1. Στον ορισμό του Κρεψ που επιμένει στην εμφάνιση να προσθέσουμε το προφανές ότι βιζιτού είναι αυτή που όντως κάνει βίζιτα. Με μια παρατήρηση: Νομίζω ότι βίζιτα είναι πιο τεχνικός προσδιορισμός, ενώ το βιζιτού λέγεται για να στιγματίσει κάποιαν σχετικά ευυπόληπτη μοντέλα, τραγουδιάρα, τηλεπερσόνα, που κάνει βίζιτες ως μέρος μιας υπόγειας διπλής ζωής. Για να κάνω μια παρομοίωση από το Συντακτικό, το βίζιτα είναι σαν επιθετικός προσδιορισμός αποδίδων μόνιμη ιδιότητα (Η βίζιτα Λάουρα έκανε αυτό...), ενώ το βιζιτού σαν κατηγορηματικός προσδιορισμός αποδίδων εμφατικώς παροδική ιδιότητα (βιζιτού η Λάουρα που έκανε αυτό!).

  2. Αυτοαναφορικώς, είναι ο Σλάνγκος, που κάνει βίζιτα στο σάιτ, και καταθέτει σχόλιο ως Επισκέπτης χωρίς προηγουμένως να κάνει login και να χρησιμοποιήσει μια μόνιμη ταυτότητα. Μια από τις λίγες διαφορές που έχει από την ως άνω βιζιτού, είναι ότι αυτός έρχεται απρόσκλητος. Υπάρχουν αρκετά είδη βιζιτούς:

α. Βιζιτού η πρωτάρα:
Δεν έχει ξαναγράψει στο σλανγκρ και ντρέπεται. Ή είναι υδραυλικός/ ηλεκτρολόγος/ βοθρατζής που έχει ψαρώσει από τα ιερά τέρατα του σάιτος και αισθάνεται ότι δεν έχει αρκούσα κουλτούρα για να συμμετάσχει, ή ευυπόληπτος -άρης επιστήμων που θεωρεί ότι η αλητεία του σλανγκρ δεν συνάδει με την ευπρεπή περσόνα του, ή αντιστρόφως νταβατζής/ μαστρωπός/ τραβέλι/ πουτάνα/ καλιαρντόπουστας που βλέπει το σλανγκρ ως ίδιον αργκόσχολων που δεν είναι αρκετά περιθωριακό. Έχει αμφίθυμα αισθήματα, οπότε προτιμά να γράψει τις καμαρωτές παπαριές του ως επισκέπτης. Χαρακτηριστική περίπτωση τοιαύτης βιζιτούς ο Άλλος, που έπρεπε να τον παρακαλέσουμε πολύ για να δημιουργήσει ταυτότητα, ή εν προκειμένω αλλότητα. Τελικά, μια βροχερή νύχτα παρεξηγήθηκε και την έκανε γι' άλλα.

β. Βιζιτού η ευκαιριακή:
Μπαίνει ευκαιριακά για χαβαλέ και κράξιμο. Συχνά με περσόνα πιπινιού/ λολίτας/ πορνιδίου που γράφει με γκρήκλις, ή οπαδού ομάδας/ χουλιγκανίου. Αναγνωρίζονται από το ότι είναι γκρηκλιστές ή φωνακλάδες. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν και οι κολασμένοι της σλανγκ, Βλάχοι, τουρκόσποροι, Αλβανοί, Πόντιοι κ.ο.κ. που μπαίνουν για να διαμαρτυρηθούν.

γ. Βιζιτού η νωχελική:
Επιφανής Σλάνγκος σε προκεχωρημένο στάδιο σλανγκοπάθειας μπαίνει τόσο συχνά στο σάιτ για να δει αναρτημένες τις παπαριές που σκάλωσε με το πληκτρολόγιό του, ώστε μερικές φορές βαριέται να κάνει λογκίν. Πρόκειται για Σλάνγκους που δίνουν έμφαση στα αμπελοφιλοσοφικά σχόλια, και όχι τόσο στα μήδια και την βαθμολογία, που απαιτούν λογκίν. Σ' αυτή την κατηγορία ανήκουμε συχνά εγώ και ο John Black.

δ. Βιζιτού η αντικαθεστωτικιά άκα βιζιτού η κουκουλοφλώρος:
Αυτοπροσδιόριζεται ως το άλας της γης, που ως άλλος μπαχαλάκιας θέλει να φέρει τα πάνω κάτω στο σάιτ, για να δημιουργήσει στιγμή επαναστατικής δυναμικής. Έχει σύνθημά του το ni mod ni maître και θεωρεί ότι οι μόντουλες αποτελούν τάξη που πρέπει να ξεπεραστεί από την επαναστατική διαλεκτική. Ο σλανγκομπαμπάς ξυπνάει μέσα του τον Οιδίποδα, κι η σλανγκομαμά τον Ορέστη. Συχνά εκδραματίζει πάνω στον σλανγκομπαμπά στοιχεία της προηγούμενης σχέσης του με την πατρική φιγούρα συνιστώντας μια ιδιότυπη διαδικασία μεταβίβασης ή και αντιμεταβίβασης μέσα στον ιδιότυπο θεραπευτικό χαρακτήρα που έχει προσλάβει το σλανγκρ για πολλούς από μας. Η τοιαύτη βιζιτού είναι ένα είδος κουκουλοφλώρου: Θεωρεί ως αδιάβλητο δικαίωμά του το να διαφεύγει από το πανοπτικόν του ρουμάνου και των αγγέλων του καταθέτοντας σχόλια χωρίς λογκίν. Αντιμετωπίζει την αιτίαση ότι δεν έχει το θάρρος της γνώμης του, αλλά απαντά ότι η ανωνυμία είναι ένα αναπόδραστο στάδιο της επαναστατικής διαδικασίας. Σημειωτέον ότι με όρους της Judith Butler αναλαμβάνει την τρωτότητα του να μην έχει κανείς (ταυτοτικό) όνομα. Τοιαύτη βιζιτού φέρεται να είναι ο επισκέπτης με το όνομα Αρνητής Σύνδεσης/ Συνδετής Άρνησης.

ε. Βιζιτού η βαμπιρόεσσα: Παλιοί ένδοξοι Σλάνγκοι που σε κάποια στιγμή «σκοτώθηκαν» κι έκτοτε στοιχειώνουν το σάιτ περιφερόμενοι ως εκδικητικά ή και καλόγνωμα φαντάσματα.

στ. Βιζιτού η σχιζοφρενής: Πρόκειται για τον διάδοχο του σπαστήρος. Επειδή από κάποια στιγμή και μέρα προπαγανδίστηκε η δυνατότητα των μοντουλαίων να διαγιγνώσκουν τους σπαστήρες (με τρόπους που παραμένουν κρυφίως αδιάγνωστοι για το σλανγκεπώνυμον πλήρωμα), και, κυρίως, επειδή η σπαστηροσύνη απαξιώθηκε στην συνείδηση του λαού ως αντιδραστική μέθοδος, πολλοί πρώην σπαστήρες εξελίχθηκαν σε βιζιτούδες. Τους καταλαβαίνεις από το γεγονός ότι έχουν υψηλή κουλτούρα και γνώση των τεκταινομένωνε στο σάιτ, λ.χ. της Λιλιάδας ή της ιδιολέκτου της σλανγκικής σέκτας. Έχουν κοινό σύμπτωμα με τους σπαστήρες ότι μπορεί να συγχαρούν ή έστω να συμφωνήσουν επιδοκιμαστικά με τον εαυτό τους, για να κάνουν μπούγιο. Ενίοτε είναι πιο αποθρασυμένοι από τους σπαστήρες.

ζ. Βιζιτού η αρμένισσα:
Ο επισκέπτης που κάνει αρμένικη βίζιτα, που αρχίδει και κουράδει έως το γαμάει και ψοφάει.

Όπως και η ορίτζιναλ βιζιτού, η αυτοαναφορική βιζιτού επισύρει τον ψόγο ότι πρόκειται για άλλοτε γκλαμουράτη περσόνα που έπεσε στην κατρακύλα της βίζιτας σε μια εποχή παρακμής. Αλλά μην βιαστούμε να κρίνουμε: Πολλές βιζιτούδες έπεσαν οι ίδιες θύμα βίζιτας σε ευαίσθητη παιδική ηλικία.

  1. Από το freegossip:

Ασύλληπτο News: Ο πατέρας της Τζούλιας λέει την κόρη του «βιζιτού».
Αυτά τα πράγματα δεν έχον ξανασυμβεί στην Ελλάδα, ζούμε απίστευτες εποχές. Απίστευτο! Για πρώτη φορά στα χρονικά βγαίνει πατέρας και παραδέχεται ότι η κόρη του κάνει σεξ επί πληρωμή με αγνώστους. Ότι συναντιέται με άντρες σε πολυτελή ξενοδοχεία στην Αθήνα και την επαρχία και πληρώνεται για να κάνει σεξ μαζί τους.

Σχόλια:
- ΑΥΤΗ Η ΚΟΠΕΛΑ ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΕΙ ΚΑΛΟ ΤΕΛΟΣ ΕΧΕΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΑΥΤΗ Η ΚΟΠΕΛΑ ; ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΗ ΚΑΙ ΝΑ ΑΓΑΠΗΘΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΟΙΞΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ; ΤΙ ΘΑ ΛΕΕΙ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ;
- Αμάν ρε κομπλεξικοί, σιγά μην είναι η κοπέλα βίζιτα, επειδή γύρισε μία ταινία; Σιγά... Το βγάλαμε το συμπέρασα, βίζιτα. Έλεος, μη δείτε ωραία και πετυχημένη
- 2000-3000 eyrw ti vradia pernei oli i ellada to kserei o pateras tis twrA to katalave ; anergia yparxei tina kanei to koritsi;; - asxeto alla einai panemorfi s auti ti photo! - Kαμια δουλεια δεν ειναι ντροπη

  1. - Φοβερός ο Σλάνγκογλου! Τι λήμματα! Τι ορισμοί!
    - Ποιος; Η βιζιτού; Ο την μέρα ενάρετος Σλάνγκος και τη νύχτα κάνω βίζιτες; Να τον προσέχεις, θα σε παρασύρει κι εσένα στον βούρκο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο γαμάτος, όταν θέλουμε να του δώσουμε μία νέα διάσταση (πιο μεγάλη και πιο φαρδιά). Προέρχεται από το γεγονός πως μπορεί πολύ εύκολα να δώσει γαμήσι (να τους πάρει όλους πίπα-κώλο).

- Πω ρε πούστη, πετάγεται ο άλλος, ο γαμήσιους και μας τρώει όλα τα καυλάκια... Κάτι πρέπει να κάνουμε!
- Οκ, το βράδυ θα τον πιάσουμε και θα του σκίσουμε τον πάτο...

Από το γαμάω και το αγγλικό επίθημα -itious.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιθετικός προσδιορισμός, που δύναται να περιγράψει αποκλειστικά εκπροσώπους του θεωρούμενου ως «ισχυρού» φύλου.

Οι έχοντες πέος λοιπόν, το χρησιμοποιούν να «γεμίζουν» τυχόν αδειανά - και πιθανώς άπατα - μέρη του ανθρώπινου σώματος του συντρόφου τους.

Χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε περιπτώσεις μόνιμων σχέσεων.

- Είδα τον Κώστα και τη Τζίνα (εναλλακτικά: τον Κώστα και το Γιάννη) εχθές να περπατάνε χεράκι-χεράκι.
- Ναι ρε, αφού είναι ο γεμιστήρας της (εναλλακτικά: αφού είναι ο γεμιστήρας του) εδώ και πέντε μήνες.

Αν ο πέοντας είναι γεμιστήρας, τότε το μουνί είναι όπλο? (από Vrastaman, 22/08/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η «ωραία του Πέραν» είναι ένα κλασικό ρομαντικό μυθιστόρημα του Δημήτριου Παπαδόπουλου-Τυμφρηστού, που είχε γίνει μπεστ-σέλερ στην δεκαετία του 1920.

Το Πέραν είναι προάστιο της Κωνσταντινούπολης. Εκεί ζούσε η «ωραία του Πέραν», που έβρεχε με τα δάκρυά της τις επιστολές του εραστή της κι εκείνος μάζευε τα ματωμένα ροδοπέταλα που αυτή σκορπούσε στα νερά του Βοσπόρου. Η ωραία του Πέραν ήταν πλούσια με παραμυθένια ομορφιά κι εκείνος ένας φτωχός νέος. Η αγάπη τους συνάντησε πολλά εμπόδια και το τέλος της ήταν δραματικό. Ήταν ένα ερωτικό μυθιστόρημα πυκνό σε δραματικά γεγονότα με ίντριγκες και θανάσιμη ζήλεια, που οι ήρωες αυτοκτονούν ή χάνουν τα λογικά τους. Ερωτικές συναντήσεις μέσα στη νύχτα σε ανθισμένους κήπους και μπουκαλάκια με δηλητήριο συνέθεσαν το μελό που έκανε χιλιάδες ζευγάρια μάτια να δακρύσουν.

Έγινε ταινία απ' τον Ορέστη Λάσκο και παρωδία ως «η Ωραία των Αθηνών» με την αείμνηστη Γεωργία Βασιλειάδου.

Ύστερα από την ανακάλυψη του συντρόφου Βράσταμαν ότι υπάρχει προάστιο της Άγκυρας με ονομασία «Τσιμπούκ», φαντάζομαι ότι μπορεί να γίνει ένα σλανγκικό update της φράσης με ηρωίδα μια καλίστομο μοιραία κάτοικο του Τσιμπούκ, που θα αριστεύει στο φεστιβάλ Τσιμπούκ (βλ. μύδια λήμματος τσιμπούκι). Η «ωραία του Τσιμπούκ», μούσα εκατοντάδων Σλάνγκων Δράκων θα γίνει το μπεστ-σέλλερ των 00ς, που θα κάνει χιλιάδες σλανγκιστές να χύσουν... δάκρυα για την μοίρα της άτυχης κορασίδος.

Μένιος: Είμαι καρδιοχτυπημένος!
Γιώργος: Και ποια είναι η τυχερή;
Μ.: Τι να σου λέω; Είναι μια οπτασία, μια Μούσα, μια χίμαιρα! Θα μπορούσα να περάσω μερόνυχτα κάτω απ' το παραθύρι της να της ψέλνω καντάδες!
Γ.: Τι μου λες ρε συ; Λες και είναι «η ωραία του Περάν»!
Μ.: «Η ωραία του Τσιμπούκ», πες καλύτερα! Για την Λάουρα σου μιλάω τόση ώρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι η κολλητή φίλη της (/του (ουδ.)) Λίλιαν.

Είναι πραγματικά αχώριστες, πάνε πάντα πακέτο!
Είναι και οι δύο θήλεα νέας κοπής, αλλά η διαφορά τους είναι η εξής: Ενώ η/το Λίλιαν είναι το υπερβατικό θεόμουνο, η τελευταία λέξη της τεχνολογίας στην κατηγορία τριφασικό μουνί, η Καυλάουρα δεν έχει αντίστοιχες φυσικές προϋποθέσεις για να οδηγηθεί στην επίτευξη ανάλογων προσόντων. Κι έτσι μένει στον β' γυναικείο ρόλο, για τον οποίο, όμως, της αξίζει Όσκαρ!

Είναι καυλιάρα, γιατί η κοπέλα δείχνει ότι το παλεύει πραγματικά πολύ. Έχει δοκιμάσει τα πάντα, σιλικόνες, τσιμπουκόχειλα, εξτένσιον, ψεύτικα νύχια κ.ο.κ. Κι έτσι τελικά δεν σε καυλώνει με την ίδια την ομορφιά της, όσο με την προσπάθεια που καταβάλλει για να σε καυλώσει.

Και το πιο συγκινητικό απ' όλα είναι ασφαλώς το ονοματάκι της! Ετυμολογείται από το Ευαγγελία, που έγινε Βαγγελίτσα, από εκεί Λίτσα, και το Λίτσα θεωρήθηκε εκ των υστέρων ότι προκύπτει απ' το Λάουρα. Καθώς όλη αυτή η αγωνία και επιμονή έχει κάτι το καυλωτικό, τελικά χαρατηρίζεται ως Καυλάουρα.

-Τι μου λες ρε φίλε; Θα ξεμοναχιάσεις εσύ την Λίλιαν, και θα μ' αφήσεις εμένα με την Λάουρα; Δεν παίζω!
-Γιατί σε χαλάει; Μια χαρά Καυλάουρα είναι! Άμα θες άσ' τις μου εμένα και τις δύο!...

Η Καυλάουρα δεν είναι εδώ... (από HODJAS, 18/02/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Νεολογισμός που χαρακτηρίζει τον ψηλό, αγέρωχο, γυμνασμένο, άγριο, βορειοευρωπαϊκής κατατομής και ψυχοσύνθεσης άνδρα, που έχει φανερά και κρυφά χαρίσματα, όπως ηγετικές ικανότητες, ανεξάντλητες δυνάμεις κ.ά. Προέρχεται από την καύλα και τον Αλάριχο.

- Σήμερα έσκισα τρεις γκόμενες.
- Ποιος είσαι ρε, ο Καυλάριχος;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικά, είναι ο ευρισκόμενος σε ερωτική διάθεση, με απαραίτητη προϋπόθεση την παρουσία στύσης, δηλαδή, την πλήρωση των σηραγγωδών σωμάτων του πέους του με αίμα. Η κατάσταση αυτή μπορεί να προκληθεί από οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα (π.χ. τσόντα στο video ή τηλεφώνημα σε 090), από φαντασιακές ερωτικές παραστάσεις (σκέψου τώρα, να σου γδύνεται λέει η Μόνικα Μπελούτσι!), αλλά και από απλή προστριβή του πέους (ακούσια ή συνηθέστερα… εκούσια).

Μεταφορικά τώρα, καυλωμένος μπορεί να χαρακτηριστεί και ο ευρισκόμενος σε κάθε άλλου είδους ενεργητική διάθεση, σε έντονο όμως βαθμό (καυλωμένος για χορό, για τραγούδι, για ποδόσφαιρο, για τσαμπουκά κ.λπ.). Είναι επίσης εκείνος που επιθυμεί κάτι ΠΟΛΥ και ΑΜΕΣΑ (όπως και ο κυριολεκτικά καυλωμένος επιθυμεί να ΓΑΜΗΣΕΙ και μάλιστα… ΤΩΡΑ).

  1. - Δες μου λες, ρε, ποιο αρχίδι ήπιε τον καφέ μου; Πες μου ρε μαλάκα! Εσύ τον ήπιες ρε παλιοπούστη; Πες μου ρε ξεκωλιάρη μη σ’ αρχίσω στις γρήγορες!
    - Καλά ρε μαλακαντρέα, πως κάνεις έτσι ρε πούστη μου; Καυλωμένος για καυγά ήρθες πάλι;

  2. - Ρε Λευτέρη, το είδες το καινούργιο το ΚΤΜ;
    - Το είδα. Γαμάτο είναι, ε;
    - Είναι και γαμώ. Κάθε βράδυ το βλέπω στον ύπνο μου…
    - Κατάλαβα, είσαι καυλωμένος τώρα να πας να το πάρεις, έ;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτοσχέδιο διαδραστικό πνευστό όργανο (κάτι σαν την Τούμπα), χρησιμοποιείται και σαν ρήμα δηλώνοντας την χρήση του οργάνου.

Είναι σολίστ στην κλανοφυσαρούφα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ας αρκεστούμε σε τρεις ορισμούς:

  • Ποδοσφαιρικά, το σκορ μηδέν-μηδέν (παρ. 1,2)
  • Μπουρδελιστί, κωλαράκια που υπόκεινται σε πρωκτικό νταχτιρντί (παρ. 2)
  • Αυτοαναφορικά, αυτά που κερνάει ο μπαμπέσης μπαγαποντοδότης (παρ. 3)
  1. Δίκαια…κουλουράκια. Παρά τις προσπάθειες των δυο ομάδων, το 0-0 παρέμεινε έως το φινάλε του πρώτου μέρους και με λίγες φάσεις μπροστά στις δυο εστίες.
    (Φίλαθλος, εδώ)

  2. -κοντα στο ημιωρο προς το παρων κουλουρακια το σκορ αλλα κουλουρακια δεν γευτηκαμε χτες το βραδυ αν και αρκετοι οι πειρασμοι.
    (Μπουρδελιάρης φίλαθλος, εκεί)

  3. - βάζω διπλό μηδενικό στο λήμμα συσσλανγκιστή, το γνωστό ως «διπλοκούλουρο»
    (Σλάνγκος, παραπέρα)

βρείτε τα ρε modουλέοι! (από MXΣ, 16/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πεομασάζ λάρυγγος.

Εγώ τους χάριζα λαρυγγοτσίμπουκα ρουφώντας όσο πιο πολύ μπορούσα τις ψωλές τους στο στόμα μου.

Δες και βαθύ λαρύγγι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified