Further tags

Έκφραση που σημαίνει ότι κάτι δεν θα γίνει, ουσιαστικά, ποτέ. Λέγεται όταν θέλουμε να ξεφορτωθούμε ενοχλητικούς (βέβαια, αν έχουν άι κιου ραδικιού, ακόμα θα ψάχνουν ποιος είναι αυτός ο μήνας και θα νομίζουν ότι αγόρασαν ελαττωματικό ημερολόγιο).

Συνώνυμο: του Αγίου Πούτσου ανήμερα.

- Πότε θα βγούμε ρε Μαράκι; Όλο ναι και ναι μου λες, αλλά όποτε σε παίρνω μου βρίσκεις δικαιολογίες.
- Θα βγούμε, σου λέω, μην ανησυχείς...
- Ε, πότε;
- Τον μήνα που δεν έχει Σάββατο. Χέσε μας τώρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μόριο της νεοελληνικής με πολλές χρήσεις και έννοιες:

  1. «όχι», καραμπινάτο
  2. κοντά, δίπλα (ενίοτε και «τσικ», αντιπαράβαλε με κλικ)
  3. διπλασιαζόμενο, λίγο-λίγο, κομμάτι-κομμάτι, αργά (και τσούκου τσούκου)

Προέρχεται από το πλατάγιασμα των οδόντων.

- Πάμε για ένα ποτάκι;
- Τσουκ...
- Έλα... το μπαρ είναι ένα τσουκ απ' εδώ...
- Τσουκ!
- Έλα, πάμε για ένα στο τσάκα -τσάκα... Τι λες;
- Τσουκ, είπαμε!
- Έχω και Porsche Cayenne!
- Μωρό μου, βεβαίως και όχι γρήγορα, πάμε τσουκ-τσουκ! Ξέρεις ότι έχεις όμορφα μάτια;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απαραίτητη προϋπόθεση για χρήση της παραπάνω έκφρασης είναι η προηγούμενη διατύπωση ορισμένου αιτήματος ή άποψης από το συνομιλητή και η ύπαρξη κάποιας μορφής του ρήματος «μπορώ» μέσα σε αυτή.

Η έκφραση μπορέλι καταδεικνύει την αδυναμία εκπλήρωσης του προαναφερθέντος αιτήματος εκ μέρους του ομιλητή ή τη διαφωνία του ως προς τις απόψεις του συνομιλητή.

Προέρχεται από τη ρίζα του ρήματος «μπορώ», ενώ ο αγαπημένος πρώην παίκτης του Παναθηναϊκού μπορεί να αντικατασταθεί και με άλλα (πάντα σχετικά με μπάλα) ονόματα.

Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δίνεται στην ηχητική ομοιότητα του επιλεγμένου όρου με τη μορφή του ρήματος «μπορώ» που έχει προηγηθεί, ενώ, για έμφαση ή ειρωνεία, προτιμάται η «ξερή» χρήση (βλ. παραδείγματα).

  1. (Χρήση μέσα σε πρόταση, φιλικά - εδώ στο τηλέφωνο)
    - Έλα ρε Γιάνναρε... Απεργούνε οι ταρίφες και μόλις κατέβηκα απ'το ΚΤΕΛ. Μπορείς να έρθεις να με πετάξεις μία σπίτι να μη γαμηθώ στα λεωφορεία;
    - Καλώς μας ήρθες φίλε αλλά δυστυχώς μπορέλι, το αμάξι είναι συνεργείο εδώ και δυο βδομάδες, έχω χτίσει πολυκατοικίες στην κίτρινη φάρα...

  2. (Μονολεκτική πρόταση για ειρωνική διάθεση)
    - Αν η ΑΕΚ κάνει 1-2 καλές μεταγραφές τον Ιανουάριο μπορεί να χτυπήσει πρωτάθλημα.
    - Μπορμπόκης.

  3. (Έμφαση στην ηχητική ομοιότητα}
    - Τι έγινε τελικά με το γκομενίδι που φάσωνες χτες;
    - Αν δεν ήμουν κομμάτια θα μπορούσα να την είχα πάρει σπίτι αλλά μετά από τόσα σφηνάκια μπορούσια...

Δες και και μπορέλι, χοσέ μπορέλι

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη πασπαρτού που την χρησιμοποιούμε σε διάφορες καταστάσεις:

  • Όταν θέλουμε να δείξουμε οτι βαριόμαστε. (παράδειγμα 1)
  • Όταν θέλουμε να περιγράψουμε την κατάσταση κάποιου που είτε είναι χαβαλές ή πιωμένος και γενικά δε την πολυπαλεύει. (παράδειγμα 2)
  • Όταν θέλουμε να δείξουμε απαξίωση για κάποιο ζήτημα. (παράδειγμα 3)
  • Όταν δεν έχουμε τι άλλο να πούμε (παράδειγμα 4)

    Ενδεχομένως να έχει σχέση με το αρνητικό μόριο «μπα».

  1. - Πάμε για 'κανα σουβλάκι;
    - Μπάουα ρε... (Συνοδεύεται από χαμήλωμα του κάτω βλεφάρου με το δάκτυλο)

  2. - Ο Σάκης δε την παλεύει μία! Είναι τελείως μπάουα!

  3. - Ο Νίκος πήρε Playstation 3!
    - Μπάουα. Χέστηκα κιόλας.

  4. - Μπάουααααα...
    - Ε;;
    - Τίποτα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λεξιπλασία, μάλλον του καθηγητή Ντίνου Τσίφα, που σημαίνει «άλλα αντ' άλλων», ή ό,τι να 'ναι. Λέγεται και ως απάντηση σε ερώτηση, της οποίας η απάντηση είναι προφανής, αλλά πικρή.

- Ρε, συ, τα 'μαθες; Απολύονται τα σταζ. Είμαστε κι εμείς μέσα;
- Yes, they aren't!

- Πήγαν για τριήμερο και κοντεύουν μήνα!
- Yes, they aren't.

oh, come on... (από Jonas, 04/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ελεύθερη απόδοση στην ελληνογαλλική* της κλασσικής ατάκας ποτέ των ποτών. Κάποιοι μελετητές διαβλέπουν μιαν ελαφρά χροιά «Περισμού» σε αυτή την έκφραση οπότε προσοχή στον τόνο της φωνής κατά την χρήση!

*Από το γαλλικό «jamais».

Ροδόλφος: - Και δηλαδή δεν θα αγοράσεις το domain www.glentis.gr για την προσωπική σου ιστοσελίδα;
Πέρι: - Ζαμαί των ζαμών. Εάν ο ICANN δεν βγάλει domain «.lak», εγώ στο ίντερνετ δε βγαίνω!

Δη ορίτζιναλ Ζαμέ των Ζαμών! (από Khan, 28/01/13)

Βλ. και ζαμέ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

*Κάτι που - στην πραγματικότητα - δεν είμαι (ή είναι κάποιος), ή *Κάτι που δεν πρόκειται να γίνει, κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί.

  1. -Ωραία κοτσίδα! Αφήνεις μαλλί;
    -Ναι, ναι Μακλάουντ και καλά...

  2. -Θα έρθει ο Αντώνης τελικά για Καφέ;
    -Ναι, ναι Μακλάουντ και καλά... αφού μας έχει φτύσει τελευταία.

Επίσης χωρίς τα «ναι» - Μακλάουντ και καλά. Βλ. και και καλά, καικαλούας/-ού, ντεμέκ, καικαλάς

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το «όχι» στις ηλικίες 6-12 (=/-2)

- Έκανες τα μαθήματα σου για αύριο;
- Ναι!

- Αν σου πάρω παγωτό, θα πάψεις να φτύνεις στο παγωτό του Κωστάκη;
- Ναι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μη φας και έχουμε γλαρόσουπα και μπούτι από ελικόπτερο.

- Μωρό μου Λένα, ήταν ένα στιγμιαίο λάθος αυτή η απιστία. Θα με συγχωρέσεις;
Λένα:
- Μη φας και έχουμε γλαρόσουπα και μπούτι από ελικόπτερο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρονικό επίρρημα το οποίο χρησιμοποιείται συνήθως ως μονολεκτική και αποστομωτική αρνητική απάντηση σε εντολές. Η προέλευσή του εντοπίζεται στον Ελληνικό Στρατό. Μια παραλαγή: «παλιά στο Τέξας».

- Πσστ, έλα 'δω που σε θέλω λίγο...
- Παλιά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified