Selected tags

Further tags

Οι καλογυμνασμένοι κοιλιακοί μύες, ανάγλυφοι, καλοσχηματισμένοι, ευδιάκριτοι, ανεπτυγμένοι, αποτέλεσμα κοπιώδους γυμναστικής, άσκησης, αθλήματος ή και εργασίας.

Οι συγκεκριμένοι μυώνες απαιτούν ιδιαίτερα επίπονη και επί μακρόν άσκηση για ένα εντυπωσιακό και αξιοπρεπές αποτέλεσμα, η εμφάνιση του οποίου προσομοιάζει με σοκολατάκια σε εορταστική συσκευασία δώρου.

Δίκαια λοιπόν οι έχοντες και κατέχοντες δεν παραλείπουν, ευκαιρίας δοθείσης, να τους επιδεικνύουν στις παραλίες και αλλαχού.

  1. Στην πλαζ: - Καλέ κοίτα αυτόν με τα σοκολατάκια.

  2. - Τη βλέπεις τη μπάκα; Πα να πλακωθώ στους κοιλιακούς, μέχρι το καλοκαίρι θα χει γίνει σοκολατάκια.

(από iwn, 01/12/10)(από iwn, 01/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηρισμός για ανθρώπους που έχουν ιδιαιτέρως άσχημη εξωτερική εμφάνιση, είτε λόγω των φυσικών χαρακτηριστικών τους, είτε λόγω των προσωπικών τους επιλογών και της έλλειψης περιποίησης.

  1. - Πώς είναι έτσι ο κακομοίρης, σαν κινέζικη αποβολή!

  2. - Ρε μαλάκα, πως πήγε και κουρεύτηκε έτσι ο Τάκης;! Τον είδες πώς έγινε; - Γάμησέ τα, σαν κινέζικη αποβολή!

Got a better definition? Add it!

Published

Έκφραση που χρησιμοποιείτο πολύ στην ένδοξη εϊτίλα, και γι' αυτό πολλοί από εμάς την χρησιμοποιούν με νοσταλγική γλυκάδα.

Ως προς την προέλευσή της, έχει σημασία ένα παιδικό παιχνίδι που περιγράφεται εδώ, εδώ και εδώ. Επαναλαμβάνω: το παιχνίδι ονομαζόταν βασιλιάς και μετά από κλήρωση ένα παιδί έκανε τον βασιλιά και τα άλλα έπρεπε να παραστήσουν το καθένα ένα επάγγελμα για το οποίο συνεννοούνταν μεταξύ τους κρυφά από τον βασιλιά. Τότε πήγαιναν στον βασιλιά και ακολουθούσε ο διάλογος:

Παιδιά: - Καλημέρα, βασιλιά
με τα δώδεκα σπαθιά. Τι δουλειά;
Βασιλιάς: - Τεμπελιά!
Παιδιά: - Και τα ρέστα;
Βασιλιάς: - Παγωτά.
Παιδιά: - Είπε η γιαγιά να σου κάνω μια δουλειά.
Βασιλιάς: Τι δουλειά;

Τότε τα παιδιά παρίσταναν με παντομίμα το επάγγελμά τους. Αν ο βασιλιάς καταλάβαινε το επάγγελμα, το φώναζε δυνατά και μετά έτρεχε να πιάσει το εν λόγω παιδί, αλλιώς έμενε βασιλιάς (άσχετο: θυμίζει τους αφρικανούς βασιλείς που περιγράφει ο René Girard, όπου ο βασιλιάς είναι το αποδιοπομπαίο θύμα που λύνει τα αινίγματα, όπως ο Οιδίπους).

Υπάρχει και μια παραλλαγή, όπου οι στίχοι πήγαιναν:
- Πώς σε λένε;
- (Λ.χ.) Κατερίνα.
- Πού δουλεύεις;
- (Λ.χ.) Στην Αθήνα.
- Πόσα παίρνεις;
- Εκατό.
- Και τα ρέστα;
- Παγωτό!

Ωστόσο, δεν αποκλείεται η έκφραση να προϋπήρχε του παιδικού παιχνιδιού. Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να μεταφερθούμε στα ένδοξα εκείνα χρόνια, όπου τα παγωτά υπήρχαν μεν, πλην ήταν πολύ απλά και αρκετά φτηνά. Δεν είχαν βγει οι διάφορες νιρβανιές, τα χάγκεντατζ και οι άλλες πολυτελείς κραιπάλες με την μπόλικη σαβούρα που τρώμε σήμερα. Μπορούμε, επομένως, δίκην πλατωνικού αιτιολογικού μύθου, να φανταστούμε μια παρέα με κάποια ζευγαράκια να κάθεται νωχελικά και ψιλοαλληλοχαμουρευόμενη και, αισθανόμενη κάποια στιγμή πείνα, να πρέπει να παραγγείλουν σε κάποιον, στον μικρότερο και πιο υποτακτικό της παρέας να φέρει τα αναγκαία. Θα αρχίσουν να λένε τα κλασικά, λ.χ. σουβλάκια, μακαρονάδες, πίτσες, μπύρες, και στο τέλος αφού θα έχουν ειπωθεί τα ων ουκ άνευ θα του πούνε «και άμα σου μείνουν ρέστα, φέρε και παγωτά». Τα παγωτά, δηλαδή, δεν είναι το αναπόσπαστο. Πρώτα σκεφτόμαστε το κυρίως πιάτο και μετά, αν μείνουν λεφτά, σκεφτόμαστε και το παγωτό που, άμα το ξεχάσουμε ή δεν φτάσουν τα χρήματα, δεν χάθηκε κι ο κόσμος, το πολύ πολύ να τον ξαναστείλουμε. Προϋποτίθεται πάντα ότι τα παγωτά είναι φτηνά, μπορούμε να τα προμηθευθούμε εν αφθονίαι, και για αυτό τα υποτιμάμε κιόλας, τ. σιγά τι έγινε, θα τα βρούμε με τα παγωτά μετά. Σε μια τέτοια λογική πρέπει να είναι και το παιδικό τραγουδάκι για τα ρέστα από την δουλειά.

Ως προς την χρήση, τώρα, παίζουν κυρίως δύο περιπτώσεις αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους:

  1. Λέω κάτι πάρα πολύ σημαντικό με το οποίο κλείνω ένα θέμα, και ό,τι άλλο ειπωθεί μετά θα είναι πολύ ευτελές, καθώς έχει ήδη τεθεί η πεμπτουσία του. Για να πάμε στον αιτιολογικό μύθο μας, είναι σαν να έχω παραγγείλει την μπολονέζ με την παρμεζάνα και με χύσ' τα μέσα και μετά τα ρέστα να μην τα διεκδικώ πίσω αλλά να τα παραχωρώ για ένα μηδαμινό οικονομικώς παγωτό της εποχής. Το ψυχολογικό αίσθημα εν προκειμένω είναι ότι έχω μόλις καταγάγει θρίαμβο και έχω την μεγαλοψυχία του ανώτερου νικητή, οπότε δεν διεκδικώ ρέστα αλλά τα παραχωρώ για ένα άχρηστο πλην αναγκαίο κατά Derrida συμπλήρωμα.

Η έκφραση είναι, λοιπόν, παρόμοια με την όλα τα άλλα είναι απλές οδοντόκρεμες, τάδε και μετά το χάος, κ.τ.λ. με την διαφορά ότι εδώ έχουμε ένα δεριδιανό συμπλήρωμα, δηλαδή το παγωτό είναι αυτό που παραδόξως καλείται να συμπληρώσει το ήδη υπερτέλειο, εντέλει και να το αποδομήσει, καθώς άμα ήταν τέλειο, γιατί χρειαζόταν συμπλήρωμα; (εξόχως δεριδιανό είναι και το παιδικό τραγουδάκι που βάζει τα παγωτά ως ρέστα των χρημάτων που βγαίνουν από την τεμπελιά!). (Βλέπε παραδείγματα 1).

  1. Αρκετά διαφορετικά, το λέμε όταν πρόκειται να απαριθμήσουμε μια σειρά από τετριμμένα, αυτονόητα και γνωστά σε όλους μας πράγματα, στο τέλος της οποίας σειράς θα τοποθετηθεί το πλέον τετριμμένο για να την κλείσει. Το και τα ρέστα παγωτά λέγεται τότε για λόγους οικονομίας, ώστε να μην χρειαστεί να απαριθμήσουμε το σύνολο των αυτονοήτων, λέμε συνήθως τα δυο πρώτα αυτονόητα, το πολύ τρία, και μετά λέμε την έκφραση για να καταλάβει ο συνομιλητής ότι και τα άλλα είναι εξίσου τετριμμένα. Όπως στα μαθηματικά λέμε το στη νιοστή ένα πράμα. Έχει δηλαδή ευρύτατη χρήση αντί του και τα λοιπά, όπως οι εκφράσειςκαι άλλες / λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις, και ταλιμπάν, με την λεπτή ιδιαιτερότητα ότι υπονοούμε ότι μεσολαβεί μια σειρά από γνωστές σε όλους αυτονόητες οντότητες, μεταξύ των οποίων η κατακαυλίδα είναι η πλέον αυτονόητη.

Για να πάμε στον αιτιολογικό μύθο, είναι σαν μια παρέα που έχει ειδωθεί και φάει χίλιες φορές μαζί μέσα σε μια γενική βαρεμάρα, ρούχλα να αναρωτηθεί τι θα πάρουμε, νταξ, το σουβλάκι με διπλή πίτα του Μητσάρα, το παιδικό της Χαράς, το φραπέ του Νίκου, νταξ μην τα πολυλογούμε αφού τα ξέρουμε, και τα ρέστα παγωτά (παραλείψαμε και πέντε άτομα ως ευκόλως εννοούμενα).

Μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες: λέγεται πολύ συχνά η έκφραση με τετριμμένες αφηρημένες έννοιες. Λ.χ.:

Μου είπε το μεναγκό ότι άλλα περίμενε από μια σχέση, τρυφερότητα, κατανόηση, και τα ρέστα παγωτά.

- Πώς ήταν η ομιλία του Φιλελευθερόπουλου; - Νταξ, ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, και τα ρέστα παγωτά. - Πήγες στην ομιλία της Judith Butler; - Ναι, μωρέ, ξέρεις, επισφάλεια, ενδεχομενικότητα, celebrating & undermining και τα ρέστα παγωτά.

Κυρίως, χρησιμοποιείται όταν παραθέτουμε ένα τσιτάτο, που είναι τόσο βαρύγδουπο, ώστε να χρήζει δικαιολόγησης η παρεμβολή του στον λόγο μας, αλλά και τόσο τετριμμένο ώστε να μην καμαρώνουμε που το είπαμε, λ.χ. από το σάη μας: εδώ, όμοιος ομοίω αεί πελάζει, και τα ρέστα παγωτά, εκεί, μηδένα προ του τέλους μακάριζε, και τα ρέστα παγωτά. (Βλέπε παραδείγματα 2).

  1. Μία τρίτη λιγότερο συχνή, αλλά πιο επίκαιρη, περίπτωση: όταν κάτι είναι κραυγαλέα ακριβό, τότε, ειρωνικώς, πλειοδοτούμε και δίνουμε ακόμη παραπάνω από το παράλογο ποσό, για να πάρει ο εκμεταλλευτής μας και παγωτά με τα ρέστα. (Βλ. παράδειγμα 3).

Εκφέρεται και ως παγωτό, αν εννοείται το ανκάουνταμπλ οικογενειακό παγωτό.

Λήμμα και ορισμός ύστερα από εκτενή συζήτηση με Jeanoir.

  1. α. Εάν είσαι δεκάξι δεν σου χρειάζεται ο i7930 ούτε SSD ούτε καν ο Phenom X2 555, κάνε ένα μηχάνημα με Phenom Χ2 555 και τα ρέστα παγωτά. (εδώ)

β. Φίλε μου καταρχήν …BMW R1200R ‘’και τα ρέστα παγωτό ‘’(που λέει και η κόρη μου!) (εδώ)

γ. Νταξ....ΜΑΤΣΟΥΚΑ και τα ρέστα παγωτό!!Μιλάμε για μεγάλο έρωτα... (εδώ)

δ. λοιπον εφοσον ειχε μια ροδελα,αυτη πρεπει να μπει....η καθολου. τα ραουλα μονο τα βαρια κανουν δουλεια. αυτα για να ρθει ισια ο ιμαντας κ τα ρεστα....παγωτα (εδώ)

  1. α. ): - Οκ!!Και τα λεφτα απο την πωληση [ενν. της Ολυμπιακής] τι τα έκαναν;
    - Προεκλογικό αγώνα,μίζες,ταξίδια και τα ρέστα παγωτά!!! )D) (εδώ)

β. Το άγχος πλέον δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια. Τύπου «αγάπη, μίσος, φιλοπονία, φυγοπονία» και τα ρέστα παγωτό! Το άγχος έχει αποκτήσει υπόσταση στερεού σώματος. Το βλέπεις, το αγγίζεις, το μυρίζεις, μπορείς να το κόψεις με το μαχαίρι! (εδώ)

γ. Γάμοι, διαζύγια και τα ρέστα παγωτά (της Έλενας Ακρίτα στα Νέα).

  1. σε παιδοτοπο στου Ζωγραφου... 350 ευρώ «προσφορά» 15 παιδια και 15 μεγαλοι +40 ευρω τα ποτα/αναψυκτικα (τι ποτα..;) + 2μιση κιλα τουρτα.. συγνωμη ρε παιδια, 2μιση κιλα φτανουν για 30 ατομα; κι αντε λεει να σας παει 400 ευρω.. γιατι να μου παει τοσα δηλαδη; οχι, 500 να σου δωσω και τα ρεστα παγωτα (εδώ)

  2. Η Σουλτάνα η Φωφώ, από τους σλάνγκαρχους Κραουνάκη και Λίνα Νικολακοπούλου, όλοι οι στίχοι εδώ:

Κοίτα ρε, που μου 'σκασε γαμπρός
σκανταλιάρης και πρωθυπουργός
Κι άντε ρε που θα, και θα, και θα
Μάζευ' τη μαγκιά σου, τα μισά-μισά δικά σου
και τα ρέστα παγωτά. Κι ας λένε

(από Khan, 29/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταξύ λοιπών λεξικογραφημένων εξηγήσεων του «πόντος» περιλαμβάνεται και τούτη: μικρή θηλιά που γίνεται με τη βελόνα στο πλέξιμο ή με μηχανικό τρόπο - μεγάλη επιστήμη το πλέξιμο της κάλτσας...

Σιγά μη σου φύγει πόντος: Το να σου φύγει πόντος από το καλσόν (να λυθεί / κοπεί το κομπάκι και να χαθεί η συνέχεια της ύφανσης) είναι ένα φριχτό πράμα, γιατί δεν μπορεί να 'χεις ντυθεί, να 'χεις βαφτεί, να 'χεις γίνει μια θεά και να καταλήξεις να τριγυρνάς σαν τη δευτεράτζα με την τρούπα (π.χ. μήδι), σο πρέπει να βρεις να αλλάξεις επειγόντως. Ωωωω απελπισία (προφ μιλάμε για απελπισία του κώλου, σιγά το πρόβλημα τώρα, χεστηκαμέτε, ας κουβαλούσες καβάτζα καλσόν στην τελική να μη μας ζαλίζεις τον πέοντα / το μουνί).

Το «σιγά μη σου φύγει κανας πόντος» προέρχεται από την απόγνωση που κάθε γυναίκα που φοράει φούστα έχει αισθανθεί κάποτε, για ένα θέμα όμως που αντικειμενικά δεν είναι σοβαρό. Σαν να λέμε: «όπα ρε μεγάλε, τι κλαις, τι κοπανιέσαι, η κατάσταση είναι αντίστοιχη του να σου φύγει πόντος από το καλσόν (αρχίδια σοβαρότης), σο δεν νιώθω το πρόβλημα / την συμμετοχή σου στο πρόβλημα / τον ενθουσιασμό σου / την απαισιοδοξία σου / την αισιοδοξία σου».

Ακόμα μεγαλύτερη απαξία προσδίδει το να το λέει άντρας το ποίμα, που στ' αρχίδια του κιόλας για τα καλσόν, τι τον πέρασες.

Συνώνυμο: σκίζω καλτσόν

Ε, ενταξει, ξερεις τωρα, αυτο ηταν too much για μενα. Σ αυτα ειμαι πολυ κολλημενος. Εισιτηριο απ εξω; στρωματσαδα; τι λες τωρα!; κι αρχισα κι εγω τα: αχ, μωρε δε θα μπορεσω (ξερεις, με το υφος: «πτου, μου φυγε πόντος») κατι ετυχε, εχω να βαλω πλυντηριο, αρρωστησε η γιαγια μου κι εχω στεναχωρηθει, μου καηκε το φαί.... κλπ κλπ Εδώ.

-8a h8ela kapote na akoyseis to monologo apo ta xeilh moy. [ANONYMOUS] said this on Μαρτίου 31, 2009 at 18:23 -Ανώνυμε έχε το το νου σου πάνω στην απαγγελία μη σου φύγει κανας πόντος απ΄ το καλσόν. [VISITOR]said this on Μαρτίου 31, 2009 at 20:11 (Εδώ.)

Από μπροστά είναι όμορφη όμως. (από Galadriel, 29/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το μότο του κομπλεξάρα. Η συνταγή ζωής του.

Σκοπός του είναι να αιφνιδιάσει τον πλησίον, πατώντας συνήθως εκεί όπου μαντεύει -ή γνωρίζει καλά!- ότι ο άλλος πονάει ή χωλαίνει ή ψαρώνει ή είναι απροετοίμαστος ή έχει ενοχούλες ή είναι άβγαλτος. Κι έτσι του κόβει τα φτερά και του βουλώνει το στόμα προτού καλά-καλά μιλήσει.

Προϋποθέτει ιδιαίτερη τεχνική αυτό, καθώς και χρόνια αυτομαθητείας. Η κομπλεξάρα (που, οκ, δεν φταίει, γιατί κανείς δεν φταίει, αλλά και μεις δεν φταίμε που είναι κομπλεξάρα), η κομπλεξάρα λοιπόν, έχει ζήσει, ως παιδί ή/και στην εφηβεία, ταλαιπωρημένη και λουφαγμένη, παρατηρώντας το τι και το πώς των άλλων, και εστιάζοντας στις αδυναμίες τους.

Με την πάροδο του χρόνου έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη οξυδέρκεια (ο κομπλεξικός είναι συχνά-πυκνά πανέξυπνος, έχει καλό IQ, απλώς το EQ του είναι γαμημένο) και είναι σαν το υπό διωγμόν αγρίμι, πάνοπλος να αμυνθεί. Του λείπει όμως εντελώς τελείως η ικανότητα επίθεσης. Δεν μπορεί να μπει μπροστά. Χρησιμοποιεί λοιπόν, ασυνείδητα ως επί το πλείστον, την παραλλαγή: καθιστά την άμυνα επίθεση, και ξεμυτά με τα νύχια έξω, δίνοντας, εκ πρώτης όψεως, την εντύπωση του γκραν γαμάω. Έτσι αιφνιδιάζει τον άλλον, ο οποίος βρίσκεται προ δικανικών επιχειρημάτων, αποστομωτικών, ξεμπροστιαστικών (καθότι είναι διάφανος στα μάτια του κομπλεξικού).

Η συνταγή αυτή μάλλον έχει προέλευση από την εποχή των σπηλαίων και ως έκφραση πρωτοβγήκε από φάση ποδόσφαιρο ή πεδίο μάχης, αλλά έχει εφαρμογή σε διάφορους τομείς της ζωής: κυνήγι, δικηγορία, ντιμπέιτ, σχέσεις, πολιτική κλπ και προσωποποιείται ωραιότατα στον τύπο του ινστρούχτορα (κυρ. και μετ.), του μέντορα, του πυγμαλίωνα, του ξερόλα και και και.

Η έκφραση είναι αντρική, όμως την λένε πια και οι γυναίκες. Όσο για την εφαρμογή της, ισχύει μια χαρά και για τα δύο φύλα. Από την γυναίκα έχει στόχο συνήθως το παιδί της ή τη φιλενάδα, όχι τόσο τον γκομενοσύζυγο.


Σημ.: το σύνηθες είναι να λέμε τη φράση ανάποδα: «η άμυνα είναι η καλύτερη επίθεση». Έτσι εντοπίζεται πιο πολλές φορές στο γούγλε. Είναι όμως λάθος. Τώρα, στο αυτί ταιριάζει καλύτερα, στον ρυθμό, δεν ξέρω. Μπορεί απλώς να είναι γλώσσα λανθάνουσα που την αλήθεια λέγει, δηλ. εμείς οι κομπλεξικοί που ξέρουμε ότι, στην ουσία, αμυνόμαστε και δεν επιτιθέμεθα, λέμε κατά λάθος το σωστό.

  1. - Ρε μαλάκα, τι σου έκανε το κορίτσι και όλο πουτάνα την ανεβάζεις, βρώμα την κατεβάζεις, και μάλιστα μπροστά σε όλον τον κόσμο; Την έχεις διαλύσει, θα σου φύγει!
    - Άσε ρε φίλο, η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα, την έχω ψαρώσει, δε βλέπεις; Να φύγει να πάει πού;

  2. Καλύτερη άμυνα η επίθεση για Βαλβέρδε
    Με την εύρυθμη λειτουργία όλων των γραμμών θα προσπαθήσει ο ισπανός κόουτς να καλύψει τις σημαντικές απουσίες στα μετόπισθεν του Ολυμπιακού στο ντέρμπι με τον ΠΑΟΚ αύριο στο «Γ. Καραϊσκάκης»
    βλ. εδώ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τσακ Νόρις, Chuck Norris

Πρόσωπο αξιοθαύμαστο, στο οποίο αποδίδεται συχνά φόρος τιμής. Μόνο οι καλύτεροι μπορούν να συγκριθούν μαζί του.

Ο Uri Geller λυγίζει κουτάλια. Ο Τσακ Νόρις λυγίζει τον Uri Geller.

Ο Τσακ Νόρις χρειάζεται 20 λεπτά για να δει το «60 Minutes».

Γιατί ο Chuck Norris δεν έχει πατέρα; Επειδή κανένας δεν τολμάει να του γαμήσει τη μάνα.

Ο Chuck Noris έχασε την παρθενιά του πριν από τον πατέρα του.

Ο Τσακ Νόρις δεν κοιμάται. Περιμένει.

Ο Τσακ Νόρις δεν φοράει ρολόι, γιατί ΑΥΤΟΣ αποφασίζει τι ώρα είναι.

Ο Τσακ Νόρις έχει μετρήσει ως το άπειρο - δύο φορές.

Ο Τσακ Νόρις έδωσε στη Μόνα Λίζα αυτό το χαμόγελο.

Ο Τσακ Νόρις επισκέφτηκε τις παρθένους νήσους. Δεν είναι πια παρθένες.

Ο Τσακ Νόρις δεν πιστεύει στον Θεό. Ο Θεός πιστεύει στον Chuck Norris.

O Τσακ Νόρις μπορεί να στραγγαλίσει κάποιον με το καλώδιο ενός ασύρματου τηλεφώνου.

Ο Θεός μπορούσε να δημιουργήσει τον κόσμο σε επτά ημέρες. Ο Τσακ του έδωσε έξι.

Ορισμένοι άνθρωποι φοράνε πυτζάμες του σούπερμαν. Ο σούπερμαν φοράει πυτζάμες με τον Τσακ Νόρις.

Δεν υπάρχει θεωρία της εξέλιξης. Απλώς μια λίστα από ζώα στα οποία ο Τσακ Νόρις επιτρέπει να ζήσουν.

Όταν ο Μπρους Μπάνερ τσαντίζεται, μετατρέπεται σε Χαλκ. Όταν ο Χαλκ τσαντίζεται, μετατρέπεται σε Τσακ Νόρις.

Όταν ο Τσακ Νόρις κάνει διαίρεση, δεν υπάρχει υπόλοιπο. Ποτέ.

O Θεός συγχωρεί, ο Τσακ Νόρις ποτέ.

O Τσακ Νόρις μας έβαλε στην Ο.Ν.Ε. (κι Αυτός θα μας βγάλει με μια γυριστή κλωτσιά όταν το επιλέξει).

Τα δάκρυα του Τσακ Νόρις θεραπεύουν τον καρκίνο. Κρίμα που δεν έχει κλάψει ποτέ.

Ο Τσακ Νόρις έχει πάει στον Άρη. Γι' αυτό δεν υπάρχει ζωή εκεί.

Όταν ο μπαμπούλας πάει να κοιμηθεί, πρώτα βλέπει αν είναι στην ντουλάπα του ο Τσακ Νόρις.

Ο Τσάκ Νόρις συνηθίζει να δωρίζει αίμα στο Κόκκινο Σταυρό. Απλά ποτέ δεν είναι το δικό του.

Ο Τσακ Νόρις ποτέ δε βλέπει εφιάλτες. Αντίθετα οι εφιάλτες βλέπουν εφιάλτες όταν μπαίνουν στα όνειρά του.

Ο Τσακ Νόρις μπορεί να κλείσει την τρύπα του όζοντος με το δάχτυλό του.

Αν ένα δέντρο σ' ένα δασός πέσει, θα το ακούσει κανείς; ΝΑΙ. Ο Τσακ Νόρις. Ο Τσακ Νόρις θα το ακούσει. Ο Τσακ Νόρις μπορεί να ακούσει τα πάντα. Ο Τσακ Νόρις μπορεί να ακούσει το τρομώδες παραλήρημα της ψυχής σου.

Ο Τσακ Νόρις δεν χρησιμοποιεί προφυλακτικό. Πολύ απλά δεν υπάρχει προστασία από τον Τσακ.

Η πίεση σου Τσακ Νόρις μετριέται στην κλίμακα του Ρίχτερ.

Ο Τσακ Νόρις δεν θα πάθει ποτέ καρδιακή προσβολή. Η καρδιά του δεν θα τολμούσε ΠΟΤΕ να τον προσβάλει.

Οι μπότες των καουμπόηδων είναι φτιαγμένες από αληθινό δέρμα. Οι καουμπόικες μπότες του Τσακ Νόρις είναι φτιαγμένες από αληθινούς καουμπόηδες.

Ο Τσακ Νόρις μπορεί να κάνει ματ στο σκάκι με δύο κινήσεις και ροκέ με μία.

Ο Λούκι Λουκ πυροβολεί πιο γρήγορα και από τη σκιά του. Ο Τσακ Νόρις δεν έχει σκιά...

Φήμες θέλουν τον Τσακ Νόρις να σκοτώνει τον Voldemort στο 7ο βιβλίο του Χάρι Πότερ με μια στριφογυριστή κλωτσιά.

Οι επιστήμονες έχουν υπολογίσει ότι η ενέργεια που υπήρξε κατά τη διάρκεια του Big Bang είναι περίπου ίση με 1 ΣΚτΤΝ (Στριφογυριστή Κλωτσιά του Τσακ Νόρις).

Το βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες πρόσφατα μετονομάστηκε σε «Τσακ Νόρις: Η Αυτοβιογραφία».

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μας έρχεται κατευθείαν από την γαλλικήν μέσω της φωτογραφίας και του κινηματογράφου (flou, με λατινική ρίζα απ’ την οποία προέρχονται πλείστες λέξεις πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών σχετικές με ρευστότητα, ρευστά, υγρά).

Σημαίνει:

  1. Κυριολεκτικά: ασαφής, αμυδρός, θαμπός, θολός, ρευστός.

  2. Μεταφορικά: αβέβαιος, μη καλά καθορισμένος, χαλαρός.

  3. Όταν πρόκειται για φωτογραφία ή ταινία: α) κακή εστίαση του φακού σε φωτογραφία (βλ. μήδι) ή κατά τη διάρκεια κινηματογραφικής προβολής, εξού και η περίφημη κραυγή του κοινού: «(Μάστορα, νετάρισε) είσαι φλου (ρε)!!» προς τον μηχανικό προβολής προκειμένου να ρεγουλάρει το φακό. Επίσης για ταινία, όταν λέμε πως ο ποιητής «άφησε το τέλος φλου» εννοούμε πως το τέλος: Ι. ήταν αόριστο, ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες, ή ΙΙ. πως μας την έσπασε η καλλιτεχνική δηθενιά.
    β) το εσκεμμένο εφετζίδικο θάμπωμα σε μια φωτογραφία, οπότε και η φωτογραφία είναι «φλουταρισμένη».

  4. Όταν πρόκειται για ρούχα: τα ριχτά.

  5. Όταν πρόκειται για κομμώσεις: τα φουσκωτά, τα κρεπαρισμένα, αλλά και τα φλιπαριστά μαλλιά.

6α. Όταν πρόκειται για καταστάσεις ή φάσεις χρησιμοποιούνται οι φράσεις:
«Η κατάσταση είναι (πολύ / λίγο) φλου»: δεν μπορούμε να πούμε με ακρίβεια τι παίζει / πού πάει το πράγμα. «…στο φλου»: στο γενικά κι αόριστα, στο έτσι κι έτσι.
«Το πήρε / άφησε στο φλου»: δεν το πολυσκέφτηκε / καρατσεκάρησε, το «πέρασε επάνω – επάνω», «δεν το έψαξε βαθιά», αψήφησε το ρίσκο, δεν έκανε σωστή εκτίμηση της κατάστασης. «Πετάω κάτι στο φλου»: «ρίχνω άδεια να πιάσω γεμάτα».

6β. Ειδικά για γκομενοκαταστάσεις, σημαίνει πως τα πράγματα είναι πολύ χλιαρά κι απ’ τις δυο πλευρές, «ούτε ζέστη, ούτε κρύο», μ' αποτέλεσμα το πράγμα να τραβάει σε μάκρος, χωρίς να ξεκαθαρίζει, μπερδεύοντας όχι μόνο τους γύρω αλλά και τους άμεσα εμπλεκόμενους που, όμως, δείχνουν βολεμένοι σ’ αυτή τη λούπα.

7α. Όταν πρόκειται για άτομα εννοούμε κάποιον που είναι χαλαρός, που παίρνει τα πράγματα όπως έρθουν, που δεν το πολυψάχνει, είναι «ό,τι βρέξει ας κατεβάσει», φιλοσοφημένος, αποστασιοποιημένος (ο περίφημος «Μπάμπης ο φλου» του Σιδηρόπουλου από τον δίσκο «Φλου»), που δεν μπορείς να τον κατηγοριοποιήσεις γιατί είναι sui generis και βέβαια παίζει εκτός συμβάσεων παντός είδους.

7β. Υπάρχει κι η όψη του «δήθεν φλου», αυτού που είναι «κι έτσι και γιουβέτσι», που δεν μπορείς να στηριχθείς επάνω του γιατί «ψαρεύει σε θολά νερά», «αγοράζει μα δεν πουλάει», στυλάκι «δε βαριέσαι» / «δε γαμείς;», προσπαθεί να είναι καλός με όλους κι όλα, αποφεύγει να πάρει θέση σε ο,τιδήποτε γύρω του. Δεν είναι δυσάρεστους για τους πολλούς αλλά στην ουσία είναι ντεκόρ. Πλείστες γκόμενες διατηρούν τέτοια στάση καραδοκώντας το κελεπούρι.

  1. Η άχρηστη πληροφορία της ημέρας: φλου είναι το υποκοριστικό της Φλουμινένσε (Fluminense), Βραζιλιάνικης ποδοσφαιρικής ομάδας με έδρα το Γεναριάτικο Ποτάμι.

  2. Για το φλου αρτιστίκ o ironick τα λέει σένια.

  1. «… Αφήστε με να τα λέω «φλου», είπε (ο sir Βασίλειος Μαρκεζίνης) σε κάποια στιγμή, εννοώντας ότι αποφεύγει τα ονόματα, αλλά όχι τις αλήθειες και τα γεγονότα που μας οδήγησαν σ' αυτό το δύσβατο σημείο της ιστορίας μας…» (από εφημερίδα)

  2. «Δυστυχώς το θέμα με τις διαφημίσεις είναι λίγο φλου στην Ελλάδα» (αγορασμένο)

3.α.Ι. ...Ωραίο επεισόδιο, αν και εμένα δε μου αρέσουν τα φλου τέλη. Μυρίζει συνέχεια...
(αγορασμένο)

6.β. ...Μου έχει τύχει να βγαίνω με άτομα του άλλου φύλου επί μήνες και να μη συμβεί απολύτως τίποτα, γιατί δε μου έβγαινε κάτι ερωτικό γι' αυτούς και ήμουν μαζεμένη, τυπική κλπ και φυσικά αυτοί το εισέπρατταν και δεν είχαν πάτημα να προχωρήσουν. Έτσι η κατάσταση παρέμενε φλου και ημιτελής!...

7.β. – Θα’ ναι κι η Φούλα;
- Ποια Φούλα;
- Η καστανή, που όλο χαμογελάει.
- Ααα!! Πολύ φλου ρε μαλάκα, τι την σέρνουμε; - «Εξεύρω τα έργα της, ότι ούτε ψυχρή εί ούτε ζεστή. Είθε να ήτο ψυχρή ή ζεστή. Ούτως, επειδή εί χλιαρή και ούτε ψυχρή ούτε ζεστή, μέλλω να την εξεμέσω εκ του στόματός μου».
- Νταξ. Το ‘λαβα το μήνυμα.

Ο Μπάμπης ο φλου (Παύλος Σιδηρόπουλος)

Μια ιστορία θα σας πω για το Μπάμπη το Μπάμπη τον φλου που του 'λεγες βρε Μπάμπη τι τρέχει εδώ σού 'λεγε φλου, φίλε μου όλα είναι φλου

Πάντα πιωμένος κι άνεργος ήταν ωραίος ο Μπάμπης ο φλου μουρμούραει μόνος και διαρκώς σού 'λεγε φλου, φίλε μου όλα είναι φλου

Πείραζε όποιον του 'ρχότανε χωρίς να το σκεφτεί κι άμα ψιλοβαριότανε άραζε όπου 'βρισκε να λιαστεί

Πείραζε όποιον του 'ρχότανε χωρίς να το σκεφτεί κι άμα ψιλοβαριότανε άραζε όπου 'βρισκε να λιαστεί

Πείραζε τις μελαχρινές ήταν ωραίος, ο Μπάμπης ο φλου τσιμπολογούσε τις ξανθές ήταν ωραίος, ο Μπάμπης ο φλου

Κι όταν τον μπουζουριάζανε ψόφιος κοριός ο Μπάμπης ο φλου κι αν τον πολυρωτάγανε σού 'λεγε φλου, φίλε μου όλα είναι φλου

Πείραζε όποιον του 'ρχότανε χωρίς να το σκεφτεί κι άμα ψιλοβαριότανε άραζε όπου 'βρισκε να λιαστεί

Παίδες!! Δε γουστάρω γκρίζες διαφημίσεις. Αλλά αφού το τραβάει η ψυχή σας: Flu σντση της γρίπης (αγγλιστί) (από sstteffannoss, 25/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται σαν απάντηση στο: τι να κάνω;
Δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο νόημα, απλώς είναι μια απάντηση όταν δεν έχουμε κάτι άλλο να απαντήσουμε και σημαίνει πως δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι, ή πως μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, ακόμη κι αν αυτό είναι χαζό -ή ακόμη σημαίνει και πως ο απαντών δεν νοιάζεται τι θα κάνεις τελικώς.

- Βαρέθηκα να κάθομαι φίλε. Τι να κάνω;
- Ε άμα βαρέθηκες κάνε μια φούσκα με τη μύξα σου και μη με ζαλίζεις.

Βλέπε και γειώσεις.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται όταν πια έχει χαθεί κάθε ελπίδα συνεννόησης, όταν μια συζήτηση έχει φτάσει στο αμήν, κυρίως λόγω αφηρημάδας, λάθος διατύπωσης κλπ.

Προέρχεται φυσικά από τον θρυλικό φαρσέρ - βλ. υποβρύχιο.

- Που΄σαι ρε, τι κάνεις;
- Ναι.
- Τι ναι ρε σατανά;
- Εεεε... Τι με ρώτησες;
- Ναι, Νίκος Κούκος;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν υπάρχει, δεν είναι ενδεχόμενο, δε συμμετέχει (για πρόσωπα).

- Έχεις τίποτα να πιούμε;
- Άσε, δεν παίζει πιώμα, τα ήπιαμε όλα στο πάρτυ.

- Θα είναι κι ο Μήτσος εκεί;
- Όχι, δεν παίζει να είναι ο Μήτσος, είναι στη δουλειά.

Βλ. και παίζει, παίζω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified