Παντζαρόσωστος: Δεν είναι αυτός που είναι σωστός περί το παντζάρι αλλά αυτός που σώθηκε από το παντζάρι. Δηλαδή ο παντζαροσωσμένος ή ο διά κοκκινογουλίου ή τεύτλου σεσωσμένος.

Σ.ς.: Τα τεύτλα σώζουν! Ρίχτε μια ματιά στα σχόλια της φραπελιάς να καταλάβετε.

- Είχα μια αιμορραγία που κόντεψα να πεθάνω. Αλλά η κυρα-Νίτσα να είναι καλά! Με δυο κιλά παντζάρια με συνέφερε!
- Σ' έσωσε θες να πεις!
- Μόνο; Μ' έκανε σωστό παντζαρόσωστο!

Σώζει ζωές (από Vrastaman, 19/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η καλύτερη ποικιλία χασίς.

- Ε, Μιχάλη, τά 'μαθες για το μαύρο που ο Μπαρμπα-Γιάννης έφερε από την Ιτέα; Θα τη βρεις μόνο με δυο ρουφηξιές, μου είπανε.
- Το καλύτερο τούρκικο χασίσι είναι το Προυσαλιό. Ξηλώνεσαι κάπως παραπάνω, αλλά τ' αξίζει. Το καπνίζω από πιτσιρικάς. Τύφλα νάχουν όλα τάλλα.

Καφέ της χαράς... Μαριώ.... Μεγάλη Σαρακοστή και.... μαυράκι προυσαλιώτικο (2:56... ) (από GATZMAN, 19/03/12)Προς το Χάρο (στο 3.35): "Πάρε δυο δράμια Προυσαλιό και πέντε μυρωδάτο και δώσε να φουμάρουνε τ\' αδέλφια μας κει κάτω". (από Khan, 19/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ειδικός επί παντός θέματος Έλλην, ο οποίος εκφράζει σοφές και εμπεριστατωμένες απόψεις περί ανέμων και υδάτων από την καρέκλα του, πάντα με τον φραπέ στο χέρι.

Είναι σύνηθες οι προαναφερθείς φάροι σοφίας, οι οποίοι ως άλλοι Οδυσσείς έχουν αποκτήσει άπειρη γνώση και εμπειρία έχοντας ταξιδέψει σε όλες τις καφετέριες της γειτονιάς, να κάνουν κακεντρεχή σχόλια πίσω από τις πλάτες διαφόρων ατόμων πολύ πάνω απ' τα κυβικά τους. Έτσι νομίζοντας εαυτούς κριτές των πάντων από την ασφάλεια της πολυθρόνας, υποτιμούν την δύναμη μιας γροθιάς στη μούρη από τινά Λαιστρυγόνα ή Κύκλωπα, τον οποίον η υπέρμετρη βλακεία του φραπεδόμαγκα έβαλε εμπρός του.

(Βασισμένο στο ποίημα του Κ. Π. Καβάφη «Ιθάκη»)

- Ο Μάκης χθες έλεγε πως ο Πάρης είναι ένας φλώρος και μισός, και σιγά μην σταυρώσει ποτέ γκόμενα.
- Μην τον ακούς ρε, τον φραπεδόμαγκα. Μόνο υψηλή θεωρία κόβει, έτσι και τον πετύχει ο Πάρης έξω θα τον κάνει οδοντόπαστα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κακό σεξ σε κάθε του έκφανση. Ειδικότερα:

  • Η γυναίκα που κατά την σεξουαλική πράξη συμμετέχει με τον ίδιο βαθμό ευλυγισίας και ζωντάνιας, όσο ένα πτώμα μέσα στην κάσα,
  • Η φάση όπου κάθε αποτυχημένη προσπάθεια ανύψωσης του ηθικού του άνδρα καταλήγει σε μοιρολόι (βλ. τον πούτσο κλαίγανε),
  • Η σεξουαλική συνεύρεση με μικροchoochooνο άνδρα. Μεγάλα κέφια,
  • Το σεξ με μια συντηρητική γυναίκα, συνήθως αγαμήτου και απάρτου, όπου το κλίμα είναι πραγματικά πολύ βαρύ και θυμίζει νεκρώσιμη ακολουθία,
  • Όταν η σεξουαλική συνεύρεση είναι τόσο ανεβαστική, που στέλνει τον συμμετέχοντα-κάποιας-ηλικίας κανονικά στα ουράνια.

Από βίντεο-παρωδία της σειράς Lola:

- Μπάζο, ηλίθια, κρεβατοκηδεία!
- Σε παρακαλώ, έχω βγάλει 135 στο τεστ IQ του Κοσμολόλιταν!

Πέμπτη περίπτωση (από Vrastaman, 19/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι ονόμαζαν οι αγωνιστές της Αντίστασης το γερμανικό πιστόλι Luger P08 ή το πιο εξελιγμένο, σύγχρονό του Walther P38, που έφεραν και την διακριτική ονομασία Parabellum από τον τύπο φυσιγγίων που χρησιμοποιούσαν. Η παραφθορά σε «μαραμπέλ» προέκυψε επειδή οι αντάρτες δεν είχαν και σπουδαίες επιδόσεις στα λατινικά, μειονέκτημα το οποίο εξισορροπούσαν κάνοντας εξαιρετικά καλή χρήση του εν λόγω όπλου, όποτε το έβαζαν στο χέρι.

Πηγή έμπνευσης στάθηκε η τουρτούρα του Παπαντώνη.

[...] τραβάμε κι οι τρεις τα πιστόλια. Είχες τότε μια Μπερέτα ιταλικιά, μικρό και καλό εργαλείο, εγώ ένα μικρό Σμιθ, κι ο Νικόλας το κανόνι της ομάδας, κείνο το Μαραμπέλ το γερμανικό.

(Χρόνης Μίσσιος «...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», εκδ. Γράμματα).

Τα ξενόφερτα σιδερικά δεν άργησαν να φτάσουν στην Ελλάδα. Το Σμιθ, η Μπερέτα, το Μπράουνιγκ, ήσανε γνωστές μάρκες όπλων. Και κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το πιστόλι Μάραμπελ (έτσι έλεγε το Parabellum ο λαουτζίκος).

(Ηλ. Πετρόπουλος «καπανταήδες και μαχαιροβγάλτες», εκδ. Νεφέλη).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεγεθυντικό του κωλόπαιδο.

Όπου κωλόπαιδο είναι κυριολεκτικά το παιδί που τίκτεται εκ πρωκτικής συνουσίας (και ουχί κολπικής, όπως εμείς οι υπόλοιποι), είτε μυθολογικώς πως, είτε μέσω μαγκαϊβεριάς του σπερματοζωαρίου, οπότε έτσι εξηγείται γιατί το εν λόγω παιδί είναι μειονεκτικό, τερατοφέρνει, ή έχει σκατένιο χαρακτήρα.

Αυτό, όμως, που έχει περισσότερο ενδιαφέρον είναι οι διαφορές του κωλοπαιδαρά από το κωλόπαιδο. Το κωλόπαιδο έχει πολύ πιο μονόπλευρα αρνητική σημασία. Για ένα κωλόπαιδο νιώθουμε οργή, αγανάκτηση, σπανίως συγκατάβαση, και γενικά θέλουμε αν το δούμε να το αρχίσουμε στις σφαλιάρες (ή στις βατραχοπεδιλιές, αν είναι καλοκαίρι). Ο κωλοπαιδαράς , ίσως επειδή είναι αρσενικού γένους αντί για ουδέτερου, ίσως επειδή παραπέμπει σε παιδαρά- παίδαρο, δηλαδή σε γερό, λεβέντη ομορφάντρα, αποτελεί ένα μείγμα κακής και κα(υ)λής έννοιας.

Δηλαδή και ο κωλοπαιδαράς προκαλεί την οργή, την αγανάκτηση, την διάθεση να τον γαμήσουμε στο ξύλο. Αλλά μοιάζει και με την αλήτρα (ή και τον αλήτη). Ήτοι ο κωλοπαιδαράς είναι αυτός που «αγαπούμε να μισούμε» (love to hate που λένε και στο χωριό μου). Είναι ένας άντρας που αψηφά τον νόμο, και γι' αυτό ταυτίζεται φαντασιακώς με την υπόρρητη οργασμική επιθυμία μας, ένα είδος Chuck Norris που λειτουργεί ως συστατική εξαίρεση για να ορισθούν οι (κατά β-Lacan) ευνουχισμένοι από το συμβολικό πεδίο. Αυτός που μας ξυπνά τον θυμό, όσο περισσότερο μας συνδαυλίζει την ζήλια, που δεν είμαστε σαν αυτόν, γιατί δεν μπορούμε. Ο κωλοπαιδαράς όχι μόνο ξέρει να ματαιώνει μια γυναίκα προκαλώντας την επιθυμία της, αλλά της κάνει σωστό εγκεφαλογάμι.

Κυκλοφορεί (μεταξύ άλλων) και στις βερσιόν:

- Γκέι κωλομπαροπαιδαράς που συχνάζει σε λογοτεχνήματα του Tennessee Williams, ταινίες του Luchino Visconti ή θεατρικά του Krzysztof Warlikowski.
- Κωλοπαιδαράς- γύφτουλας- λεβεντομαλάκας, που συχνάζει σε αναπολήσεις του «ελληνικού ονείρου», όπως το ζήσαμε στις τελευταίες δεκαετίες.
- Η ιδανική GFE- PSE βερσιόν, ήτοι ο κωλοπαιδαράς που γίνεται εκούσιος τρυφερούλης μαλακάκος για χάρη της δεσποσύνης του και εναλλάσσει αγριάδα με τρυφερότητα.
- Ο απλός κωλοπαιδαράς που δεν έχει τίποτα από την ως άνω καλή έννοια και δεν είναι παρά ένα κωλοπαίδι που του χρειάζεται ένα γερό μπερντάχι για να στρώσει.

  1. α. O Hank έχει επιτυχία ακριβώς επειδή δεν είναι τύπος και υπογραμμός. Αντιθέτως, είναι ο κλασσικός κωλοπαιδαράς, που οι μανάδες είχαν προειδοποιήσει τις κόρες τους να μην μπλέξουν μαζί του. Γι’ αυτό και έχει τόσο επιτυχία, ζώντας το Californication dream. Πάντως το σίγουρο είναι ότι θα γουστάραμε πολύ μια έξοδο μαζί του... (Εδώ με την καυλή έννοια, δυστυχώς πρόκειται για απλή συνωνυμία).

β. Διότι ο ιδανικός αρσενικός επιβάλλεται να είναι ολίγον κωλοπαιδαράς, φευγάτος, σταρχιδιστής, τρελός, τσαμπουκαλής, επαναστάτης χωρίς αιτία, και εννοείται προστυχάντζας και βρώμικος στο κρεβάτι... Μια Force of Nature... Σαν τον Στάνλεϊ Κοβάλσκι στο Λεωφορείον ο Πόθος ένα πράμα. (Κωλοπαιδαράς με την καυλή έννοια και εδώ)

  1. Καλός σύντροφος- γκόμενος. Για μενα ειναι αυτος που τον «παιρνει» να ειναι κωλοπαιδαρας αλλα επιλεγει να ειναι καλος.
    Υπομονετικος, τρυφερος και με κατανοηση.
    Σεβασμος. (Εδώ).

  2. Κωλοπαιδαράδες- σελεμπριτόνια:
    α. Ο Κοεμτζής τρελλαίνεται και πάνω στον παροξυσμό του ( γιατί μόνο έτσι μπορείς να το κάνεις) σκοτώνει τρεις ανθρώπους. Αυτή είναι η μιά πλευρά της ιστορίας. Η «ηρωϊκή». Η άλλη πλευρά λέει ότι ένας κακοποιός που μπαινόβγαινε στις φυλακές , ένας κλέφτης και κωλοπαιδαράς, έσφαξε τρεις ανθρώπους για το τίποτα. Και μάλιστα αυτό το ανθρωπόμορφο κτήνος, το εκμεταλλεύτηκαν οι κουλτουριάρηδες της εποχής του για να κονομήσουνε φτιασιδώνοντας την ιστορία όπως γουστάρανε. Κι αυτό που καταφέρανε ήταν μάλιστα να αποφυλακισθεί κιόλας. Κανένας σεβασμός στους γονείς των ανθρώπων που το μόνο που τους είχε απομείνει ήταν η παρηγοριά ότι ο φονιάς των παιδιών τους σαπίζει στη φυλακή. τον βγάλαν έξω και τον κάνανε και ήρωα. Όλα τα κουμμούνια και οι κουλτουριάρηδες του κερατά. (Εδώ).

β. I love to hate him – Μίλος Τεόντοσιτς.
Αλήθεια, αυτό το φτηνιάρικο αλητάκι, αυτό το τσογλανάκι που ουδέποτε έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια για εκείνη την αναίσχυντη συμμετοχή του σε μια από τις πιο μαύρες στιγμές του παγκοσμίου μπάσκετ, θυμάστε, τότε προκάλεσε και συμμετείχε σε έναν από τους πιο ιστορικούς καβγάδες όλων των εποχών, μήπως έχει φτάσει η ώρα να «φάει» πια την τιμωρία που η συμπεριφορά του τόσο αξίζει;
Για το Θεό δηλαδή, τι άλλο πρέπει να κάνει αυτός ο κωλοπαιδαράς για να του τραβήξουν για τα καλά το αυτί οι υπεύθυνοι και αυτοί που πληρώνονται για αυτό ακριβώς; Να επιτεθεί σε κανέναν με καμιά καρέκλα; Γιατί απόλυτα ικανό τον έχω και για αυτό. (Εδώ).

Milos Teodosic, αρχετυπικός κωλοπαιδαράς. (από Khan, 17/03/12)(από Khan, 17/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Νευριάζω, τσαντίζομαι, ζοχαδιάζομαι.

Από το φούρκα:

  • Ξύλινη κατασκευή σε σχήμα Τ, είδος αγχόνης, κρεμάλα,
  • Ίσιο και χοντρό κλαρί (συνήθως ελιάς) που κοβόταν και κλαδευόταν με τρόπο ώστε να γίνει πάσσαλος που κατέληγε σε διχάλα - το αιχμηρό άκρο του οι αγρότες το έμπηγαν στο έδαφος, ώστε το διχαλωτό άκρο του να στηρίζει βαριά κλαριά με πολλούς καρπούς,
  • Οργή που σιγοκαίει, εκνευρισμός που σιγοβράζει.

    (Πηγή: Wiki-λεξικό)

– Τι έγινε ρε Βαγγέλη;
– Άσε... Πήγα στην εφορία και φουρκίστηκα. Έπεσα σε στόκο, σε μπετόβλακα και έφαγα δυο ώρες να ξεμπερδέψω.
– Ε, καλά. Πρώτη φορά είναι;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προκύπτει από την χαρακτηριστική κίνηση που γίνεται όταν βαράει κάνεις μαλάκια.

Η χρήση της δεν προορίζεται στην καθεαυτού πράξη του αυνανισμού, άλλα στην βαρεμάρα και την απραξία, συνώνυμο του τα ξύνω.

- Τι λέει σήμερα η δουλειά;
- Τίποτα δεν έχω κάνει. Τον πλάθω απ' το πρωί.

Κουλουράκια (από Vrastaman, 19/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η κόρη. Μεγεθυντικός όρος των θετικών χαρακτηριστικών της κόρης. Όμορφη και γερή κόρη.

– Γέννησε τελικά η Πόπη;
– Ναι, κι έκανε μια κοράκλα, ζωηρότατη!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λίαν ελκυστικό και ορεκτικότατο θηλυκό. Παλαιάς κοπής ορολογία, περιφρονημένη από την ημιμαθή σε γενική κουλτούρα νεολαία μας.

– Το είδες το γκομενάκι στο ταμείο; Πολύ καυλιάρικο, με τα σέα του τα μέα του...
– Ναι, ρε. Ψωλομεζές!

βλ. και πουτσομεζές

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified