Further tags

  1. Έκφραση υστερίας και απόγνωσης, ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ νέων, φοιτητών, υποψήφιων διδακτόρων, ελευθέρων επαγγελματιών και νιόπαντρων.

Ξεπροβάλλει αυθόρμητα στα χείλη μετά από στιγμές έντονης πίεσης και απογοήτευσης, όταν έχει γαμηθεί η κατάσταση, η γυναίκα σου (με άλλον), η δουλειά σου και γενικώς τα πάντα. Έτσι το μόνο που δεν έχει γαμηθεί είναι το τίποτα, συνεπώς δια της άτοπου, γαμιούνται τα πάντα.

Σημαντικό είναι ότι τα πάντα δεν γαμιούνται πάντα, αλλά ορισμένες μόνο φορές, εξ ου και η έκφραση: «Είναι φορές που γαμιούνται τα πάντα».

  1. Έκφραση θαυμασμού μετά από παρατήρηση ωρών εκπαιδευτικής τηλεόρασης για την αναπαραγωγή των ασπρόμαυρών αιλουροπόδων άρκτων (οικογένεια Ursidae, γένος Ailuropoda, είδος Melanoleuca).
  1. -Τι λέει ρε Αλέκο;
    - Άσε ρε φίλε... Η γυναίκα με παράτησε, το φορτίο ακόμα να εκτελωνιστεί, δεν έχω φράγκο και η Ηρακλάρα χάνει στην έδρα μας από τον Κιλκισιακό! Άσε σου λέω, γαμιούνται τα πάντα.

  2. (Στο ζωολογικό κήπο):
    Γιαννάκης: Μαμά, μαμά!
    Μαμά: Τι 'ναι παιδί μου;
    Γ.: Κοίτα;
    Μ.: Πού;
    Γ.: Να εκεί! Γαμιούνται τα πάντα!»

(από Khan, 03/02/10)Η αισιόδοξη σκέψη της ημέρας: Αν όλα τα προηγούμενα χρόνια "γαμιούνταν τα πάντα", κάποια στιγμή θα γεννήσουν κιόλας. (από Khan, 28/11/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δίνω κάποιον στεγνά, τουτέστιν τον καταδίδω στην ψύχρα και με συνοπτικές διαδικασίας. Το στεγνά δεν υπονοεί ντε και καλά «χωρίς αντάλλαγμα», κάθε άλλο.

Σημείο των ρουφιάνικων καιρών που διανύουμε.

- Όποιος ρουφιανέψει έναν φοροφυγά θα έχει φοροαπαλλαγή 3.000 ευρώ. Το κράτος μας κάνει και επίσημα ρουφιάνους και μάλιστα θα μας τιμήσει αν δώσουμε στεγνά κάποιον.
(εδώ)

- Ο Ανδρέας Παπανδρέου έδωσε στεγνά τον Κορνήλιο Καστοριάδη και άλλους συντρόφους του στον Μανιαδάκη.
(Αστικός μύθος ή πραγματικότητα;)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση μάγκικη, το γνωστό κοπλιμέντο, αλλά λέγεται έτσι για έμφαση.

- Αχ καλέ, τι κούκλος είσαι!
- Άσε τα κοπλιμάν ναούμ' και προχώρα στο παρασύνθημα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σχολική αργκό του ποδοσφαίρου ('80ς), παραφθορά του Πελέ. Απαντάται κατ' εξοχήν στη φράση «Ποιός είσαι; Ο Πελτέ;»

Σχετικά: ατομιστία (σημειωτέον οτι ως επίθετο επιβιώνει μόνο στον υπερθετικό «ατομιστ-αράς»!), ο περναμπουκάνο είσαι;, Μερεντόνας κλπ.

Λέγεται ειρωνικά ή/και εκνευρισμένα προς συμπαίκτη που προσπαθεί να περάσει «όλον τον κόσμο» (όπως μαϊμουδίζουν στερεότυπα οι σπορτκάστερς τις ατάκες του Διακογιάννη απο το ’70), αποφεύγοντας να δώσει πάσα – βγάλει σέντρα, διότι τους θεωρεί ανάξιους της κατοχής της μπάλας και πιστεύει οτι μόνον εκείνος είναι ο περιούσιος, εντεταλμένος του Θεού, παίκτης να βάλει το γκόλ. Όλοι οι άλλοι είναι παλτά...

Φυσικά, οι θέσεις του αμυντικού, του τερματοφίτσουλα και του διαιτητή (;;;) είναι αποδιοπομπαίες ως υποτιμητικές και, ούτω πως, στις αλάνες της Ελλάδας έχουμε ισάριθμους των παικτών επίδοξους πελτέδες (χώρια ο τερματζής στο μπακό).

Ο par excellence πελτές, ενώ διεκδικεί ηγετική θέση στην ομάδα (π.χ. διαλέγει την σύνθεση, δίνει φωναχτά εντολές στους συμπαίκτες του, απαιτεί άμεσα τη μπάλα κλπ), parole αυτά συνήθως παρουσιάζεται ως ευαίσθητος κράσις (π.χ. όλο τσακώνεται ζητώντας ανύπαρκτα φάουλ ή πέναλτι, κυλιέται κάνα μισάωρο στο χώμα σφαδάζοντας μετά απο τράβηγμα της μπλούζας κλπ) ιδίως αμέσως μόλις χάσει το γκόλ.

Διατηρώντας δε νοοτροπία κάτι μεταξύ ήρωος του ’21 («είναι λίγοι, μα τους πολλούς νικούν» και τέτοια) και Χατζηπαναγή, μόνον όταν κάνει καταφανή μαλακία (χάσει γκόλ μόνος σε κενή εστία), θα αναλάβει λεβέντικα την ευθύνη, σηκώνοντας το χέρι του ψηλά ότι «ντάξει παιδιά, mea culpa» (μωρ’ τί μας λές;)

[i][Παρενθετικά: Κάποιος μακρινός συγγενής που ζεί μόνιμα την Αυστραλία, έπαιζε μια φορά κι έναν καιρό στο εξωτερικό σε ημιεπίσημα τουρνουά σε θέση κυνηγού, προτιμώντας να συμμετάσχει σε αλλοδαπή εθνική ομάδα (που τον καλοδέχθηκε).

Μέχρι να συνηθίσει να λαμβάνει αναπάντεχα δίκαιες πάσες, τον μπινελίκωναν επειδή δεν εκμεταλλεύονταν την ευκαιρία, αντίστροφα απ’ ό,τι είχε μάθει ως τότε (η μπάλα κάνει τζιζ, άστηνε).

Παρατήρησε επίσης (στα διαλείμματα της ομάδας του), οτι καίτοι η ελληνική ομάδα ήταν φαβορί, εν τούτοις μάζευε σε κάθε αγώνα τα μπαλάκια τάληρο-τάληρο απ’ το πλεχτό και εν τέλει αποκλείστηκε, αφού το τήμ το’ παιζε κονκασέ-ζαναέ...

Μάλιστα, όταν σε κάποια φάση τραυματίστηκε ελαφρά (βασικά κουράστηκε να τρέχει πέρα-δώθε), είπε να κάτσει λίγο άμυνα και προσέφερε γενναιόδωρα (όπως νόμιζε) την θέση του στον γλαυκώπι αμυντικό συμπαίκτη του, που τον κοίταξε παραξενεμένα κι έπειτα του είπε, προκρίνοντας την ευδοκίμηση της ομάδας παρά την προσωπική του προβολή: «Εμένα η θέση μου είναι εδώ και τη δική σου την ξέρεις. Άσε τις μαλακίες και άντε τσακίδια μπροστά!»][/i]

Η ψυχοσύνθεση των νεοελλήνων δέον να αναζητηθεί ΚΑΙ στην παρατήρηση των παιδιών που παίζουν ομαδικά σπόρ. Δεν είναι τυχαίο, οτι ο Γκάλης αποθεώθηκε απο το πανελλήνιο, αφού έπαιρνε το παιχνίδι πάνω του...

- Ρε μαλάκα, μην κάνεις ατομιστίες λέμε! Αφού ήμουνα ξεμαρκάριστος, γιατί δε δίνεις μια πάσα; - Καλά σου λέει ρε χασογκόλη! Πού πας να τους περάσεις όλους μόνος σου, ο Πελτέ είσαι;
- Αφού δεν τον είδα ρε (ναι, καλά)...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κιτ λεγόταν το νοήμον αυτοκίνητο του Ιππότη της Ασφάλτου, Michael Knight, ο οποίος μπορούσε να επικοινωνήσει και να δώσει εντολές σε αυτό, μιλώντας του μέσα από το ρολόι του.

Τώρα, το λήμμα εμείς το χρησιμοποιούμε για να ευθυμήσουμε / αυτοσαρκαστούμε / διασκεδάσουμε τη γαμωκατάσταση όπου έχοντας κόψει ήδη αμέτρητους κύκλους σε ένα αχανές - γεμάτο από αυτοκίνητα, ωστόσο - πάρκιν ενός πολυκαταστήματος, είμαστε ανήμποροι ακόμη να εντοπίσουμε το δικό μας τουτού, επειδή όταν το παρκάραμε, η προσοχή μας ήταν στραμένη στα μπούτια της συνοδηγού μας. Η οποία ήδη έχει πάρει πρέφα ότι δεν είμαστε και πολύ τακτικοί θαμώνες στο bar-restaurant εντός του πολυκαταστήματος που την πήγαμε, όπως της είχαμε αρχικά αφήσει να εννοηθεί. Το ξέρω, το λήμμα είναι και πολύ εητίλα, αλλά καμιά φορά η ζωή κάνει κύκλους (όπως και εμείς στο πάρκιν ψάχνοντας).

Υποτίθεται πως προφέροντας το λήμμα στο ρολόι μας, το αυτοκίνητό μας θα μας ακούσει και θα έρθει να μας βρει...

(μετά από 16 βόλτες)
Λάουρα: Μα, πάλι στο P7G βρεθήκαμε; Δεν είμαστε εδώ!
Ευθύμης (μιλώντας στο ρολόι του): Κιτ... κιτ...

Knight Rider και Kit (από allivegp, 02/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση η οποία αναφέρεται σε πρόσληψη ή διορισμό, ο οποίος έλαβε χώρα υπό σκιώδεις συνθήκες, αναξιοκρατικά, εκτός νόμιμης οδού (της «πόρτας», δηλαδή). Συναντάται κυρίως στο Δημόσιο.

Αν και σχετικό, δεν πρέπει να συγχέεται με το «παραθυράκι», το οποίο αναφέρεται στο «πάτημα» καθεαυτό, π.χ. σε μια ασάφεια του νόμου, για την επίτευξη ενός στόχου.

- Τα έμαθες ρε; Έπιασε δουλειά ο Μητσάρας στο Υπουργείο Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, μη χέσω...
- Έλα ρε... έδωσε ΑΣΕΠ;
- Μπα... από το παράθυρο μπήκε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έκφραση αλλάζει ανάλογα με το χρόνο που έγινε αυτό που επιδιώκει να περιγράψει - δηλαδή, έφριξε το σκυλί ή θα φρίξει το σκυλί. Το συναντάμε και ως έφριξε/θα φρίξει το σκυλοκούταβο.

Κοντολογίς σημαίνει της πουτάνας το κάγκελο ή χαμός και αναφέρεται σε κατάσταση που ο έλεγχος είχε, εντελώς κομπλίτλυ και άττερλυ, χαθεί, ή θα χαθεί όπως προβλέπεται.

Το σκυλί που φρίττει είναι ενδεικτικό του πόσο χάθηκε/θα χαθεί ο έλεγχος, καθότι ο σκύλος - που δεν ήταν πάντα στην Ελλάδα το χαριτωμένο κατοικίδιο αλλά ένας κόπρος που άλλοτε τύχαινε να σου «βγει» χρήσιμος κι άλλοτε όχι - δε χαμπαριάζει τίποτα.

Έλα μου, όμως, που ο σκύλος της έκφρασης όχι μόνο χαμπαριάζει αλλά φρικάρει τελείως με την εν λόγω κατάσταση, οπότε αυτόματα έρχεται αυτός που την προξένησε (και οι συμμετέχοντες, σαφώς, αφού σιωπηρά ή μη την αποδέχονται) στη θέση του κοπρίτη που δεν χαμπαριάζει και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να κάνει τους ορίτζιναλ κοπρίτες που δε χαμπαριάζουν (δηλαδή, το σκυλί) να φρικάρουν.

- Καλά, έχασες χτες... αυτό δεν ήταν μπάτσελορ... ζωντανό πορνό ήτανε... έφριξε το σκυλί.
- Γαμώ τη μου, όλα τα καλά χάνω.

Το σκυλjί κάνει και ωραία ρίμα με το καυλjί (από Khan, 13/10/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι η διαφυγή ούρων σε χωρική και χρονική περίσταση όπου δεν θα έπρεπε να συμβεί, και που μας φέρνει σε δύσκολη θέση.

Επίσης, ως ατύχημα χαρακτηρίζεται και πλήθος ενδυματολογικών καταστάσεων που μας φέρνουν σε αμηχανία, όπως απώλεια κουμπιού στην περιοχή της μπυροκοιλιάς, ξήλωμα φερμουάρ, δυσλειτουργία του πιασίματος του σουτιέν, αλλά και άλλες καταστάσεις, π.χ. η προβολή της ρώγας έξω από το μαγιό σε μια φωτογραφία.

(στο ατελιέ της μοδίστρας)

- Ορίστε, δοκιμάστε αυτό το φόρεμα, θα σας πηγαίνει τρέλα.
- Να το δοκιμάσω, Ριρή μου, αλλά πριν πρέπει να σου πω ότι καθώς ερχόμουν είχα ένα ατύχημα.

Janet Jackson, ατύχημα στο ημίχρονο του Super Bowl 2004. Πέρασε στα αγγλικά ως wardrobe malfunction (από poniroskylo, 01/02/10)(από Vrastaman, 02/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Ή πληρέστερα «βάλε τα βαφτιστικά σου»).

Ειρωνική έκφραση που δηλώνει ότι ο λέγων δεν ορρωδεί προ του αντιπάλου και τον προτρέπει σε προετοιμασία – καλλωπισμό, ώστε να φάη την ψωλιά (π.χ. να ηττηθή εις τυχηρόν παίγνιον / να δαρή / να αγνοηθή επιδεικτικώς κλπ), όπως στις εκφράσεις εδώ θα κάτσεις, πάρε φόρα κι έλα με την όπισθεν, κάνε χωρίστρα κι έρχομαι, (δηλ. δε μασάω, σ’ έχω χεσμένο, τ' αρχίδια μου κουνιούνται, θα μου κλάσεις μια μάντρα ταξί κτλ).

Σχετικές εκφράσεις «ετοιμάσου» / «μην το καθυστερείς» / «μην ψήνεσαι» / «σκουπίσου κι απόφαγες» κ.α.

Ως γνωστόν, τα «καλά μας» ρούχα (αγγλ. Sunday best) μας έβαζαν οι μανάδες να φορέσουμε, προκειμένου να παραστούμε σε επίσημη οκκαζιόν (ιδίως Κυριακάς και εορτάς).

Ίσως η έκφραση έλκει την καταγωγή της από την συνήθεια των Σπαρτιατών (αλλά και των παλικαριών του ’21) που λούζονταν-χτενίζονταν και φορούσαν τα καλά τους προ μιας καθοριστικής μάχης, όπου ενδεχομένως να μην την έβγαζαν καθαρή

  1. - Είσαι για ένα ταβλάκι στα εφτά, να σου πάρω το γκρόβερ;
    - Βάλε τα καλά σου κι έλα!

  2. - Ο Τάκης είναι πυρ και μανία μαζί σου, που του’ φαγες λέει τη γκόμενα. Άμα σε βρεί θα σε σκίσει, έτσι λέει!
    - Πές του να βάλει τα καλά του και να’ ρθει με ανατρεπόμενο να τονε φορτώσω εγώ καλά. Έτσι πές του…

  3. - Τι θα γίνει με τα λεφτά που μου χρωστάς; Έξι μήνες πάνε απλήρωτοι!
    - Σου είπα, κάνε λίγο υπομονή, δεν έχω τώρα…
    - Αυτά αλλού! Θα πάω σε δικηγόρο και θα σου βγάλω διαταγή πληρωμής, κανόνισε!
    - Ναι, τώρα κονόμησες… Βάλε τα καλά σου και πήγαινε! Αν κάνεις τέτοια μαλακία, θα μπώ Τειρεσία, δεν θα με δανείζει κανένας και το πολύ-πολύ να μου πάρουν το μαγαζί οι τράπεζες που’ χουν υποθήκες! Εσύ μια φορά δε θα δείς φράγκο, ούτε τα έξοδά σου δε θα βγάλεις…

(από HODJAS, 31/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ατάκα-κραυγή απελπισίας (λέμε τώρα) από άπαιχτο ανέκδοτο σύμφωνα με το οποίο η έλλειψη συντονισμού και οργάνωσης μπορεί να διαψεύσει μοιραία τις προσδοκίες μας δημιουργώντας ανισότητες, αλλά και ενδο-ομαδικές προστριβές/διασπάσεις... Γενικώς χρησιμοποιείται σε διάφορες περιστάσεις (βλ. παραδείγματα) υπαινίσσοντας το ανέκδοτο.

Το ανέκδοτο

Μεγάλη παρέα αποφασίζει να καλέσει μερικές γκόμενες και να οργανώσει μια παρτουζίτσα για να περάσει η ώρα χωρίς πολλά πολλά έξοδα... Μαζεύονται λοιπόν σε ένα μεγάλο σαλόνι και μετά τα απαραίτητα ποτάκια σβήνουν τα φώτα και αρχίζει η φάση η πολυφασική ... Σιγά-σιγά αρχίζουν να πέφτουν και οι πέοντες στα σκοτεινά. Ακούγονται βογγητά και διάφορα προβλεπόμενα για τέτοιες περιπτώσεις, όταν ξαφνικά κάποιος ανοίγει το φως:
«Ρε παιδιά, να οργανωθούμε...»
«Σβήσε το φως ρε!», του φωνάζουν οι υπόλοιποι που τους έκοψε πάνω στο καλύτερο.
Το σβήνει κι αυτός και το έργο συνεχίζεται... Πολλά βογγητά και τελειώματα αργότερα, ανάβει το φως ο ίδιος:
«Ρε παιδιά, να οργανωθούμε σας λέω...»
«Κλείσε το φως ρε παπάρααα!!», τον αποπαίρνουν ξανά οι άλλοι.
Τι να κάνει και αυτός, το ξανακλείνει... Η κατάσταση συνεχίζεται για πολλή ώρα ακόμα, μέχρι που αγανακτισμένος πια ξανανοίγει το φως:
«Ρε παιδιά, να οργανωθούμε, επιτέλους! Έχω φάει τρεις και δεν έχω ρίξει κανέναν!!»

  1. (σε παιχνίδι μπάσκετ)
    - Ρε μαλάκες πρέπει να κερδίσουμε σήμερα! Έχουμε χάσει απ' όλους!
    - Ναι, να οργανωθούμε!!

  2. (σε συνάντα του slang.gr)
    (acg) - Θα το φτιάξουμε καμιά φορά αυτό το γκρουπ στο Facebook;
    (ironick) - Ε αφού αυτός εδώ ξέρει από Facebook!
    (Cunning Linguist) - Ε αφού με πήρανε φαντάρο, τι να κάνω!
    (Vrastaman) - Παιδιά, να οργανωθούμε!!

  3. (από εδώ)
    «Γι’ αυτό και το καλοκαίρι που ξεκινάει, καθότι είναι το μόνο που δεν έχει κάποια πολύ μεγάλη διοργάνωση μέχρι το Σεπτέμβριο, είναι αφιερωμένο αποκλειστικά σ’ εμάς, δηλαδή εσάς. Έχουμε ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για να καλλωπιστούμε, να συμμαζευτούμε , να… οργανωθούμε, που λέει και το ανέκδοτο, ενώ, σύντομα, θα ζητήσουμε και το αναπόσπαστο κομμάτι της εξέλιξης μας: Τη δικιά σας άποψη και συμμετοχή.»

Θύμα ανοργανωσιάς... (από Cunning Linguist, 29/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified