Further tags

Έκφραση του τζόγου, που σημαίνει ότι το μηχάνημα αποδίδει κέρδη (φρουτάκια) ή κέρματα (κουλοχέρης).

Ως γνωστόν, τα μηχανήματα είναι τίγκα στο τάληρο, γιασάν στα κορόιδα που τα ταΐζουνε κι ας ξέρουν ότι είναι «μουλαρισμένα» απ' τα μπετά (στην καλύτερη είναι 70-30 υπέρ του μαγαζιού και στα καζίνα συνήθως 90-10)!

Εννοείται ότι οι εθισμένοι παίκτες γνωρίζουν σε ποιον αριθμό πάνω-κάτω θα φέρει τζακ-ποτ και γι’ αυτό ξημεροβραδιάζονται δίπλα στο μπλιμπλίκι, άλλοτε παροτρύνοντας (είναι μακριά το νούμερο και θέλει κι άλλο τάισμα) κι άλλοτε διώχνοντας (είναι κοντά) άλλον υποψήφιο παίκτη, όταν δεν παίζουν οι ίδιοι.

Οι καβγάδες δεν λείπουν είτε μεταξύ παικτών είτε με τον μαγαζάτορα λόγω υποψίας υπερμέτρου κωλοπειράγματος (δεν συνιστάται καθ’ όσον είναι συνήθως [αρκουδόμαγκας], χωμένος σε πολλά και η διαμάχη θα καταλήξει σε φρουτόκρεμα)...

Εννοείται πως το μηχάνημα μηδενίζεται άπαξ ημερησίως (όταν κλείσει το μαγαζί), με μια σεμνή ιεροτελεστία: ο μαγαζής βγάζει το καλώδιο απ’ τη μπρίζα.

Έχω υπ’ όψη μου σκηνικό σε φρουτάδικο στην Βασιλίσσης Όλγας της Σαλονίκης, όπου η άπειρη γκαρσόνα τράβηξε (σκουπίζοντας για κλείσιμο) τις μπρίζες κι έγινε disputandum!

Τα κεντρικά φρουτάδικα, έχουν υψηλό δείκτη προστασίας, για να μην καούν από την αστυνομία, αλλά και οι πολιτικοί μας δεν είναι άμοιροι ευθυνών (και κερδών) στις παράνομες δραστηριότητες, ανεξαρτήτως κομματικού προσήμου.

Προ πεντηκονταετίας, ο ηθικότατος βασιλόφρων Πιπινέλης (κος «Πίπης»), ήταν ο ιδιοκτήτης του συγκροτήματος μπουρδέλων στα Βούρλα του Πειραιά. Κάποιος άσημος βουλευτής Αχαΐας έγινε γνωστός στο πανελλήνιο προ ολίγων ετών, διότι βγήκε βρώμα ότι συνεργάζονταν με την κεφαλλονίτικη μαφία, που διαχειρίζονταν το τζόγο στην Πάτρα. Αφού δήλωσε καμιά πενηνταριά φορές με καμάρι ότι ανήκει στο «παλιό ΠΑΣΟΚ» (=είμαι πάλιουρας αγωνιστής), κατέληξε στο ΛΑΟΣ. Δεν είναι τυχαίο, ότι στη Ν.Ε.Ο. Πατρών-Αθηνών, προ της εισόδου στην Πάτρα υφίσταται τεραστίων διαστάσεων αγορά οπωροκηπευτικών με τίτλο «[μοδ-σημείωση: σταναχωρέσαμε τον ιδιοκτήτη της τεραστίων διαστάσεων αγοράς, μη σταναχωριέστε κύριε το σβήσαμε το όνομά σας]»...

- Χρήστο! Βάλε ένα ουίσκυ με ελιά!
- Κλείνουμε κυρ-Βασίλη! Έχουμε και σπίτια...
- Μην ξηγιέσαι έτσι! 2 είν’ ακόμα αφού! Ένα ουισκάκι πατ-κιουτ και φύγαμε! Το βλέπω, θα ξεράσει τώρα!
- Καλάααααααα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το να έχεις στην Κρήτη έναν ελαιώνα, ένα σπαρμένο (δημητριακά), ένα αμπέλι, ένα κοπάδι ή οτιδήποτε άλλο «συμισιακό» σημαίνει ότι, επειδή εσύ μένεις μακριά, έχεις ξεκουτιάνει, έχεις κληρονομήσει το χωράφι αλλά δεν έχεις ιδέα από αγροτικά ή δεν έχεις τρακτέρ, βαριέσαι ή έχεις την εισοδηματική πολυτέλεια να μην ασχοληθείς, εκχωρείς σε κάποιον άλλο μερικώς το δικαίωμα εκμετάλλευσής του, με άλλα λόγια, βάζει αυτός τη δουλειά με αντάλλαγμα ένα μεγάλο ή μικρό μέρος της σοδειάς (δεν είναι, δηλαδή, απαραίτητα μοίρασμα εξ ημισείας, για την ακρίβεια σχεδόν ποτέ δεν είναι, συνήθως ο «κεφαλαιούχος» έχει μεγαλύτερη μερίδα αλλά ο «εργάτης» μπορεί να κλέψει).

Αυτή η πολύ παλιά και διαδεδομένη ακόμα και σήμερα μορφή σύμβασης δεν είμαι σίγουρος ότι έχει αποκλειστικά ή κυρίως φεουδαλική προέλευση (ειδικά στην Κρήτη δύσκολο, λόγω περιορισμένων γενικά μεγεθών του κλήρου), και μάλλον προέρχεται από τις συμφωνίες μικροκαλλιεργητών, όπως φανερώνει και το όνομα των συμβαλλομένων: συζευτές (ή και ζυζευτές), αυτοί, δηλαδή, που συζευγνύουν, έχουν από κοινού ένα βόδι για το όργωμα (η συγκεκριμένη συμφωνία ονομαζόταν συζεψιά, αλλά ο όρος συζευτής επικράτησε για κάθε είδους συμισιακή συμφωνία, βλ. και το ριζίτικο:

[I]Φωνήν και κλάημαν άκουσα στ' Ορθούνι και στσι Λάκκους,
το Γιάνναρη σκοτώσανε, χαημός στο παλικάρι.
Δεν πάει μπλιο στον Ομαλό στα ρημοκούραδαν του
να βρει τσι συζευτάδες του, να ιδεί και τσι βοσκούς του,
να τωνε δείξει χειμαδιό και τόπους εδικούς του.[/I])

Στην Κρήτη ο όρος συμισιακά βρίσκει πλήθος μεταφορικές χρήσεις. Επειδή στη σχέση μεταξύ συζευτών εμφιλοχωρούσε πάντα η προσπάθεια ο ένας να κλέψει τον άλλο και κάθε είδους μανιαμουνιά στο μοίρασμα της γαιωπροσόδου, χρησιμοποιείται ο όρος για να σκωφθούν περιπτώσεις μοιράσματος κείνων που παραδοσιακά δεν πρέπει να κανείς να τα μοιράζεται: γυναίκα, αμάξι, μπιστόλι κλπ (βλ. και την παροιμία «συμισιακό σκουτέλι [μικρή γαβάθα για νερό, μέλι κλπ] σπάσιμο ή χύσιμο θέλει»).

Ετυμολογία: φαντάζομαι συν+ημισειακός.

- Μού 'πε η Κρίστι να πάμε το Σαββατοκύριακο στο χωριό μου, θέλει λέει να το δει....
- Ίντα διάολο, συμισιακή θα την έχομε;
- Ντα δεν έχετε χωρίσει μωρέ;
- Κατέω 'γω; Απροχθές, πάντως, π' επήγα να πάρω τσι πετσέτες μου από το σπίτι τζη τα ξαναφιάξαμε τρεις-τέσσερις φορές εκειά στο ντιβάνι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αποσπώ από κάποιον χρηματικό ποσό, (συνήθως μεγάλο), το οποίο δεν δικαιούμαι υπό Κ.Σ.. Στην συνέχεια στο άψε σβήσε παντελονιάζω τα λεφτά και μην τον είδατε, από 'δω παν κι άλλοι.

Το δάγκωμα γίνεται με διάφορους τρόπους. Είτε εξαπατώντας το θύμα, με την κλασσική έννοια του ποινικού νόμου, π.χ. δουλεύοντας κάποιον ότι θα επενδύσω τα χρήματά του επωφελώς, σε μία ευκαιρία που τάχαμου μόνον εγώ γνωρίζω, είτε ζητώντας δανεικά και αγύριστα, (βλ. παράδειγμα 1), είτε προσφέροντας κάποιες πραγματικές υπηρεσίες, τις οποίες όμως όταν έρθει η ώρα της πληρωμής, θα τις χρεώσω πολύ παραπάνω απ΄ ότι αξίζουν, πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες, (βλ. παράδειγμα 2). Το θύμα, συχνά ευρισκόμενο σε ανάγκη, καλόπιστα πληρώνει.

Λέγεται από αεριτζήδες και απατεωνίσκους κάθε είδους, σε στιγμές ειλικρίνειας μεταξύ τους. Είναι εντυπωσιακό ότι στην εγχώρια οικονομική πιάτσα, μεγάλα χρηματικά ποσά αλλάζουν χέρι με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ευκολία, χωρίς πολλά – πολλά, βάσει λόγου τιμής, (βλ. και την καθιερωμένη φράση : ο λόγος μου είναι συμβόλαιο), πρακτική που ευνοεί τα κάθε είδους δαγκώματα.

Σημαντικό ρόλο για το τελικό δάγκωμα παίζει και το ίδιο το θύμα, ο χαρακτήρας του και οι προθέσεις του. Υπάρχει ολόκληρη επιστήμη (θυματολογία) που ερευνά την σχέση θύματος και θύτη και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Εάν αποδειχθεί ότι το θύμα επεδίωκε εξ ίσου αθέμιτα με το θύτη το εύκολο και άκοπο κέρδος, π.χ. αν έδωσε τα λεφτά θεωρώντας ότι συμμετέχει σε μία κομπίνα και νομίζοντας ότι αυτός πρώτος εξαπατά κάποιους άλλους, τότε ο σοφός λαός (αλλά μπορεί και η ίδια η δικαιοσύνη), πολύ λογικά θα αποφανθεί : τα ήθελε ο κώλος σου. Είναι η λεγόμενη αυτοδιακινδύνευση του θύματος (βλ. παράδειγμα 3).

Η φράση παραπέμπει στο δάγκωμα του φιδιού, ακαριαίο και δραστικό. Την χρησιμοποιούσε πολύ και ο γνωστός Ακάλυπτος αλλά υπήρχε και πριν από αυτόν.

  1. - Πέρασε από τη δουλειά ο ρεμπεσκές ο ξάδερφός μου και μου ζήτησε δανεικά. - Ε, και συ τού' δωσες ;;; - Τι να κάνω, αφού μου πούλησε παραμύθι για τα παιδάκια του. - Πάλι σε δάγκωσε το κωλόπαιδο. Και συ ρε παιδάκι μου ποιος είσαι τέλοσπάντων, ο Καραμουρτζούνης ;;;

  2. - Μου ήρθε μία χαροκαμένη για να σώσω το γιο της, πρέζονας τελειωμένος, τον πιάσανε με μεγάλη ποσότητα και τον προφυλακίσανε. Είναι παντελώς απελπισμένη. Τις λές να την δαγκώσω;;;. Μου είπε ότι έχει να πουλήσει και ένα οικοπεδάκι. - 'Ασε ήσυχη ρε θεομπαίχτη τη γιαγιά, τι ψυχή θα παραδώσεις ;;;;.
    - Καλά, θα το σκεφτώ.

  3. - Έδωσα τριάντα χιλιάρικα στον Θανάση. Θα φέρει λαθραία κάτι μαϊμούδες από Βουλγαρία, θα τα πουλήσει για ορίτζιναλ και μου είπε ότι θα τριπλασιάσει σε δύο βδομάδες το κεφάλαιο. - Ρε συ, αυτός είναι απατεώνας ολκής, έχει δαγκώσει όλο τον τηλεφωνικό κατάλογο. Άρχισε να τα κλαις από τώρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γενική και ασαφής απειλή όπου δεί. Μάλλον ετυμολογείται από θυελλώδες ξέσπασμα το οποίο, δίκην χιονοστιβάδας, ή ανεμοστροβίλου, μας παρασέρνει και μας σηκώνει.

  1. Μη διανοηθεί να βγάλει κανείς σκονάκι, σας πήρε και σας σήκωσε, κωλόπαιδα!

  2. Αν την πέσεις στην Ελένη, σε πήρε και σε σήκωσε. Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι. Γκέγκε;

  3. Ήρθε ο Μάνος από τις Βρυξέλλες και τους βρήκε να καπνίζουν χόρτο μέσα στο γραφείο. Άσε, έγινε της πουτάνας· τους πήρε και τους σήκωσε!

(από panos1962, 15/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Με πήρε η μπάλα, μας πήρε η μπάλα, θα σε πάρει η μπάλα κλπ.

Σημαίνει ότι θα βρούμε κι εμείς μπελά, ότι η οργή κάποιου θα συμπεριλάβει και την αφεντιά μας, ή γενικότερα ότι θα εμπλακούμε άθελά μας σε άσχημη ή απευκταία κατάσταση.

Ετυμολογείται μάλλον από την καταστροφική πορεία μεγάλης μπάλας, π.χ. χιονοστιβάδας, που κυλάει και παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμά της. Υπάρχει, πάντως, και η ποδοσφαιρική εκδοχή, κατά την οποία κάποιος τραυματίζεται καθώς, ατυχώς, βρίσκεται στην πορεία πολύ δυνατού σουτ. Όπως και να 'χει, σημαίνει ότι εμπλεκόμαστε σε δυσάρεστη κατάσταση χωρίς να ευθυνόμαστε άμεσα, από σπόντα.

  1. - Τα 'μαθες; Αυξάνονται τα όρια ηλικίας στις γυναίκες.
    - Μη γελάς καθόλου. Θα μας πάρει κι εμάς η μπάλα.

  2. - Χθες χακέψαν το δίσκο του γενικού. Θα γίνει της πουτάνας.
    - Ωχ, θα μας πάρει κι εμάς η μπάλα.

  3. Απολύονται τα STAGE. Λες να πάρει η μπάλα και τις συμβάσεις έργου;

Μας πήρε η μπάλα! (από panos1962, 15/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ρήμα προερχόμενο από το (σ)ουσιαστικό κανίβαλος, ανθρωποφάγος. Δεν ξέρω αν έπεσε ποτέ σε ορίγκιναλ φάση, σημαίνον, δηλαδή, τρώω άτομα του ιδίου είδους (για τον γράφοντα βοοειδή και αμνοερίφια καθ' ότι υβρίδιο) και το ψιλοαμφιβάλλω.

Μάλλον η χρήση του ξεκίνησε με τον τηλεκανιβαλισμό (παράβαλε και την επικά σουρεαλιστική καΐλα των ογδόνταζ «τηλεκανίβαλοι») και τα ρηάλιτυ σόουζ. Εκεί, άνθρωποι με ψυχολογικά ή και άλλα προβλήματα και, το βασικότερο, άγνοια του τι τους συμβαίνει πραγματικά γίνονται αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης από άτομα σαφώς πιο έξυπνα (με μια διεστραμμένη έννοια του όρου) και πολύ μεγαλύτερα ψυχολογικά προβλήματα (με τάσεις αυτοεπιβεβαίωσης σε βάρος αυτού που θεωρούν κατώτερο, και κυρίως χωρίς ηθικές αναστολές, καριερίστες, αυτοί που θες για γαμπρούς σου εν ολίγοις) με σκοπό την τηλεθέαση και τα γκαφρά.

Από εκεί επεκτείνεται στην (ημι)δημόσια διαπόμπευση κάποιου ο οποίος αποδεδειγμένα αδυνατεί να καταλάβει ότι τον δουλεύουν μέσα στη μάπα του, κυρίως αφήνοντάς τον να εκτίθεται και οδηγώντας τον στο να εκτίθεται όλο και περισσότερο.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της κατάστασης, σε σημείο μάλιστα πρόκλησής της, είναι η εθελούσια συμμετοχή του κανιβαλιζόμενου, ο οποίος λόγω άγνοιας ή λόγω μεγαλομανίας κατά κάποιον τρόπο (ο παππούς μου νομίζω έλεγε «να μην κλάνουμε παραπάνω απ' τον κώλο μας») βρίσκεται έξω απ' την κατηγορία του.

  1. - Είχανε φωνάξει, οι μαλάκες, το παιδάκι στο τραπέζι και το κανιβαλίζανε. Γελάγανε οι κάφροι με την αναπηρία του παιδιού...

  2. - Έχει διαβάσει μισό βιβλιο φιλοσοφία για αρχάριους, ο βλάκας, και μας το παίζει Σαρτρ. Έκατσε χτες μαζί μας και του ρίχναμε πενηντάρικα για να μας μιλάει για το παράδοξο του είναι με παραπομπές στο μανιφέστο για την τριακοστή τέταρτη θέση του Φόυερμπαχ. Σκατά τά 'χει κάνει στο κεφάλι του. Κλάσαμε στο γέλιο.
    - Ρε σκατοκανίβαλοι αφήστε το παιδάκι ήσυχο.

από κουφώματα κ όχι από τηλεκανίβαλους, αλλά το τελευταίο είναι τόσο επικό που δεν μπορούσα... (από jesus, 15/11/09)Αρκάς, Ξυπνάς μέσα μου το ζώο. (από patsis, 15/11/09)

Παράβαλε και το λήμμα πικπα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο φανταχτερός, ο γυαλιστερός, ο τριζάτος, ο πλουμιστός, ο υπερκυριλέ. Αυτός που με την εμφάνισή του «φυσάει». Το καρακιτσαριό δηλαδή.

Η λέξη δεν σημαίνει κάτι, προφ είναι ηχομημιτική, πιθανόν από το κλασικό περιπαικτικό σφύριγμα που κάνουμε όταν κάτι και καλά πολύ εντυπωσιακό εμφανιστεί μπροστά μας -σε συνδυασμό με τη λέξη κυριλέ. Η ορθογραφία παραλλάσσεται ανάλογα με τη το φαντασιακό του καθενός: φισφιριλέ, φυσφιριλέ, φυσφυριλέ.

Λέγεται για ανθρώπους, αντικείμενα, συμπεριφορές, καταστάσεις, χώρους, για τα πάντα όλα.

  1. Πολύ φυσφυριλέ το έκανες το σπίτι σου ρε συ Ρούλα, ούτε ο Σπύρος Σούλης στο «Άλλαξέ το» να σου τό 'φτιαξε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που σπάνια χρησιμοποιείται στο πρώτο ενικό, καθώς εκδηλώνει αγανάκτηση απέναντι σε ανθρώπους που μας φέρνουν εκτός ορίων, που εξήντλησαν τα όρια της υπομονής μας, π.χ. ο δάσκαλος μπορεί να πει σε μαθητή που «δεν τα παίρνει»: «Αμάν, βρε παιδάκι μου, εσύ σκας γάιδαρο!», που σημαίνει, «αμάν μ' έσκασες», ή «δεν ξέρω τι άλλο να κάνω με σένα, βρίσκομαι σε απόγνωση» κλπ.

Η φράση έχει να κάνει, προφανώς, με την τεράστια αντοχή και υπομονή του γαϊδάρου. Αν λοιπόν κάποιος καταφέρνει να ζορίσει τόσο πολύ ένα γαϊδούρι ώστε να το «σκάσει», σημαίνει ότι το βγάζει εκτός ορίων, πράγμα που είναι δηλωτικό της φοβερής πίεσης που ασκεί, εφόσον ούτε καν ο γάιδαρος με την παροιμιώδη υπομονή του δεν μπορεί να αντέξει.

  1. - Ο Γιώργος πλακώθηκε χθες με τη Γιωργία. Πάλι τον έπρηξε με τις κουρτίνες που θέλει να αλλάξει.
    - Ε, μα, κι αυτή σκάει γάιδαρο. Αφού ξέρει ότι αυτή την περίοδο γίνεται ο χαμός.

  2. - Μπορείς να μου το ξαναδείξεις πώς μπαίνω στο σλανγκρ;
    - Α, εσύ σκας γάιδαρο!

  3. - Δεσποινάκι, θες να βγούμε απόψε;
    - Α, εσύ σκας γάιδαρο! Αφού σου είπα εκατό φορές. Δε γουστάρω να βγούμε. Μη με ξαναρωτήσεις.

Μ\' έσκασες! (από panos1962, 15/11/09)Άσχετο... (από panos1962, 15/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η πλήρης καταστροφή (μεταφορική ή κυριολεκτική) κατά την οποία τίποτα δεν μένει όρθιο και επικρατεί πλήρης αναστάτωση.

Κυριολεκτικά, «κεραμιδαριό» σημαίνει το μέρος όπου φτιάχνονται κεραμίδια και, συνήθως, τούβλα. Πιθανή σύνδεση λόγω της, φαινομενικής, ακαταστασίας που επικρατεί σε αυτούς τους χώρους.

  1. Οπαδοί της Χ ομάδας συγκρούστηκαν με οπαδούς της Υ ομάδας και μέσα σε μισή ώρα έκαναν το μαγαζί κεραμιδαριό.

  2. Ο Πέτρος είναι εντελώς ανίκανος. Με το που έγινε διευθυντής έκανε όλη την υπηρεσία κεραμιδαριό.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ρήμα ξιταφάω-ξιταφώ σημαίνει αναδίδω μια εξαιρετικά διαπεραστική δυσωδία, ως από στάβλου.

Χαρακτηριστικός τύπος που ξιταφούσε μονίμως, ήταν (είναι;) ο Μήτρος από το Φ'λί (Φελλίον) Γρεβενών, που πριν από 30 χρόνια ερχόταν τα απογεύματα με μια μπάλα παραμάσχαλα στο γήπεδο του Πυρσού Γρεβενών και τραβούσε τσουκίδες σε κενό τέρμα, πανηγυρίζοντας έξαλλα κατόπιν για τα τέρματα που πετύχαινε.

Αν και βρισκόταν τότε στα 30 φεύγα, αναζητούσε (ως άλλος Βέρθερος) να παίξει μπάλα μαζί με τη μαρίδα, μόνο που δεν το πετύχαινε ποτέ, γιατί κανένας δεν του είχε μιλήσει ποτέ για το Ρεξόνα, και η πιτσιρικαρία ήταν αδυσώπητη στο ποιον αποδεχόταν σαν μέλος της και ποιον απέρριπτε.

Συνώνυμα: ζέχνω, ζωοκοπώ, βρωμώ

— Σε πήρε η μπόχα; Τι είναι αυτό που ξιταφάει; Μήπως ήρθε...
— Ι Μήτρους απ' το Φ'λί!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified