Υπάρχουν στο slang.gr κάποια λήμματα (τέσσερα, προς το παρόν) με κοινό τους χαρακτηριστικό ότι περιέχουν τη λέξη μπουγάτσα. Συγκεκριμένα, είναι τα:

Στη Βόρεια Ελλάδα, που ξέρουμε τι είναι μπουγάτσα, εννοείται ότι αυτές τις φράσεις δεν τις λέμε. Τις θεωρούμε παραδείγματα του λεγόμενου Αθηναϊκού χιούμορ που, βασικά, δεν το καταλαβαίνουμε και όταν το καταλαβαίνουμε δεν το βρίσκουμε αστείο αλλά, επειδή είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι (ξέρεις, δεύτερη πόλη σε δυο αυτοκρατορίες, η Μεσευρώπη είναι η ενδοχώρα μας κλπ), χαμογελούμε συγκαταβατικά. Νταξ, και το μπουγάτσα με τουρίστα έχει μια πλάκα, ωσαύτως και το μπουγάτσα με λεφτά που δεν υπάρχει ως λήμμα αλλά να μη σας βάζω ιδέες τώρα.

Τέσπα, εμείς που τρώμε μπουγάτσα - Σαλονικιοί, αλλά και οι Σερραίοι είναι ακόμα πιο δυνατοί και Βερροιώτες, Καβαλιώτες, Δραμινοί επίσης γνωρίζουν - όταν λέμε μπουγάτσα εννοούμε αυτό που τρώμε - με κρέμα, με τυρί, με σπανάκι, με κιμά η και σκέτη.

Εδώ ήρθαμε.

Σκέτη μπουγάτσα είναι η μπουγάτσα χωρίς γέμιση - τίποτα. Στη σοφτκόρ έκδοση βάζεις από πάνω ζάχαρη άχνη και κανέλα. Στο πιο χαρκόρ βάζεις λίγη ζάχαρη χοντρή. Και σε καταστάσεις μόνο μπλακ δε βάζεις τίποτε - τρως το φύλλο κι αν είναι σωστό ως φύλλο κωλολέει.

Σκέτη μπουγάτσα, εξ αυτού, είναι ευρύτερα και ο,τιδήποτε το γουστάρουμε χωρίς ψιμμύθια, φρου φρου αρώματα και φραμπαλάδες - το γνήσιο, το απέριττο, αυτό που η ποιότητα του δεν χρειάζεται support act για να αναδειχθεί. Σκέτη μπουγάτσα, καφές σκέτος, ούζο ανέρωτο - όλα αυτά ζουν στο ίδιο μεταφορικό, μυθολογικό σύμπαν όπου οι άντρες είναι άντρες και οι γυναίκες ξέρουν να τηγανίζουν μελιτζάνες.

Η συγκεκριμένη έκφραση είναι μάλλον και το μόνο παράδειγμα όπου η λέξη μπουγάτσα γνησίως εμπλέκεται σε μεταφορικές περιπέτειες.

ΟΚ, φτάνει. Όποιος θέλει να μάθει περισσότερα για τη μπουγάτσα να πάει σε αυτό το Σερρέικο σάιτ. Οι άνθρωποι έχουν κάνει παγκόσμιο ρεκόρ στη μπουγάτσα κι εσείς τους λέτε ακανέδες.

- Φίλιππα, στη μπριζόλα σου θέλεις λεμόνι; Βούτυρο; Κάποιο σως;
- Όχι ρε, τίποτα ... σκέτη μπουγάτσα ... αφού με ξέρεις εμένα ...
- Να την ψήσω;

Focaccia σκέτη (από Vrastaman, 31/05/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνώνυμο με το σαλαμάκι - το *σκονάκι *είναι η Σαλονικιά βερσιόν.

Κάποια εποχή, προσφιλής ενασχόληση της μαθητιώσας νεολαίας της προεφηβικής ηλικίας - βασικά, των αγοριών - στα διαλείμματα, μετά το σχόλασμα κλπ. Όπως ακριβώς λέει ο Vrastaman πρόκειται για ξώφαλτση σφαλιάρα στον κώλο ανυποψίαστου συμμαθητού με την ανάστροφη του χεριού και με φορά από πάνω προς τα κάτω, είτε κατακόρυφα είτε λίγο λοξά. Για να πετύχει το σκονάκι - δηλαδή, να τσούξει - είχε καίρια σημασία το χέρι να τιναχτεί και ίσα ισα νάρθει σε επαφή με τον στόχο, είτε με τα νύχια είτε ελάχιστα με τις αρθρώσεις των δαχτύλων. Βοηθούσε και αν το παντελόνι του θύματος ήταν από ύφασμα λεπτό.

Η προέλευση του όρου είναι ασαφής αλλά ίσως να παραπέμπει στην κίνηση με την οποίαν τινάζουμε λίγη σκόνη που έχει κάτσει επάνω μας.

Τα σκονάκια, τεκμηριωμένα, έπαιρναν κι έδιναν στα σχολεία της Θεσσαλονίκης από τις αρχές της δεκαετίας του '60 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80 - ίσως το εύρος της περιόδου να είναι λίγο μεγαλύτερο, αν κάποιος ξέρει κάτι ας το καταθέσει. Η συγκεκριμένη πλακίτσα ατόνησε βαθμιαία για έναν λόγο πολύ πεζό και προφανή: την διάδοση του τζην παντελονιού. Ειδικά σε κάτι καραβόπανα τυπου Lee και Wrangler το σκονάκι δεν έπιανε με τίποτε κι αντί να τσούξει το κωλαράκι πονούσε το χεράκι.

- Όχι, ρε μαλάκα ... τι κωλαράκι έχει ο Άγης, ρε παιδάκι μου ... τουρλωτό. τροφαντό ... δεν αντέχω, πάω να του ρίξω σκονάκι ...
- Ανδρέα, είσαι σαράντα χρονών με διδακτορικό και δυο παιδιά ... το δεύτερο από τα οποία σε ένα λεπτό ο Άγης θα βάλει στην κολυμπήθρα ... σκονάκι στην εκκλησία, σε ώρα βάφτισης. δεν παίζει ... σύνελθε, Αντρέα ... Αντρέα, είπα ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο παλιός, ο βέρος Σαλονικιός. Το Σαλονικιό αντίστοιχο του Αθηναίου γκάγκαρου.

Παλιότερα, για να χαρακτηρισθεί κανείς μπαγιάτης έπρεπε ο ίδιος, οι γονείς του, οι παππούδες του και βάλε νάχουν γεννηθεί και νά 'χουν μεγαλώσει στην πόλη - και μάλιστα «εντός των τειχών», έκφραση που στη Θεσσαλονίκη είναι κυριολεξία. Προπολεμικά, ο όρος διέκρινε τους ντόπιους από τους πρόσφυγες. Αλλά, απ' τη δεκαετία του '70 και δω, αυτό έχει εξασθενήσει - δυο-τρεις γενιές πια φτάνουν και σήμερα, ας πούμε, υπάρχουν Πόντιοι την καταγωγή που αυτοχαρακτηρίζονται μπαγιάτες. Ο όρος πια ξεχωρίζει βασικά τους γεννημένους στη Σαλονίκη από γονείς Σαλονικιούς από τους τελείως νιόφερτους - και τα τελευταία 40 χρόνια, λόγω αστυφιλίας και μετανάστευσης, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης έχει τετραπλασιασθεί.

Αλλά, πέρα από καταγωγή, το νά 'σαι μπαγιάτης είναι πρωτίστως στάση ζωής και νοοτροπία. Η προέλευση της λέξης δεν είναι εξακριβωμένη (δες και παράδειγμα 1). Αλλά, κάτι μπαγιάτικο έχει μείνει πολύ καιρό, μυρίζει κλεισούρα κι έχει ίσως μουχλιάσει ή ξινίσει - ε, μέσα είσαι γιατί ο κλασικός μπαγιάτης είναι ακριβώς συντηρητικός, κλειστός χαρακτήρας και μάλλον στριφνός άνθρωπος, λίγο μούχλας και λίγο μούργος.

Όλα αυτά ο μπαγιάτης τα παραδέχεται, αλλά η πλάκα είναι ότι τα θεωρεί καλά πράματα, σχεδόν τίτλο τιμής - κι όποιος το καταλάβει αυτό κατάλαβε τους Σαλονικιούς με τη μία. Βεβαίως και δεν ενθουσιάζεται εύκολα -αλλά, και τί είδε που ν' αξίζει να ενθουσιασθεί; Βεβαίως και βαριέται να κουνηθεί -σάματις τα καινούργια μαγαζιά που θέλουν να τον πάνε θά' ναι καλύτερα απ' αυτά που ξέρει; Βεβαίως και γκρινιάζει για τα πάντα -γιατί, άδικο έχει; Βεβαίως και δεν ανοίγεται εύκολα -γιατί, κορόιδο είναι, αφού όλοι θέλουν τον εκμεταλλευθούν;

Έτσι, όταν ένας μπαγιάτης Σαλονικιός πρωτογνωρίσει έναν Αθηναίο θα τον βρει αλλέγκρο και ευχάριστο, αλλά μάλλον φλούφλη και άτομο στο οποίο δύσκολα μπορείς να βασιστείς. Άμα του τα πει αυτά, ο Αθηναίος θα παραξενευτεί. Ο Αθηναίος, ανάλογα, θα βρει τον Σαλονικιό βαρύ κι ασήκωτο, αλλά ντόμπρο -άμα αυτός του το πει, ο μπαγιάτης Σαλονικιός θα κολακευτεί.

Πώς μπορεί ένας επισκέπτης στη Θεσσαλονίκη να αναγνωρίσει τον μπαγιάτη;

  • Δεν μπαίνει σε άσκοπες συζητήσεις για σουβλάκια και καλαμάκια, μπουγάτσες με τυρί και τυρόπιτες. Αυτός ξέρει ποιό είναι το σωστό. Το πρόβλημα το έχουνε οι κάτω.
  • Εννια φορές στις δέκα δεν λέει «οι Αθηναίοι», λέει «οι κάτω». Την δέκατη λέει «οι κωλοχαμουτζήδες» αλλά πρέπει νάχει εκνευριστεί πολύ. Ποτέ δε λέει «οι πρωτευουσιάνοι» -αυτό το λένε οι επαρχιώτες και η Θεσσαλονίκη δεν είναι επαρχία.
  • Είναι πεπεισμένος ότι οι κάτω επί πολλά χρόνια ήθελαν να πάρουν την Έκθεση -είναι πάντα η Έκθεση, ποτέ η Διεθνής Έκθεση και ποτέ η ΔΕΘ. Α ναι, κι όταν δεν τα κατάφεραν την έφεραν στο χάλι που είναι σήμερα.
  • Για το γεγονός ότι δε γίνεται τίποτε στη Θεσσαλονίκη φταίνε οι κάτω. Κάποιοι που εσχάτως υποστηρίζουν ότι ίσως και να μην είναι και απολύτως έτσι μπορεί να είναι Σαλονικιοί αλλά μπαγιάτηδες δεν είναι.
  • Ήξερε/ξέρει τσινάρια από το Τσινάρι.
  • Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ποια από τις μεγάλες ομάδες υποστηρίζει -Άρης, ΠΑΟΚ, Ηρακλής- αλλά με ποια από τις μικρές ομάδες της πόλης ασχολείται π.χ. ο Παπαγεωργόπουλος προέρχεται από τον Αετό, ο Ψωμιάδης από τον ΠΑΟΔ και εκεί είναι η χάρντκορ εκλογική τους βάση.
  • Όταν του πεις Κρικέλας, ποτέ δεν πάει το μυαλό του στο καινούργιο ρεστωράν στο λιμάνι - πάει πάντα στο παλιό στην προέκταση της Όλγας ή, αν είναι μιας ηλικίας, στο μικρό στα λουλουδάδικα.
  • Αναρωτιέται ακόμα γιατί κλείσανε τα χαμάμ.
  • Κοίτα να δεις, ο Αγαπητός πάντα ήταν καλύτερος απ' τον Τερκενλή. Και δεν κρίνω από τώρα που τον Τερκενλή τον μάθανε και οι κάτω και χάλασε τελείως.
  • Ραντεβού στην πλατεία; Ποια πλατεία; Το Εμπορικό Κέντρο Πλατεία; Α, εννοείς την Αυστροελληνική ... ναι, το καπνομάγαζο ...
  • Η καλύτερη μπύρα είναι η Άμστελ. Το καλύτερο γάλα το Αγνό.
  • Πού να τρέχουμε τώρα στα νησιά, ρε; Παραλίες σα την Χαλκιδική δεν έχει πουθενά.
  • Ο μπαγιάτης δεν είναι τοπικιστής. Απλώς, στη Σαλονίκη είναι καλύτερα.

    Αυτά ακριβώς, τίποτε άλλο. Τα υπόλοιπα -φραπεδούπολη, μπουγάτσα με κεριά, σελεμελές- ο μπαγιάτης ξέρει ότι τα διαδίδουν οι Αθηναίοι που σπουδάζουν επάνω και δεν δίνει σημασία.

Α, ναι, κι ένα τελευταίο. Οι μπαγιάτηδες συχνά λένε ότι ο βιότοπός τους -η Α' εκλογική περιφέρεια Θεσσαλονίκης- είναι το πολιτικό βαρόμετρο της χώρας: ό,τι ποσοστά βγάζει η Α' Θεσσ. βγαίνουν και πανελλήνια. Δεν ξέρω αν είναι ακριβώς έτσι στα νούμερα, αλλά είναι γεγονός ότι η Α' Θεσσ. έχει αναδείξει κορυφαίες προσωπικότητες του δημόσιου βίου: Κούβελας, Ψωμιάδης, Παπαγεωργόπουλος, Τσοχατζόπουλος, Βενιζέλος, Παπαθεμελής. Και επειδή είναι γνωστό ότι ο δημόσιος βίος της χώρας έχει πρόβλημα, λέω μήπως έχει και το βαρόμετρο και μήπως οι μπαγιάτηδες δεν είναι και τόσο κουλ όσο νομίζουν.

  1. «Μπαγιάτηδες» είναι προσηγορία των Σαλονικιών, είτε απο τον καφενέ ενός Μπαγιάτη που συγκέντρωνε τις διαβόητες γκρίνιες τους, (ως πριν πέντε χρόνια υπήρχε ένα καφενείο ενός Μπαγιάτη, κοντά στη συμβολή Σοφούλη με βασιλίσσης Όλγας) είτε από την λέξη «μπαγιάτης», νεολογισμός του τέλους του 19ου αιώνα γιά το γεροντοπαλλήκαρο, τον συντηρητικό στις απόψεις και άλλα συνεκδοχικά (Από http://petefris.blogspot.com/)

  2. Τα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα» ήταν μια ταβέρνα-παράγκα στη Θεσσαλονίκη, στην διασταύρωση Τσιμισκή με Νικηφόρου Φωκά. Ο ιδιοκτήτης της, Γιώργος Δαλαμάγκας δημοφιλέστατος τότε, μπαγιάτης, δηλαδή βέρος Σαλονικιός, ήταν ψηλός, κιμπάρης, χουβαρντάς. (www.hellenica.de)

  3. - Καλώς τον Δημήτρη ... τι έγινε, δικέ μου; Πώς ήτανε το ταξίδι του μέλιτος; Ταϊτή κι έτσι, έμαθα ... φοβερές παραλίες κι έτσι;
    - Νταξ ναούμ, καλές παραλίες έχει ... αλλά και σαν τη Χαλκιδική δεν είναι ...
    - Α, ρε μαλάκα ... μπαγιάτης γεννήθηκες, μπαγιάτης θα πεθάνεις ... γι' αυτό σε γουστάρω, αγορίνα μου ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η περιοχή των Αμπελοκήπων στην Αθήνα.

Για κάποιον λόγο, συνήθως ampelogarden - και σπανιότερα στον πληθυντικό ampelogardens, όπως θα περίμενε κανείς.

Στο ίντερνετ συναντάται συχνά σε κείμενα greeklish, ιδιαίτερα στο πεδίο 'Περιοχή' της ταυτότητας του χρήστη. Μερικές φορές γράφεται και αμπελοgarden.

Ίσως αρχικά ειρωνικός χαρακτηρισμός της περιοχής από τις παρέες των Β.Π. αλλά φαίνεται αργότερα να υιοθετήθηκε - κυρίως από φανατικούς οπαδούς του Παναθηναϊκού.

Πολύ σπανιότερα, η λέξη αναφέρεται και στη συνοικία των Αμπελοκήπων της Δυτικής Θεσσαλονίκης.

  1. (Από το forum στο www.cyclist-friends.gr)

- Αυτές τις μέρες, μετακομίζω από Χαλάνδρι στους Αμπελόκηπους. Ένα από τα «σημεία ενδιαφέροντος» είναι και τα καταστήματα ποδηλάτων ... Από τις μέχρι τώρα διαδρομές στην περιοχή (είναι κοντά και η δουλειά) δεν έχω δει κανένα κατάστημα ποδηλάτων ... Αν γνωρίζετε κάποιο κατάστημα, μπορείτε να το αναφέρετε, μαζί με τη διεύθυνσή του;

- Δεν έχει! Den exei podilatadiko kardia mou stous Ambelogarden!!!

  1. (Από το www.greekmeds.gr/forum)

Εγώ δε θα ήμουν ποτέ Πανάθα αν
1) Δεν έμενα Αμπελοκήπους και
2) Δεν ήμουν στην κολυμβητική ομάδα του Παναθηναϊκού από μικρό παιδί

Το δεύτερο το παράτησα, όχι όμως και το πρώτο ... AMBELOGARDEN 13 !!

  1. (Από το www.joy.gr/community)

Όνομα: spyros
Επώνυμο: InsomniaZzZzzzzzz
Φύλο: Άνδρας
Ηλικία: 26
Περιοχή: Ampelogarden
Ενδιαφέροντα: polla...
Ομάδα: Panatha

  1. (Από το www.www.bikenet.gr/forum)

Σχολάω στις 17:00 από Καλλιθέα, από τις 17:30 και μετά θα είμαι Αμπελοgarden. Βρισκόμαστε όπου επιλέξεις ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικά:
κατιμάς ο (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :τουρκ.λ. katma = συμπληρωματικός] μικρό κομμάτι κρέας κατώτερης ποιότητας που προσθέτει ο κρεοπώλης στο ζύγισμα του καλού, για να καταναλωθεί κι αυτό. Αλλιώς κατμάς.

Μεταφορικά και σλαγκικά: Ό,τι μας περίσσεψε, με όλες τις εκφάνσεις της φράσης. Κάτι που σου πασάρουν υπούλως (σαν τον χασάπη ανωτέρω) ή επιλέγεις εξ ανάγκης (επειδή δεν έμεινε τίποτα καλύτερο, ή δεν σε παίρνει να ψωνίσεις καλύτερη ποιότητα λόγω τιμής). Κανείς δεν είπε ότι ο κατιμάς δεν τρώγεται - απλά είναι υποτιμημένος. Συχνά αναφέρεται σε ερωτικούς συντρόφους (Παραδείγματα 1, 2) ή σε παίκτες για διάφορα αγωνίσματα (Παράδειγμα 3).

Στον ερωτικό τομέα, η επιλογή του κατιμά λόγω ανάγκης, δεν αποτελεί απαραίτητα απόδειξη ότι κάποιος είναι σαβουρογάμης / σαβουρογάμα. Ίσα ίσα αποτελεί ένδειξη ότι το υποκείμενο είναι ευέλικτο και έχει αντιληφθεί ότι, λόγω νομοτελειακών καταστάσεων όπως η φυσική επιλογή, όποιο είδος δεν προσαρμόζεται στις συνθήκες είναι καταδικασμένο να εκλείψει.

Ο λαός είναι σοφός και το να ακολουθεί κανείς τις λαϊκές ρήσεις είναι σοφία. Στην περίπτωση επιλογής του κατιμά ακολουθείται το ρητό «Στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι».

Το υποκείμενο, για να αποφύγει τις συνέπειες των επιλογών του και την κοινωνική κατακραυγή μπορεί να ισχυριστεί ότι διετέλεσε μια εξυπηρέτηση, οπότε τελικά από δακτυλοδεικτούμενος με την κακή έννοια, γίνεται ήρωας.

Σχετικά λήμματα (μη εξαντλητική λίστα): σαβούρα, πατσαβούρα, πλέμπα, διπλοσάκουλο, τελειωμένος, γαμίκος κ.λπ.

Δεν πρέπει να συγχέεται με έννοιες όπως: Καπαμάς (φαγητό από κρέας με λάχανα), καπλαμάς (επικάλυμμα), κάτι μας... (-συνέβη, -βρήκε, -έτυχε κλπ ρήματα).

Παράδειγμα 1
- Καλά μωρέ Κατερίνα, είναι δυνατόν, πήγες με τον κουασιμόδα, τον τελειωμένοπου τα χει ρίξει σε όλες μας και έφαγε από όλες τον χυλό;
- Σοφία, δείξε σοφία κι άσε την κριτική. Αφού το ξέρεις, τα μισά καλά παιδιά είναι πιασμένα από πουτάνες και τρελές και τα μισά από τα υπόλοιπα είναι λούγκρες. Έκανα και 'γω τον συμβιβασμό μου με τον κατιμά, μέχρι να 'ρθει ο πρίγκιπας.
- Τον έβαλες να φοράει κολάν και καβάλα σε κανα άλογο για να σου 'ρθει η όρεξη;
- Ήπια πριν όλο το Βόσπορο και μετά περιορίστηκα στην ανάποδη καβαλαρία και στο πισωκολλητό. - Τι να σου πω ρε φιλενάδα, άντε και εις ανώτερα.

Παράδειγμα 2
- Γάμησες;
- Γάμησα...
- Λέγε ρε.
- Άσε.
- Λέγε λέμε! Ποια;
- Την Ποπάρα...
- Ε, όχι ρε πούστη εκεί ξέπεσες, στον κατιμά; - Μια εξυπηρέτηση ρε φίλε...
- Είσαι ήρωας κολλητέ, θα πας στον παράδεισο...

Παράδειγμα 3
Ο κατιμάς στον πάγκο, εκτός από τον Βάγγο. (από εδώ)

(από pavleas, 22/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα λιβάδια, τα βοσκοτόπια. Επίπεδες εκτάσεις με χαμηλή βλάστηση από χόρτα και θάμνους.

Από το τούρκικο cayir που σημαίνει το ίδιο - cayir στα Τούρκικα μπορεί να δηλώνει επιπλέον και τη σαβάνα και τα αμερικάνικα prairies.

«Πάω στα τσαΐρια» σημαίνει περιπλανώμαι σε τόπο αφιλόξενο, στην ερημιά. «Για τα τσαΐρια» όταν λέμε σημαίνει ότι κάτι ή κάποιος δεν είναι για κόσμο - τουλάχιστον, για κόσμο πολιτισμένο, για τα σαλόνια.

Παράγωγη είναι και η λέξη τσαϊράδα που σημαίνει εκδρομή στην εξοχή άλλα σε μέρη μάλλον άγρια ή κι έναν άσκοπο περίπατο στα χωράφια. Η λέξη τσαϊράδα έχει εξασφαλίσει την αθανασία χάρη στο ομώνυμο ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Η λέξη τσαΐρια επιβιώνει και σε διάφορα τοπωνύμια - π.χ. ήξερα περιοχές που οι ντόπιοι αποκαλούσαν «τα Τσαΐρια» στην Επανομή και στον Άγιο Μάμα της Χαλκιδικής.

Παράβαλε και το λήμμα μπαΐρια.

  1. - Είχε δηλαδή πολύ κυνήγι εκείνα τα χρόνια;
    «Τι πολύ, για τους λαγούς σας είπα, οι πέρδικες έμπαιναν μέσα στο χωριό, που λέει ο λόγος. Έβγαινες το πρωί έξω από το χωριό στα τσαϊρια, που είχαμε τα αλώνια κι άκουγες τις πέρδικες να κελαηδάνε. (Από το περιοδικό Κυνηγεσία και Κυνοφιλία, αναδημοσίευση στο www.alfa-omega.gr)

  2. Το παράδειγμα είναι στα Ποντιακά από το http://pontosandaristera.wordpress.com:

Τα τσαΐρια όντα ετρανίναν επένανε με τα κερεντίδες και εθέριζανε και εποίνανε τα χορτάρια δέματα για να είχαν το χειμονκόν τροφήν για τα ζα τουνα.

Και η μετάφραση στην Κοινή

Καθώς μεγάλωναν τα λιβάδια, τα θέριζαν με τις κόσες και έκαναν τα χόρτα δέματα για να τα χρησιμοποιήσουν ως τροφή για τα ζωντανά τους, το χειμώνα.

  1. Τσαϊράδα (Ντίνος Χριστιανόπουλος, 1960)

Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε.
Τ' αγκάθια τσιμπούν και τα τριβόλια κολνούν και προδίνουν.
Το λασπωμένο ρέμα, όλο κουνούπι και κακό,
δε μοιάζει τα ολοκάθαρα ρυάκια του χωριού σου.

Εδώ δεν είναι τόπος να ξανάρθουμε.
Έχτισαν κι άλλο σπίτι, βλέπω φως στο παράθυρο.
Ο χωματόδρομος περνάει σχεδόν δίπλα μας.
Ζευγάρια επιστρέφουν με το μοτοσακό.

Εδώ δεν είναι τόπος να ησυχάσουμε.
Αυτό το ρεμπέτικο μού χάλασε όλο το κέφι.
Βουρκώνει το μέσα μου καθώς σ' αγκαλιάζω.
Μου κάνει κακό ν' ακούω για ξενιτεμούς.

Εδώ δεν είναι τόπος για μάς.
Ακόμα κι η εξοχή έχει τον τρόπο της να μας πληγώνει.

Να προσεχθεί, παρακαλώ, το μπλουζάκι του δικού μας - είναι από την T.O. Επανομής του slang.gr (από poniroskylo, 06/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απλό παιδικό παιχνιδάκι που αποτελείται από μια φτερωτή στηριγμένη σ' ένα ξυλάκι - περιστρέφεται με τον αέρα ή μ' ένα ελαφρύ φύσημα. (Παρ. 1)

Επίσης, η φτερωτή του πισιού - το fan. (Παρ. 2)

Βορειοελλαδίτικη λέξη. Στη Νότια Ελλάδα το φουρφούρι λέγεται μύλος, ανεμόμυλος ή ανεμιστήρας. (Παρ. 3)

Βορειοελλαδίτικη ακραιφνώς και η έκφραση θα σε κάνω φουρφούρι. Απειλή ή και υπόσχεση με σφιγμένα δόντια - σημαίνει θα σου ξηγηθώ αλμυρό φυστίκι και θα φας τέτοια ήττα που θα χάσεις τη μπάλα και θα βολοδέρνεις από δω κι από 'κει σαν το φουρφούρι στον άνεμο. (Παρ. 4) Κατά μία πιο ακραία εκδοχή, θα σου ρίξω τέτοιο γαμήσι απ' όλες τις τρύπες που θα μπάζεις αέρα. (Παρ. 5)

Μια ενδιαφέρουσα ετυμολογία που έχει προταθεί εδώ λέει ότι το φουρφούρι προέρχεται από το λατινικό furfur, γεν. furfuris που σημαίνει πίτουρο. Στη Δυτική Μακεδονία, φουρφούρια λένε τα ξερά, λεπτά χόρτα που μοιάζουν με πίτουρα και χρησιμοποιούνται για προσάναμμα. Έχουνε δε και την έκφραση «η πίτα έγινε φουρφούρι» που σημαίνει ότι η πίτα ψήθηκε τόσο καλά που το πάνω φύλλο έγινε λεπτό και τραγανιστό και θρυμματίζεται σαν ξερό χόρτο.

  1. Στο εργαστήρι « Μύλος είναι και γυρίζει…» φτιάξαμε το παραδοσιακό παιχνίδι, τον μύλο (το φουρφούρι), και αφού φυσήξαμε δυνατά το παιχνίδι άρχισε!!! (από flickr.com)

  2. Το να χάνω ώρες από τη δουλιά μου γιατί στα καλά καθούμενα πέταξε ένα kernel panic επειδή ο USB controller είναι προβληματικός, είναι κόστος. Το να μου παίρνει τα αυτιά το φουρφούρι που προσπαθεί να ψύξει στις πλήρεις στροφές του, γιατί δεν υποστηρίζει throttling, είναι κόστος. (από http://www.thesmac.gr)

  3. (Από το γκρουπ του φατσοβιβλίου EIMASTE ATHINAIOI (MENOYME ATTIKH) KAI DEN TROME BOUGATSES)

Δεν λες τον ανεμιστήρα ''φουρφούρι'' .(Βy John Chondrogiannis). ΟΤΙ ΝΑ ΝΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ ΟΜΩΣ..

  1. Σε βγάζει ο αλλος μονο με Μαϊστόροβιτς και αντι να μπεις μέσα να τον κάνεις φουρφούρι μου κάθεσαι και περιμένεις να βγάλεις χαμένη πάσα στον Ρεγκέιρο; ... (από www.metropolisradio.gr)

  2. (από συζήτηση σε φόρουμ στο http://www.giapraki.com)

    -Δηλαδή, αν «τιμωρηθεί» ο ηλεκτρολόγος, δεν θα ξανα-υπάρξει πρόβλημα; Δυστυχώς, δεν είναι το θέμα να βρεθεί ένα εξιλαστήριο θύμα για να ησυχάσουμε εμείς οι υπόλοιποι ...
    - Και πότε θα ησυχάσετε εσείς οι υπόλοιποι zante ; Όταν αλλάξει όλη η λειτουργία του Στρατού ; Μήπως όταν καταργηθεί η στρατιωτική θητεία;
    - Να ξαναγίνει 30 μήνες να γίνει ο κώλος σας φουρφούρι ... ντακότες......

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άκρως ενδιαφέρουσα λέξη, αυτήκοος μάρτυρας της οποίας έγινα στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Τσιλάγρα είναι μεταφορικώς η ακατάπαυστη συζήτηση, όταν δηλαδή πιάνουμε ατελείωτη κουβέντα. Κυριολεκτικώς είναι το λάδι που πετάγεται από το τηγάνι, όταν τηγανίζουμε.

Άγνωστη η ετυμολογική προέλευση της λέξης, αλλά λογικά παραπέμπει στις νοικοκυρές που πιάνουν την άσκοπη κουβέντα, όταν τηγανίζουν και ξεχνιούνται, οπότε το λάδι αρχίζει να πιτσιλάει από την υπερβολική θερμότητα που αναπτύσσεται.

  1. (Απόσπασμα άρθρου της εφημερίδας Παρόν)

«Σύσκεψη συγκάλεσε ο νομάρχης με τους ψαράδες των λαϊκών αγορών. Το θέμα ήταν η τήρηση των υγειονομικών διατάξεων. Αλλά το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε συσκέψεις και τσιλάγρα... Είναι να έχουμε ελεγκτικούς μηχανισμούς; Έχουμε κύριε Δημήτρη;»

  1. (Σχόλιο διαδικτυακού forum)

«Μετά από αφόρητες πιέσεις ο διαχειριστής του site υπέκυψε τελικά στο αίτημα για την δημιουργία forum.
Μπορείτε να γραφτείτε λοιπόν και να αρχίσετε την ηλεκτρονική τσιλάγρα.
Αρχικά έφτιαξα τεσσερις θεματικές ενότητες. Αν έχετε τίποτε άλλο υπ' όψιν πέστε το και θα γίνει.»

  1. Σχόλιο διαδικτυακού forum:

«Εγώ πάντως ντράπηκα και του είπα να τις αφήσει όπως είναι και θα πάμε εμείς Τρίτη ή Τετάρτη να τις μαζέψουμε. Εγώ Τρίτη απόγευμα μετά το φαγητό θα πάρω το αμάξι και θα ανέβω για μάζεμα, όποιος άλλος εθελοντής για καφέ, μαζεμα και τσιλάγρα ας δηλώσει.»

Τσιλάγρα: Άγρα για την Τσίλα! (από Hank, 26/02/09)ΤΕΛΟΣ ΑΓΡΑΣ (από krepsinis, 26/02/09)ΤΕΛΟΣ ΑΓΡΑΣ (από krepsinis, 26/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο χοντροκομμένος πατσάς.

Σαλονικιώτικο, τολμώ να είπω. Και μάλιστα από την εποχή που άνθιζε το πατσατζίδικο στη Θεσσαλονίκη (Ηλίας - Λευτέρης - Θρακικόν κλπ.), τώρα με τις σουπερί έχουνε μπερδευτεί τα πράγματα.

Ο κλασικός πατσάς Θεσσαλονίκης λοιπόν, ήταν τρισυπόστατος, το μενού παρείχε τρεις επιλογές: 1) ψιλοκομμένος, 2) χοντροκομμένος = ντουσλαμάς και 3) ποδαράκια. Ενώ έπαιζε και ο ανάμικτος = σκεμπές με ποδαράκια. Ο πατσάς κοβόταν παρουσία του πελάτη, δηλαδή μετά την παραγγελία ο μάγειρας έβγαζε τον σκεμπές από το καζάνι (που ήταν στην ίδια αίθουσα με τα τραπέζια), τον άπλωνε στον πάγκο και τον έκανε κομματάκια στο επιθυμητό μέγεθος (ψιλο- ή χοντροκομμένο). Οι δε ρυθμικές και συνεχόμενες μπαλταδιές του μάγειρα στον πάγκο, παρείχαν και το ακουστικό συμπλήρωμα στη γευστική και οσφρητική απόλαυση του πατσά.

Μάστορα πιάσε έναν ντουσλαμά, δυο ψιλοκομμένα και έναν ανάμικτο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Θεσσαλονικιώτικη έκφραση, η οποία υποδηλώνει για το άτομο που τη λέει ότι έφαγε χυλόπιτα.

Την έστειλα μύνημα να βγούμε και δε με απάντησε! Άσε μεγάλη τόνγκα έφαγα!

Δες και ρίχνω, τρώω, πέφτω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified