Selected tags

Further tags

Η έκφραση περιγράφει μια εκρηκτική, έκρυθμη κατάσταση που πλησιάζει, ένα ξεσηκωμό που σιγοβράζει, μια επικείμενη φιλονικία, μια υποβόσκουσα ένταση, μια επερχόμενη σύγκρουση, μια ησυχία πριν τη καταιγίδα, μια επίθεση έτοιμη να ξεσπάσει, μια ανησυχία που προκαλεί πανικό, ένα πατιρντί επί θύραις κ.λπ. κ.λπ.

-Τα ΜΑΤ φόρεσαν τα κράνη τους, πάμε για τιγκανά γιατί η υπόθεση μυρίζει μπαρούτι.

Δημητσάνα. Εδώ μύριζε μπαρούτι κάααπιοτε  (από GATZMAN, 15/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Και «βγάζω καπνούς απ’ τ’ αυτιά».

Εξοργίζομαι, φουρκίζομαι, τα παίρνω στο κρανίο, παίρνω ανάποδες, γίνομαι Τούρκος, μου ανάβουν τα λαμπάκια, γίνομαι μπαρούτι, τα μυαλά μου πονάνε.

Μάλλον από κόμικ και καρτούν με χαρακτήρες που εμφανίζουν το φαινόμενο. Και αυτό με τη σειρά του μάλλον από τα συμπτώματα μηχανής που παρουσιάζει βλάβη και φαίνεται έτοιμη να εκραγεί.

  1. Από εδώ:

Έχω αρχίσει και κόβω βόλτες στο δωμάτιο και βγάζω καπνούς απο τα αυτιά,ούτε το google ούτε το imdb δεν βοήθησε, δεν έχω αρκετά στοιχεία για search. Πραγματικά θα πλήρωνα για να μου θυμίσουν τον τίτλο.

  1. Από εδώ:

‘Εχει περάσει αρκετός καιρός απο τότε που συνέβη ένα γεγονός που με είχε κάνει να βγάζω καπνούς απο τα νεύρα μου.Είχα παλαιότερα σχέση με ένα παιδί [...]

  1. Από εδώ:

Ο εν λόγω προϊστάμενος προσπάθησε να μου ξαναπεί το γνωστό σε μένα παραμύθι περί αλλαγής εξοπλισμού λόγω αλλαγής κινητήρα κτλ κτλ κτλ......Εκεί ήταν που άρχισα να βγάζω καπνούς.....Ένα κι ένα κάνουν 2.....μου είπατε κύριε πωλητή ότι θα περιλαμβάνει τον εξοπλισμό που ζήτησα;........ΝΑΙ, ήταν η απάντηση, αφού ρώτησε στην ***, όπως είπε.

(από patsis, 14/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published

Κατ’ αρχήν βαριά και αποτελεσματική βρισιά. Τα μούτρα είναι κάποιου άλλου από αυτόν που μιλά. Βλ. και σκατά να φας. Η κατ’ ιδέα μίανση του προσώπου έχει ύψιστη συμβολική σημασία: επεκτείνεται σε όλην την ύπαρξη του φέροντος.

Όταν τα μούτρα είναι του ομιλούντος, η έκφραση αλλάζει σημασία και δείχνει συνειδητοποίηση του λανθασμένου των επιλογών μας, μιας πλάνης στην οποία βρισκόμασταν, του γεγονότος ότι είμαστε άξιοι της μοίρας μας. Μερικές φορές είναι απόλυτο συνώνυμο του «τρομάρα μου» ή του «(έτσι νόμιζα) ο μαλάκας».

  1. Από εδώ:

Σκατά στα μούτρα του κάθε λακαμά που βγάζει την εξάτμιση του αυτοκινήτου του και βάζει στη θέση της ένα μπουρί. Όχι ρε ζώον, το κωλάμαξό σου δεν πρόκειται ποτέ να γίνει Porsche, όσο θόρυβο κι αν κάνει.

  1. Από εδώ:

ΦΤΑΙΝΕ ΠΑΛΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ; Ε; ΓΙΑ ΔΕ ΜΙΛΑΤΕ ΡΕ; Τώρα να βγούμε στους δρόμους; Σκατά στα μούτρα μας. Οχτώ χρόνια εγκατέλειψα τη χώρα που με γέννησε. Οχτώ. Σκατά και στα δικά μου μούτρα. Τα δικά σου τα κοίταξες τελευταία;

  1. Από εδώ:

αναρχικέ (τί «αναρχικός» και παπάρια δηλαδή,τέλος πάντων)συνέχισε να γράφεις και να λές μαλακείες.έτσι βλέπει ο κόσμος τί σκατά «αναρχικούς» διαθέτει η Ελλάδα. Ψευτόμαγκες, τσαμπουκάδες του κώλου, χαπάκηδες και τα συναφή, νταήδες με συντρόφους που πιάνει ο ένας το κώλος του άλλου, άπλυτοι και βρωμιάρηδες, φτηνοί και τιποτένιοι.ικανοί μόνο για να κλαίνε πριν ακόμα φάνε το πρώτο χαστούκι απο αστυνομικό που θένε λέει να κάψουν ζωντανό,σκατά στα μούτρα τους.

  1. Από εδώ:

Εγω στα 15 μου επαιζα ακομα με την Μπιμπιμπο....Την θυμαστε η παλαιοτερες ,κατι σε μπαρμπιε για της νεοτερες... Και ασε που δεν βυζακια.... Και δεν ασχολιομουν κιολα...Δηλαδη δεν καταλαβαινα και πολλα.... Και οταν καταλαβα... Σκατα στα μουτρα μου,τεσπα!

  1. Από εδώ:

Ήμουν Βερολίνο την προηγούμενη εβδομάδα ... Όλοι καπνίζουν έξω .. Κανείς δεν διαμαρτύρεται ... Εδώ δεν καπνίζουν οι Άγγλοι (!!!) στις pubs .... Αλλά ο Έλληνας, είναι Έλληνας ..... Σκατά στα μούτρα μας που θέλουμε να λεγόμαστε και Ευρωπαίοι πολίτες ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η κατάσταση κατά την οποία όλα τα αυτοκίνητα είναι ακινητοποιημένα λόγω υπερβολικής κίνησης, με συνέπεια το σκηνικό να μοιάζει με φωτογραφία.

Συνώνυμο: πάρκινγκ.

Προϊστάμενος: Τι ώρα είναι αυτή που έρχεσαι στη δουλειά ρε άχρηστο υποκείμενο;
Κακομοίρογλου: Με συγχωρείτε κύριε προϊστάμενε, αλλά σήμερα έχουν απεργία τα λεωφορεία, και η εθνική είναι φωτογραφία.

(από Khan, 15/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έπεσε ακρίδα και τα έφαγε όλα.

Αναφέρεται στον ή στην παρέα λιμασμένων ανθρώπων που τα τρώνε όλα με βουλιμία .

Παρομοιάζουμε με τα σμήνη της ακρίδας που λυμαίνονται την χλωρίδα μιας περιοχής.

7.30 πμ, σε ξενοδοχείο μετά το πληρωμένο πρωινό που έφαγαν οι έλληνος τουρίστας:
- Μαριγούλα, έφυγε το σμήνος με τις ακρίδες, ξαναγέμισε τον μπουφέ γιατί τα τσανάκια δεν φάγανε μόνο.

Δες και ρίχνω, τρώω, πέφτω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναβαθμίζομαι. Ανεβαίνω επίπεδο (level στα αγγλικά).

Όπως αναπτύσσει ο ορισμός του συνώνυμου λεβελιάζω, προέρχεται από τα διάφορα ηλεκτρονικά παιχνίδια και, πριν από αυτά, τα επιτραπέζια παιχνίδια ρόλων που προβλέπουν επίπεδα στις ιδιότητες των παικτών. Ένας παίκτης έχει διάφορες ιδιότητες: invisibility (το να είσαι αόρατος), ταχύτητα, θωράκιση κλπ. Με διάφορους τρόπους όπως μαζεύοντας ειδικά αντικείμενα ή επιφέροντας χτυπήματα κατά αντιπάλων, οι ιδιότητες αυτές βελτιώνονται, παίρνουν λέβελ. Λέβελ παίρνει και ολόκληρος ο παίκτης, χάριν μετρησιμότητας της αξίας του.

Σε άλλα συμφραζόμενα, παίρνει λέβελ ό,τι καλυτερεύει, ό,τι αναβαθμίζεται λίγο αλλά διακριτά από την μία στιγμή στην άλλη. Μια μικροκοινωνία, μια συνεχιζόμενη προσπάθεια κάποιου ή κάποιων, μια εταιρεία, ένας άνθρωπος.

Χρησιμοποιείται και σοβαρά και περιπαικτικά.

  1. Από εδώ:
    Και τώρα που το post πήρε level και ελέγχθηκε και η ορθογραφία του, ξαφνικά αποκρυπτογραφήθηκε το κρυφό του μήνυμα και τα μιλιούνια των ανθρώπων που προηγουμένως δεν καταλαβαίνανε, ώ, τι θαύμα, διαφωτίστηκαν...

  2. Από εδώ:
    σκληρό chapter. tr00. ο μαντάρα τελικά μοιάζει λίγο με τον oobito; :Ο βλέπω δεν είμαι ο μονος που βλέπει την ομοιότητα. η κόναν είναι σκέτη πώρωση. μου άρεσε και πριν αλλα τώρα πήρε level

  3. Από εδώ:
    ρε μλκ ήξερα ότι είσαι βρώμικο μυαλό, αλλά τί να πω, πλέον έχεις πάρει level

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει θυμώνω, νευριάζω, αγανακτώ, ενίσταμαι, εκρήγνυμαι.

Η έκφραση προέρχεται από την πυρίτιδα, κοινώς μπαρούτι, παμπάλαια εκρηκτική ύλη από άνθρακα, θειάφι και νίτρο, που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.

Επίσης συνώνυμα μπαρουτιάζω, γίνομαι Τούρκος, τα παίρνω στο κρανίο, φουντώνω.

  1. - Πήγα στη πολεοδομία και όταν μου είπαν πόσα πρέπει να πληρώσω για ένα παρτέρι, έγινα μπαρούτι.

  2. Μόλις την είδα με τον άλλον έγινα μπαρούτι. Πάμε τώρα στο προαύλιο να παίξουμε μπάλα με τον Ρωχάμη.

εγινα μπαρουτι (από iwn, 14/12/10)Barut (από Nakas, 14/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ή καλύτερα: Πες μου ποιος σε γαμεί να του φιλήσω τομπούτσο.

Ανακραγμός καψούρας επί τη θέα μεναγκό που είναι πολλούς τόνους αμαρτωλό, από Λίλιαν και άνω, και που ξυπνάει μέσα μας τον αιρετικό Βορβορίτη, αφού μπορούμε επίσης και να την ρωτήσουμε πες μου πότε έχεις περίοδο, να 'ρθω να μεταλάβω. Πρόκειται εν ολίγοις για το τριφασικό, επικό θεόμουνο της οποίας και η κλανιά είναι βάλσαμο, ο δε πατέρας κατά πάσα πιθανότητα επαγγέλλεται την ζαχαροπλαστική.

Το εν λόγω φιλί είναι αμφίσημο, όπως εν γένει οι φιλούρες. Κατ' αρχήν, πρόκειται για άδολη απότιση σπεκίου στον πέοντα που αγγίζει αυτό το αιθέριο πλάσμα. Υπονοείται, εξάλλου, ότι για να είναι τόσο όμορφη η γυναίκα, κάποιος την ποθεί απύθμενα, και την εγκαλεί στην ομορφιά. Εμείς βλέπουμε το μεναγκό και το ποθούμε μόνο δευτερογενώς, όταν είναι ήδη θεόμουνο. Που σημαίνει ότι κάποιος την έχει ήδη ποθήσει ώστε να την συστήσει ως θεόμουνο. Οπότε ως δευτερογενείς ποθητές εμείς καλούμαστε να συντονιστούμε με την επιθυμία του πρώτου φαλλού, προνομιακού σημαίνοντος κατά Lacan, τον οποίο και προσκυνούμε δίκην θρησκευτικού συμβόλου.

Με λίγη ερασιτεχνική ψυχ-ανάλα, μπορούμε να δούμε εδώ το στάδιο που το παιδί επιγιγνώσκει ότι υπάρχει και κάποιος άλλος που επιθυμεί την μητέρα, ο πατέρας. Όταν όμως φτάσουμε να πούμε αυτήν την φράση, υπάρχει ο κίνδυνος ο πόθος μας για το μεναγκό να έχει πάρει τις διαστάσεις μιας τέτοιας σύγχυσης με το αντικείμενο του πόθου (την μητέρα στην ψυχαναλυτική μυθολογία/μεταφυσική) ώστε να χάνονται τα όρια, και η ποθούσα ετερότητα να μην βρίσκεται πλέον σε εμάς αλλά απέναντι. Είναι το ίδιο φαινόμενο με κάποιους αγαπούληδες, που από την υπερβολική λατρεία προς την γυναίκα, φτάνουν να χαϊδεύουν τα ρούχα της (πιο μετριοπαθής μορφή γουτσισμού), να κοιμούνται όπου κοιμάται αυτή και να φιλάνε τα μαξιλάρια, ή σε πιο σοβαρές περιπτώσεις να φοράνε τα ρούχα, φορέματα, φούστες και κραγιόν της. Εντέλει η επιθυμία οδήγησε σε τέτοια σύγχυση ώστε στο δίπολο εραστή- ερωμένου, ο τοιούτος βρέθηκε στην λάθος μεριά.

Μιλάμε, επομένως, για τον εκ στρέιτ ορμώμενο γκέουλα, που υπέπεσε σε ολίσθηση εξ ακραίου γουτσισμού, ήτοι σε σύγχυση με το αντικείμενο της επιθυμίας και εν τέλει θεώρηση της επιθυμητικής ετερότητας από την μεριά του ερωμένου. Πρόκειται για έναν από τους πολλούς δρόμους για το γκεϊλίκι που αναφέρει ο Otto Kernberg στο βιβλίο του για τον ναρκισσισμό. Σε ακραίες περιπτώσεις ο ασπασμός του πέοντος του πρώτου ποθούντος μπορεί να πάρει και μορφή υποταγής στον κατέχοντα την εξουσία, όπως είναι άλλου είδους φιλιά, λ.χ. φιλάω κατουρημένες ποδιές, φιλάω τ' αρχίδια / τον κώλο τινός.

Για την ιστορία έτσι το γύρισε και ο γνωστός μας Πέρι της Λιλιανάδας, που η υπερβολική του λατρεία προς το Λίλιαν τον έφερε στο πουστρηλίκι (βλ. παράδειγμα).

Ο Πέρι, ευυπόληπτος μέχρι τότε οικογενειάρχης, με ελαφρά κοιλίτσα και αρχή φαλάκρας, βγαίνει από την πολυκατοικία του, και αίφνης αντικρύζει το Λίλιαν να περνάει. Δεν μπορεί να συγκρατήσει τον ψίθυρο, που εντέλει απετέλεσε ιαχή.
- Πες μου ποιος σε γαμεί να του φιλήσω τον πούτσο!
Το Λίλιαν που άκουσε, γυρίζει και με αφοπλιστική κυριολεξία απαντά:
- Ο Βάγγελας.
Ο Πέρι ύστερα από μια στιγμή σκέψης:
- Μήπως έχεις το τηλέφωνό του;

(Από την ραψωδία Γάμα της Λιλιανάδας).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το φίδι είναι ένα κομψό και χρήσιμο πλάσμα, άκρως παρεξηγημένο εξαιτίας του μύθου της πτώσης από τον παράδεισο (έπρεπε να φταίει από τότε κάποιος άλλος, όχι άνθρωπος). Έτσι λοιπόν έχει περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ως κάτι το φριχτό κι απαίσιο, με μύριες όσες συμβολικές προεκτάσεις -οι οποίες περιττεύουν εδώ.

Κάποιοι λαοί τα τρώνε τα φίδια, για μας όμως είναι κάτι το αδιανόητο και σιχαμερό (πάλι καλά). Υποθέτουμε ωσεκτουτού πως αν κανείς φάει κάτι τέτοιο, θα σακατέψει το πεπτικό του, με συνέπεια απαίσια κλασίδια, ρεψίματα, κουτουλού. Όταν λοιπόν πράγματι κάποιος δίπλα μας αμολήσει καμιά καυτή και μποχιάσουμε, του λέμε: «φίδια έφαγες;»

Συνειρμός από το (κατά τ' άλλα άσχετο) φίδια του Χάνκοντα.

- αααχχχ... (αφήνει μια ύπουλη)
- Όχι ρε μαλάκα άντρα, μας πέθανες, πφφφφφφφφ! Φίδια έφαγες ρε πούστη;

Όσοι σιχαίνονται μην το δούνε (από Khan, 13/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στρατιωτικό καψώνι, όπου ο νέωψ κλείνεται στην ντουλάπα, του βάζουν ένα κέρμα στο στόμα, και τον υποχρεώνουν να τραγουδάει (Δες). Κατά άλλη εκδοχή πετάνε τα κέρματα από τις γρίλιες του φοριαμού (Δες).

Πάσα: Κνάσος.

Μακαρι γιατι τωρα υπηρετει φιλος μου απο Περθ Αυστραλια ανυποτακτος που θελει να ξεμπερδευει 36 χρονων και εφαγε τζουκ μποξ στη μοναδα απο δυο ντουλαπες. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified