Further tags

'Ελεεινή ανδρική έκφραση που δηλώνει πληθώρα ευκαιριών για άκρατη σεξουαλική δραστηριότητα: περίσσευμα μουνιών, μουνοθύελλα, που δύσκολα μπορεί κανείς να διαχειριστεί μόνος.

Στην κυριολεξία σημαίνει «δεν προλαβαίνεις να γαμάς, χρειάζεσαι κι άλλες ψωλές».

- Πήγα στη Μήλο τον Αύγουστο, λίγο να ησυχάσω, να ξεκουραστώ. Εσύ είσαι που το λες; Έπεσα σε εκδρομή τρίτης λυκείου με κάτι λυσσάρες από Θεσσαλονίκη, ψωλές να 'χεις να γαμάς!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περιγράφει όργιο σοδομισμού και γενικότερων πρωκτικών απολαύσεων (τρελά κωλογαμήσια).

Πρόκειται για παραφθορά του μπαμπαδίστικου «χαμός στο ίσωμα» που σημαίνει γενικευμένος χαμός, τρέλα, κατάσταση εκτός ελέγχου.

  1. Ήρθε χθες βράδυ η Ελένη με μια ξαδέλφη της, τι να σου λέω! Οικογένεια γαμιόμαστε! Έγινε χαμός στο πίσωμα

  2. -Ξεσκιστήκαμε χθες με το Γιώργο.
    -Του 'δωσες κώλο;
    -Αν του 'δωσα; Χαμός στο πίσωμα έγινε!

Έτερον κότερον ο "χαμός στο πίσσωμα" (από Vrastaman, 09/12/09)Χαμός στο πίσωμα! (από panos1962, 09/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φεύγω, αποχωρώ από κάπου, συνήθως επειδή η κατάσταση δε με παίρνει να κάτσω.

Κοινώς, την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια.

Τα λέμε ρε σεις, την κάνω τώρα...

Βλ. επίσης τηγκανά, τιγκανά, τιγκανάουα, κ.α. Ακόμη: την κάνω λαμόγια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φλογοκώλο αποκαλούμε κάποιον που όταν χέζει έχει την αίσθηση ότι ο κώλος του βγάζει φώτιες και ότι θα κάψει οτιδήποτε βρίσκεται στο μπάνιο.

Ο εν λόγω χέστης υποφέρει, πονάει και το σκούπισμα τσούζει. Πολλοί μετά από τέτοιο χέσιμο φοβήθηκαν να ξανά χέσουν

- Πάμε για καφέ ρε συ;
- Τι καφέ βρε μαλάκα έχω γίνει φλογοκώλος με τα καυτερά που έφαγα, υποφέρω…

(από electron, 13/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανεγκέφαλη έκφραση - πλεονασμός, που υποδηλώνει απαξίωση ή/και (αυτο)σαρκασμό. Με άλλα λόγια, είμαστε επιεικώς απαράδεκτοι, για τα πανηγύρια ή απλά δε βλεπόμαστε, είμαστε ένα μάτσο χάλια.

Χρησιμοποιείται σε όλα τα πρόσωπα, ανάλογα με την περίσταση.

- Έλα ρε... Δε σ' ακούω καλά... Γήπεδο είσαι; Πόσο είναι;
- Άσε φίλε, είμαστε για να 'μαστε. Σέρνονται τα παλτά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ασουλούπωτος κουασιμόδος, το μπάζο που δεν βλέπεται και για πάρτη του τα τρένα εκτροχιάζονται και τιγκανά στο πρώτο χωματόδρομο.

Εναλλακτικά, αυτός που χύνεται ατσούμπαλα για οποιονδήποτε δικό του λόγο.

Συνδέεται με την έκφραση «σαν κακοχυμένος λουκουμάς», παραπέμπει όμως και σε όποιον συνελήφθη από ελαττωματική / λειψή ριξιά, κατά το Γαλλικό mal foutu.

- Ο απόλυτος πόλος του κακοφορμισμένου κακού, δραπέτης από το αναμορφωτήριο, βάζει μπροστά την αλεστική μηχανή. Φτυστός, ολόιδιος σίριαλ κίλερ. Στραμπουλιγμένος, κακοχυμένος, σκοτεινός. Προφανώς, στη φυλακή έκανε παρέα με τον Εωσφόρο.
(εδώ)

- … ποιον ειπες βουρλο μωρη κακοχυμενη χλαπατσα; (εδώ)

- Πήγα να κάνω ένα μπλούμ στο ντους και με το που πάτησα στο βρεμένο πάτωμα του μπάνιου γλίστρησα. Το αριστερό πόδι πήγε μπροστά και το δεξί πίσω. Για να αποφύγω το σπαγκάτο πιάστηκα από το χερούλι της πόρτας η οποία άνοιξε (προς τα έξω). Κουτρουβάλιασα στο χαλί του δωματίου σαν κακοχυμένος λουκουμάς και αποφάσισα να μείνω εκεί ένα 5-λεπτο για να αναλογιστώ την κατάστασή μου. Αν ήθελα ας έκανα κι αλλιώς...
(εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η φράση αυτή λέγεται μόλις διαπιστώνεται ότι δεν γίνεται να τηρηθεί ένα υπάρχον πρόγραμμα, λόγω αλλαγής σχεδίων ή έλλειψης διάθεσης. Επίσης, μόλις ένα προσχεδιασμένο γεγονός αντικατασταθεί από ένα άλλο μεγαλύτερης αξίας.

  1. Αύριο έχω εργαστήριο και μετά πρέπει να πάω τράπεζα, αλλά μάλλον άκυρα όλα.

  2. - Θα έρθεις για καφέ, ή έχεις δουλειά; - Ναi ρε, άκυρα όλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φράση που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μια κατάσταση απόλυτης συντριβής από μια ομάδα/παράταξη ως προς μια άλλη. Σύνήθως λέγεται για αθλητικές δραστηριότητες, αλλά και για άλλα είδη ανταγωνισμού.

Μπορεί να χαρακτηρίζει και ποδοσφαιρικό αγώνα όπου υπήρξε πολύ σκληρό παιχνίδι.

  1. - Τι κάνατε στο 5x5 χτες; - Άστο... - Πες ρε, πόσο έληξε; - Ε δε μετρούσαμε καν, πούτσα και καράτε ήταν.

  2. 11 μονάδες το ΠΑΣΟΚ;! πωπω! πούτσα και καράτε μιλάμε!

  3. ... δεν θα έρθουν μες την Τούμπα; Πούτσα και καράτε!

Βλ. επίσης τσο και λο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η φράση χρησιμοποιείται για να τονίσει την επίδραση μιας ουσίας στην νοητική κατάσταση του ομιλούντα. Είναι συνώνυμο του την άκουσα, μόνο που εδώ χρησιμοποιείται για γενικότερο αποτέλεσμα ανεξάρτητα από θετική ή αρνητική σημασία.

  1. - Συγκεντρώσου λίγο στο παιχνίδι ρε, χάνουμε. - Άσε, μου την είπανε οι μπύρες και είμαι ζαβλακωμένος τώρα.

  2. - Τι έχει ο Σωτήρης; - Του την είπε ο μπάφος...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δυναμάρι αποκαλείται οτιδήποτε χρησιμοποείται για να ενισχύσει την δύναμη και την σταθερότητα ενός άψυχου αντικειμένου.

Μεταφορικά, παραπέμπει στην ανθρώπινη δύναμη, τα κότσια που χρειάζονται για να αντιμετωπίσεις κάτι ή κάποιον.

- ...ανασήκωσε ένα μεγάλο κορμό, να τον σφηνώσει δυναμάρι σε μια λασκαρισμένη ξυλοδεσιά (Ν. Καζαντζάκης)

- Τα δυναμάρια αυτού του ανθρώπου είναι καλά αφού αντέχει την πεθερά του και δεν έχει κλατάρει

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified