Selected tags

Further tags

Συνήθης hater έκφραση των παιδικών μας χρόνων, before hating was even cool.

Απ' όταν ήμαστουν μικρά αγοράκια, και μη γνωρίζοντας τι κάνει το πουλί μας πέρα απ' το κατούρημα, επομένως μην έχοντας ακόμη αποκτήσει τον γυναικοχαλκά, μαζεύαμε τις κοπέλες του Δ1 και τραβώντας τους τα κοτσίδγια φωνάζαμε τη φράση αυτή σε συνθηματικό σκοπό!

Η ατάκα υπάρχει και σε παραλλαγές:
-αγόρια ιππότες, κορίτσια μαύρες κότες
-αγόρια βασιλιάδες, κορίτσια με ραγάδες
-αγόρια λεβέντες, κορίτσια καμπινέδες
-αγόρια ρομπότ, κορίτσια φέρυ μποτ
-αγόρια κανόνια, κορίτσια μακαρόνια

Μικρός Γιωργάκης: λοιπόν ε μαλάκες τραβάμε όλοι κοτσίδια και φωνάζουμε ε μαλάκες πάει; τζαμάτο ε;
Όλοι μαζί: αγόρια ατσίδες, κορίτσια κατσαρίδες!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σπανιότερη σημασία της κλασσικής, αλλά υπαρκτή. Συνώνυμο του ηλίθιος, πανίβλακας, άι-κιού ραδικιού και τα λοιπά συναφή.

Όταν αναφέρεται σε γυναίκα (της οποίας την εμφάνιση αγνοεί ο συνομιλητής) συχνά δημιουργεί σύγχυση, ακριβώς λόγω της στατιστικής σπανιότητας αυτής της σημασίας σε σχέση με την χαρακτηρίζουσα την εμφάνιση. Χαλαρό συνώνυμο σ' αυτήν την περίπτωση το χαζογκόμενα.

  1. - Πώς πήρε πτυχίο αυτός ρε συ; Όσο τον θυμάμαι ήταν εντελώς μπάζο. Έβαλε ξαφνικά μυαλό;

  2. σε μπαρ, τύπος πήγε να μιλήσει σε γυναικοπαρέα και γυρίζει πίσω στην αντροπαρέα του:
    - Γιατί δεν έκατσες με τα γκομενάκια ρε συ;
    - Η ξανθιά που μ' αρέσει εμένα είναι μπάζο μπίτι τελείως ρε συ. Πέντε λεπτά τώρα μου μίλαγε για μανικιούρ και άλλα δέκα πιο πριν για γκλίτερ. Άσε να πιούμε κάνα ξίδι να ψωλάρουμε λίγο καλύτερα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην ποδοσφαιροσλάνγκ είναι ο τερματοφύλακας που ξέρει να διώχνει τα γκολ.

Χρειαζόμαστε γάτο στην ομάδα όχι γατάκι!

Got a better definition? Add it!

Published

Ο Καρλ Μπαρκς ήταν σεναριογράφος και σχεδιαστής κόμικς, από το 1920 μέχρι το 1966. Θεωρείται ο κορυφαίος δημιουργός ιστοριών ηρώων του Ντίσνεΐ. Δικό του δημιούργημα είναι και ο Κύρος Γρανάζης.

Ο Κύρος Γρανάζης είναι o καλόκαρδος, ιδιοφυής και ταυτόχρονα αφηρημένος εφευρέτης της Λιμνούπολης, που προτιμά την μοναχική ζωή και κατοικεί στο εργαστήριό του με συντροφιά τον πιστό βοηθό του, τον Γλόμπο. Σοφίζεται, μαστορεύει και πουλάει σε τιμή ευκαιρίας οτιδήποτε μπορεί κανείς να φανταστεί (συσκευές αντιβαρύτητας, χρονομηχανές, χαπάκια που υποκαθιστούν γεύμα, κλπ.) Ωστόσο, τις περισσότερες φορές η δουλειά του δεν εκτιμάται από τον κόσμο… Ο Κύρος, αν και έχει πρόθεση να βελτιώσει με τις εφευρέσεις του τον κόσμο, συχνά φέρνει την καταστροφή.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όταν αποκαλούμε κάποιον Κύρο Γρανάζη, υπονοούμε κάποιον που ωσάν άλλος Μαγκαιβερ, ασχολείται επί παντός επιστητού, προσπαθώντας να λύσει κάποιο πρόβλημα που τον απασχολεί. Προσπαθεί να υλοποιήσει καινοτόμες ιδέες, μελετώντας θεωρίες, χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα και πατέντες, προκειμένου να φτιάξει το πολυπόθητο δημιούργημά του. Ωστόσο άλλοτε το καταφέρνει, άλλοτε όχι. Διακρίνεται για την πλούσια φαντασία του και από το σαράκι της δημιουργίας του. Δεν εγκαταλείπει εύκολα τον αγώνα. Είναι στις επάλξεις μέχρι το ενενήντα. Το πρόβλημα καταντά μέσα του έμμονη ιδέα και κόλλημα. Έτσι το παίρνει πατριωτικά, αφοσιώνεται στο σκοπό του, παραμερίζει τις διάφορες δουλειές του και τις λοιπές προσωπικές του ανάγκες, εξόδους κλπ ώστε να φέρει σε πέρας το έργο του και να νιώσει ικανοποιημένος. Αν τα πράγματα δεν πάνε καλά δεν πτοείται. Συνεχίζει ως ντούρασελ.

Ένας τέτοιος τύπος συνήθως είναι εντελώς αδιάφορος για εργασία ρουτίνας οπότε έχει πρόβλημα σε τέτοιου είδους εργασίες. Θα προτιμούσε να εργαζόταν σε ερευνητικό εργαστήριο με ανοικτό deadline. Πολλές φορές συναντά κανείς τέτοιους τύπους σε διάφορες εταιρείες που αναλαμβάνουν ειδικές αποστολές, λύνοντας ειδικά σύνθετα προβλήματα, εκεί που οι άλλοι εμφανίζονται ως αδύναμοι κρίκοι

- Ε τον πούστη τον Κύρο τον Γρανάζη. Του ‘χει καρφωθεί στο μυαλό η ιδέα να φτιάξει μια πρωτοποριακή συσκευή συλλογής και συμπίεσης αερίων κλανιοβομβαρδισμών, με στόχο την απομόνωση του διοξειδίου του άνθρακα και τη χρήση του ως καύσιμο υλικό. Οπότε καταλαβαίνεις. Όλη η οικογένεια τρώει κλάσιμες ύλες, το σπίτι βρωμάει κι ο τρελός επιστήμονας όλο αναφωνεί ως άλλος Αρχιμήδης: Εύρηκα - Εύρηκα... αλλά ακόμα ψάχνει. Έχει κολλήσει στην τρέλα του. Τίποτα δεν τον απασχολεί πια.

- Ε με τη φόρα που 'χει πάρει και με τα έξοδα που κάνει για να το καταφέρει, αν δεν τα κακαρώσει λόγω έλλειψης ψιλικού οξέος, θα σκάσει απ' την μπόχα.

Αρχιμήδης (από GATZMAN, 27/10/08)Ο άνθρωπος Κύρος Γρανάζης και οι γλόμποι του (από GATZMAN, 28/10/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει αντιλαμβάνομαι τις προθέσεις κάποιου, παίρνω πρέφα, διαβλέπω τις κινήσεις ή τις ενέργειες που πρόκειται να γίνουν, «βλέπω» τις εξελίξεις. Ο όρος χρησιμοποιείται κατά κόρον στα ομαδικά παιχνίδια και δη στο ποδόσφαιρο. Λέμε, π.χ. «ο Νικοπολίδης διάβασε τον Τζώρα και έκανε έγκαιρα την έξοδο».

  1. Ο Μάκης διάβασε τη φάση και γύρισε γρήγορα στην άμυνα, σώζοντας την ομάδα από βέβαιο γκολ.

  2. - Ο Μήτσος χώρισε με την Αφρούλα. Τον έκανε τάρανδο.
    - Εμ, εγώ την είχα διαβάσει αυτήνα. Αφού την έπεφτε σε όλους.

Ο Μήτσος κατά την απουσία της Αφρούλας στη Σκύρο. (από panos1962, 12/11/09)Διαβάζοντας την τρέχουσα οικονομική κατάσταση... (από panos1962, 12/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ήρωας ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς των '80s. Σημαίνει κάποιος που βρίσκει απίθανες λύσεις και τεχνάσματα για κάποιο πρόβλημα.

  1. Πώπω χαμός από καλώδια εδώ πέρα... Μόνο ο Μαγκάιβερ βρίσκει άκρη!

  2. Πσσσσς... Πώς τα κατάφερες ρε μαγκάιβερ;;

Νήσος Σάμος, ή, κατά Google, Μαγκάιβερ. Χακεριά στο google maps. (από patsis, 07/08/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάποιος που: - προσπαθεί να λύσει τα ανεξήγητα και του αρέσει να μπερδεύεται σε δολοπλοκίες, υποπτεύεται τους πάντες και τα πάντα, δεν εμπιστεύεται κανέναν, δεν του παίρνεις μυστικό, είναι μόνιμα καχύποπτος, το μυαλό του πάει πάντα στο πονηρό και φαντάζεται συνεχώς ιστορίες συνωμοσίας ακόμα κι αν αυτές δεν υφίστανται. Συνώνυμη έκφραση για άντρα:
Πουαρώ
Συνώνυμη εκφράσεις για γυναίκα:
Αγκάθα Κρίστι

- Όταν ο Δημήτρης ακούει για ακρίβεια ψάχνει τους ενόχους, όχι όμως τους οφθαλμοφανείς, αλλά αυτούς που κινούν τα νήματα. Όσο πιο μυστήριο έχει το story τόσο πιο αληθινό το βρίσκει. Όταν πάλι ακούει για φτήνια φαντάζεται μαύρο χρήμα, λαμογιά, κακή ποιότητα, εξαπάτηση εργαζομένων - Καλά, τι Σέρλοκ Χόλμς είναι αυτός ρε; Μιλάμε... το άτομο δεν παίζεται με τίποτα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ένταξη στο ελληνικό κλιτικό σύστημα του Smartphone. Έχει το πλεονέκτημα ότι εξελληνίζει τον ξενισμό ομαλά, και χωρίς να φαίνεται τόσο αστειατόρικη χαριτωμενιά, όσο το εξυπνόφωνο, όπου και παραπέμπω για τα περαιτέρω. Ωστόσο, δεν είναι και τόοοσο διαδεδομένη, δίνει λίγα χτυπήματα στον γούγλη, μάλλον προτιμάται ο ξενικός όρος.

  1. Το παιδάκι που κάθεται κάποιες σειρές πιο πίσω, έχει ανοίξει και παίζει το αγαπημένο του παιγνίδι ikariam στο Ipad αφού συνδέθηκε πρώτα δωρεάν με το free wi-fi που προσφέρει το συγκεκριμένο δρομολόγιο. Η μεγαλύτερη αδελφή του ανταλλάσσει μηνύματα στο σμαρτόφωνο με ήχους από μπουρμπουλήθρες και σφυρίγματα παπαγάλου που μου προκαλούν ευθυμία. (Εδώ).
  2. Χτες ή προχτές μου έδειξαν οι κόρες μου ένα παιχνίδι κουίζ για το σμαρτόφωνο, για το οποίο είχα ήδη ακούσει να γίνεται λόγος χωρίς όμως να ασχοληθώ. (Εδώ).
  3. κι ένα QR code με link σε κάποιο ντόπιο site μας που να μπορεί να το σκανάρει τουρίστας με σμαρτόφωνο και σύνδεση στο ιντερνέτι. (Εδώ).

Τόση εξυπνάδα μαζεμένη

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Αυτός που έχει κομμένη την ουρά. Από τα κόβω + ευφωνικό ν + ουρά. Το λέμε για ζώα. Χαριτωμένη λέξη για μια επώδυνη εμπειρία.

  2. Προς μεγάλη μου έκπληξη βρήκα κάτι που αγνοούσα: ότι λέγεται και για ανθρώπους και σημαίνει ευφυής, εφευρετικός, βλ. εδώ και εδώ. Μάλιστα η έννοια αυτή είναι και η πιο διαδεδομένη (βλ. παραδείγματα 2.α., 2.β., 2.γ.). Παρόλ' αυτά την έβαλα δεύτερη γιατί θεωρώ ότι είναι συνέπεια της πρώτης και γιατί εκπλήσσομαι που τα λεξικά δεν αναφέρουν την πρώτη καν.

Δεκτή οποιαδήποτε διόρθωση αν πέφτω έξω.

1.α. O πορτοκαλάκης κοψονούρης μαζί με τον αδελφούλη του! Τελικά η κομμένη άκρη της ουρίτσας έπεσε και είναι σαν να μην του συνέβει ποτέ!

1.β. Κι όχι μόνο δεν μετανοούν, για να μη ταπεινοφρονήσουν, αλλά προσπαθούν να παρασύρουν και άλλους ν’ ακολουθήσουν την αμαρτωλή γνώμη τους, μόνο επειδή έχουν κομμένη την ουρά τους, και δεν θα ησυχάσουν ποτέ, αν δεν μας πείσουν να την κόψουμε κι εμείς. Ο κάθε κοψονούρης δεν ησυχάζει, αν δεν έχη συνενόχους, και όσο γίνεται περισσοτέρους.

========

2.α. Αυτός ο υποψήφιος βο(υ)λευτής υποτιμά τη νοημοσύνη των γυναικών… Από τώρα καταλαβαίνεις γιατί θέλει να βγει…για τη μάσα και μόνο…. Ποιος είναι τελικά αυτός ο δήθεν κοψονούρης;
εδώ

2.β. Το οίκημα κτίστηκε πρόσφατα και όμως δεν βρέθηκε κάποιος κοψονούρης να τους πει ότι από του χρόνου όλο το πρόγραμμα θα εκπέμπεται ψηφιακά και θα πρέπει να υπήρχε η σχετική πρόνοια πριν την ολοκλήρωση των εγκαταστάσεων.
εδώ

2.γ. ...το έλυσαν με έναν τρόπο που δε θα το σκεφτόταν κανένας άλλος όσο έξυπνος και κοψονούρης και να ήταν.
εδώ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ένα ιδιαίτερο είδος λεξιπλασιών, που φέρουν την σφραγίδα του ιδιότυπου χιούμορ του γκέι ακτιβιστή και σλάνγκαρχου Λύο Καλοβυρνά. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι αναφέρονται σε ανθυπολεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, που αποτελούν κοινό βίωμα όλων μας, αλλά δεν τους έχουμε δώσει ιδιαίτερη σημασία μέχρι ο Καλοβυρνάς να μας επιστήσει την προσοχή σ' αυτές μέσω ευφάνταστων και ιδιοφυών λεξιπλασιών. Είναι το είδος λεξιπλασίας που ο αποδέκτης τους αναφωνεί μετά: «Τι σκέφτηκε ρε ο πούστης!» (με την καλή έννοια). Ορισμένες από τις καλοβυρνιές είναι (αυτο-)σαρκαστικές για τις αντιλήψεις που υπάρχουν στην ελληνική κοινωνία για τους γκέι.

Σύγκρινε: παπαρολογισμός, σεφερλίτιδα.

Ο χρήστης Tarantula έχει φλομώσει το σάιτ με καλοβυρνιές, και μάλιστα άνευ παραπομπής!

Βλ. λ.χ. απουστήρωση, σκουπευκαιρία, πουπήγιο και καμιά διακοσαριά ακόμη...

Λύο Καλοβυρνάς (από GATZMAN, 28/03/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified