην εποχή της ευελφάλειας ή ασφιξίας (ελληνικές εκδοχές της flexicurity).

Οπότε χάνω το μότζο μου σημαίνει χάνω το γούρι μου. Η έκφραση λέγεται όταν αρχίζουν όλα να πηγαίνουν στραβά και χάνω την τύχη μου. Περισσότερο, όμως, σχετίζεται με το ότι έχω χάσει ένα μέρος του εαυτού μου, ή ένα μέρος ενός εναλλακτικού εαυτού μου, που σε ορισμένες περιφτώσεις μπορεί να σχετίζεται και με άλλο ή άλλα πρόσωπα. Οπότε θα το μετέφραζα και ως έχω χάσει την αύρα μου, έχω χάσει τον τσαμπουκά μου, το τσαγανό μου, τη μπάλα, κυρίως όταν κάποιος χάνει τους δικούς του εσωτερικούς πόρους δύναμης τους ιδιάζοντες σε αυτόν, που μπορεί και να είναι η καταβύθιση σε βαθιά στρώματα του εαυτού ή και κάποια σχέση με ένα άλλο πρόσωπο που αποτελεί το γούρι του. Αυτός που χάνει το μότζο του εμφανίζεται ως κατηφής, ματιασμένος, κατσιασμένος, ακηδής, και δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι έχει φταίξει και περιήλθε αίφνης σε αυτήν την κατάσταση, εξ ου και ψάχνουμε πού είναι το μότζο, οέο.

@Γερμανός μεταφραστής: Λίγα παραδείγματα στον γούγλη, χρησιμοποιείται περισσότερο ως ψαγμενιά από αλτέρνια που αγαπάνε αφροαμερικανούς τε και αφροαφρικανούς, από κοελογκόμενες , από λαϊφστιλάτα περιοδικά τ.Πουτσοπόλιταν, και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις.

  1. Η κατάρα της ωρίμου ηλικίας και πώς μου χαλάει το μότζο.
    [...] Αν βέβαια υποψιαστώ ότι για να μου ξαναχαρχαλευτεί το μότζο πρέπει να περιμένω καμιά 30αριά χρόνια θα σκάσω! Με τί θα ασχολούμαι μέχρι τότε; (Εδώ).

  2. στην αρχή απολαμβάναμε και οι δύο περισσότερο να είμαι εγώ από πάνω, τώρα νιώθω σαν να έχω χάσει λίγο το mojo μου και έχουν αντιστραφεί οι ρόλοι, δηλαδή μου αρέσει καλύτερα με αυτόν από πάνω. μερικές φορές λέμε και προστυχιές πάνω στην όλη φάση. αυτά. κάνω κάτι λάθος;; γιατί δεν τελειώνω κανονικά;;;; (Εδώ).

  3. Διότι ο μεγάλος σκηνοθέτης, που συνεχίζει να παράγει ταινίες με τον εξοντωτικό ρυθμό της μίας κάθε ένα-ενάμιση χρόνο, έμοιαζε να έχει χάσει το μότζο του κάπου πριν καμιά δεκαετία - και λογικό είναι κιόλας. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Σεξουαλική πράξη συνισταμένη στην τοποθέτηση του οσχέου στο στόμα, πρόσωπο ή κεφάλι σεξουαλικού συντρόφου. Χρησιμοποιείται και ως πράξη υποταγής ή εξευτελισμού του υποκειμένου. Πολύ διαδεδομένη στα ηλεκτρονικά παιχνίδια μέσω διαδικτύου, επίσης, όπου ο παίκτης που σκοτώνει τον αντίπαλό του «πικάρει» αυτόν επικαθήμενος τοιουτοτρόπως στο άψυχο σώμα αυτού. Η προέλευση της λέξης προφανής (tea=τσάι + bag=σάκος).

- Τι έγινε χτες με το γκομενάκι;
- Την ξεφτίλισα, έβγαλα όλο μου το άχτι, από teabag μέχρι πουτσοσκάμπιλα και δε συμμαζεύεται.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά, είναι ο κουμπάρος, ο οποίος οδηγεί τον γαμπρό στην κρεμάλα, και τον καταδικάζει να αβέλει πιασμαντό σε σερμελιά και μουτζό να γίνεται, ενώ αποτελεί και το κυρίως ενδιαφέρον πρόσωπο της γαμήλιας τελετής για το βλέμμα του καλιαρντού.

όταν το κρεμαλότεκνο επισκέπτεται την κατσικαδερή οικογένεια των, ίνα της κουμπαριάς, οι γλωσσικές των επιδόσεις θα επαινεθούν προσηκόντως (αποκατέ).

Got a better definition? Add it!

Published

Ζύθος αισχίστης ποιότητας τόσο από άποψη γεύσης, όσο και από άποψη ποσότητας αλκοόλ, που δίνει την εντύπωση πως είναι περισσότερο χυμός βρύσης με ένα υποτυπώδες ποσοστό βύνης και λυκίσκου, έτσι απλά για το φολκλόρ.

Η γεύση της κυμαίνεται από υποτυπώδης (πρακτικά άγευστη) έως ελαφρώς (ή βαρέως) πικρή -με την κακή πάντα έννοια- ενώ υπάρχουν συχνά-πυκνά και περιπτώσεις όπου απλά πίνεται, αλλά είναι τόσο τζούφια που, χυμό να πάρεις, πιο εύκολα την ακούς. Συναντάται σε πολλά σούπερ-μάρκετ ως προϊόν μάρκα μ' έκαψες, πολλές φορές με στάμπα προέλευσης ζυθοπαραγωγού χώρας, ενώ πωλείται και σε πλείστα μπαρ και κλαμπάκια σε βαρελίσια βερσιόν ως προϊόν αγνού μπομπαρίσματος σε τιμή κανονικής μπύρας. Ως μπύρα, είναι το είδος ποτού που αποδεικνύει έμπρακτα όσο τίποτε άλλο ότι, όπως είπε κι ο ποιητής, την μπύρα δεν την πίνεις, την δανείζεσαι.

  1. Άλλαξα κορδόνια στα παπούτσια μου και χαίρομαι κάργα!Ετοιμάζομαι να φάω τοστ γιατί έχω λιμοκτονήσει.Ήπια μια mcfarland και είναι μια άθλια νερόμπυρα. (Από εδώ)

  2. Οι εταιρείες ψάχνονται και με άλλους χώρους, και αυτό είναι προς τιμην τους, και ο λόγος που δώσαμε λίγα χρήματα για να μπούμε, ήταν πως δεν θα είχαμε Fuzz ή Gagarin, θα είχαμε την Κωλομύγα. Μπύρα Κραφτ με πέντε ευρώ, ναι, δεν έχει νερόμπυρα, αλλά αυτός ΔΕΝ.ΕΙΝΑΙ.ΧΩΡΟΣ. (Από εδώ)

  3. Οι απανταχού Μπυραματιστές το απαίτησαν εγγράφως και όποιος δεν λαμβάνει υπόψιν του τη λαϊκή απαίτηση είναι με μαθηματική ακρίβεια καταδικασμένος να σαπίσει στην κόλαση πίνοντας ζεστές νερόμπυρες από τα πηγάδια του Διαβόλου και της παρέας του οι οποιές βράζουν και κοχλάζουν από τις αμαρτίες μας!!! (Από εδώ)

στο 1:00 (από anchelito, 02/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified