Κυριολεκτικά:

α) ο καλικάντζαρος
β) ο αναρριχητής (εδώ)

Μεταφορικά: ο δίχως στυλ, ο κακομούτσουνος, ο περίεργος στην όψη, ο ατημέλητος άνθρωπος.

Χρησιμοποιείται επίσης και για γραφή που δεν είναι ευανάγνωστη (τα γράμματα λέγονται και καρκαντζούλια), αλλά και για πράξεις που δεν αρμόζουν στις περιστάσεις (καρκαντζαλιές).

  1. Κοίτα τον πως ντύθηκε ο γιαλαμάς, σαν καρκάντζαλος είναι πάλι...

  2. Τι γράμματα είναι αυτά παιδάκι μου; Σα καρκαντζούλια είναι, θα μου βγουν τα μάτια...

  3. Άρχισες πάλι τις καρκαντζαλιές; Για συμμαζέψου, το μαγαζί είναι κυριλέ...

  4. Καρκαντζουλέησιονς, πάλι μετεξεταστέος έμεινες ρε κούτσουρο;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηρισμός κοπέλας που έχει πολύ φουντωτά και σγουρά μαλλιά (όχι με την καλή έννοια) και τα αφήνει έτσι ελεύθερα και χαοτικά, θυμίζοντας την ομώνυμη ηρωίδα του Quino.

Καλύτερα που τά 'κανες αγορέ, γιατί είχες γίνει μαφάλντα πριν.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι κι έτσι, φίφτυ φίφτυ. Από το semi- (ημι- στα λατινικά, αγγλικά, γαλλικά κλπ) και demi (ήμισυ στα γαλλικά).

- Πώς νιώθεις, καλύτερα;
- Σεμί ντεμί...

Got a better definition? Add it!

Published

Ο άνετος, cool, χαλαρός τύπος που δεν φοβάται τίποτα.

Ο Γιώργος είναι πολύ μάγκας που ζήτησε από την Εύη να βγουν ραντεβού.

(από Khan, 03/04/14)(από Khan, 06/06/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η φράση «δωματιάκι» συχνά αναφέρεται στον σύνδεσμο φιλάθλων της ΑΕΚ που βρίσκεται στους Αμπελόκηπους, λίγο πιο πέρα από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Το συναντάμε σε υποκοριστικό (αντί του ορθότερου «δωμάτιο») λόγω της περιορισμένης χωρητικότητας σε άτομα που μπορεί να φιλοξενήσει (φημολογείται πως είναι 20 τ.μ.).

Οι φίλαθλοι της ΑΕΚ συγκεντρώθηκαν στο δωματιάκι για να πάνε οργανωμένα στο γήπεδο λίγο πριν την έναρξη του αγώνα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συχνά αναφέρεται και στη χορευτική ομάδα που συνοδεύει τον τραγουδιστή που εμφανίζεται σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης.

Πήγα χθες στο Σάκη και το μπαλέτο ήταν φανταστικό.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόγραμμα στο κινητό που το ανοίγεις για να στείλεις κάνα αρχείο σε άλλο κοντινό κινητό χωρίς το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας. Είναι μεταφρασμένο δάνειο του αγγλικού όρου bluetooth.

- Ωραία φωτογραφία, περίεργο για κινητό αλλά είναι γαμάτη.
- Άνοιξε το κυανόδοντα να στην στείλω.

Άσχετο, αλλά βλ. και bluetooth.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

«Νεορεαλιστικό ποιητικό κίνημα που επικεντρώνεται στην απλή αντιλογία μεταξύ υλικής και διανοητικής υπεροχής ενός ατόμου» - ορισμός που λαμβάνεται από απόφθεγμα από τη λαϊκή σοφία της νήσου Αγίας Ειρήνης.

Με την παγκόσμια ποίηση εννοείται/υποδηλώνεται ένα πλήθος ιδεών και σκέψεων πέρα από την σφαίρα της ανθρώπινης διάνοιας. Δυσπρόσιτες έννοιες προσσεγίζονται με τρόπο σύντομο, απλό και κυρίως μονολεκτικώς.

Κύριοι εκφραστές της διάφοροι εραστές του μπρόκολου, με κύριο αντιπρόσωπο τον Ευθύμιο.

Η παγκόσμια ποίηση μελετάται πάντα σε συνδυασμό με σωματική καταπόνηση και άσκηση για την διύλιση των λεπτόμορφων νοημάτων της...

Για τους αναγνώστες που ακόμα δυσκολεύονται στην εμπέδωση του όρου, με την χρήση «Παγκόσμια Ποίηση» γίνεται αναφορά σε όλα εκείνα τα δύσκολα πράγματα που θέλουμε να αποφύγουμε σε μια συζήτηση, για τα οποία έχουμε άγνοια αλλά δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Επίσης ακυρώνει την όποια προσπάθεια του συνομιλητή για σοβαρή κουβέντα...

- Παιχταρά μου μάτσα μούτσα....(με αγκαλιά)
- Τέρας μαλάκα έχεις γίνει...
- Gym σήμερα έλιωσα ρε... Σπάσαν τα peck-dekια...
- Καλά έκανες αγορίνα... Θα ερχόμουν και εγώ αλλά κόλλησα με ένα ντοκιμαντέρ για την παγκοσμιοποίηση... Εσένα ποιά είναι η γνώμη σου ρε Θύμιο;
- Κοίτα να δεις... (μορφασμός πανικού...) έχω διαβάσει πολλή παγκόσμια ποίηση πιο παλιά... Anyway, σήμερα gym ρε 300 κιλά πάγκο... ΚΡΑΑΑΑΑΑΑΚΚΚΚΚΚΚ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λήμμα-σύνθημα που συμπυκνώνει σε τρεις λέξεις μία ολόκληρη φιλοσοφία και στάση ζωής. Χωρίς περαιτέρω σχόλια.

Σε παλαιότερες εποχές (βλέπε '80s) απαντάτο ως σύνθημα σε τοίχους των Εξαρχείων και σε φοιτητικά αμφιθέατρα. Έκτοτε αγνοείται η τύχη του.

- Τι κάνει ρε εκείνος ο παλιός σου φίλος ο Πάνος; Έχω να τον δω κάτι χρόνια...
- Τι να κάνει, αφού τον ξέρεις τώρα τον Πάνο. Μια ζωή τα ίδια! Σούρα, τζούρα και μαστούρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο με καρακίτς εμφάνιση που γίνεται αντικείμενο ειρωνικών σχολίων από χιλιόμετρα μακριά (συνώνυμο περίπου του σούργελο).

Στη γηπεδική αργκό, η ομάδα που έχει τα χάλια της, που σέρνεται στο γήπεδο, και αντιστοίχως τσίρκουλα οι παίχτες της εν λόγω ομάδας.

- Τι βλέπω ρε, ο Γιάννης κυκλοφορεί με καινούργια γκόμενα;
- Καλά την έχεις δει πως είναι; Που πάει ρε ο μαλάκας μ' αυτό το τσίρκουλο;

- Τέτοια τσίρκουλα δεν έχω ξαναδεί ρε φίλε! Σου λέω δε μπορούσαν ν' αλλάξουν μια μπαλιά στα δύο μέτρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified