Η ακραία μπίχλα στα λευκαδίτικα, και δη το λιπαρό στρώμα σε επιφάνεια. Πιάνει μότσα, πουχού, το μπαρμπρίζ, αλλά για να πιάζει μότσα το αμπαζούρ πρέπει να είσαι μάστορας.

Ο Μότσαρτ σε αυτά τα συμφραζόμενα είναι το συνθετικό αντίστοιχο (100% λύκρα) του μπιχλάντεν. Ο Αζναβούρ δώρο.

φασόν απ' το μποκίνο:
- Κιο τί 'ν' τούτο!!
- Το μποκίνο μ', Μάκ'.
- Μότσα έπιασε, να το καθαρίζ'ς. Δε νιώθ'τε από μουσική, γαμώ τ'ν Αγία μ'...

Μόνζα. (από PUNKELISD, 11/12/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λειτουργεί ως επιφώνημα, και εκφράζει έκπληξη ή απογοήτευση, ή θυμό, ή, ή, ή... Ο τονισμός κατά την εκφορά ποικίλλει και εξαρτάται απ' το νόημα.

Εκτοξεύεται ως απειλή κατά παντός υπευθύνου ή συμπληρώνεται με εξ ίσου ασαφείς διασαφηνίσεις όπως «να γαμήσω κάναν κώλο παιδικόνε» ή ό,τι εμπνευστεί ο μπινελικωτής επιτόπου. Αν και μάλλον η έννοια αλλοιώνεται με τα συμπληρώματα διαστροφής.

Συγγενή και τα μη γαμήσω, α να σε γαμήσω..., να σου γαμήσω, το ουγκχ (σε μη μπινελίκι), αλλά πλήρως άσχετο το ποιον πρέπει να γαμήσω.

  1. (στο ποδήλατο, βλέπει το πορτοκαλί να γίνεται κόκκινο, γαμιέται για να προλάβει να μην τον πατήσουνε και λέει:)
    - Να γαμήσωωωωω....

  2. (στο ποδήλατο, βλέπει το λεωφορείο να πλησιάζει επικίνδυνα και λέει:)
    - Να γαμήσωωωωω....

  3. (ξυπνάει στο φορείο και λέει ζαλισμένος)
    - Πώ να γαμήσω...

  4. - Και για λέγε ρε συ, σου αρέσουν οι Pain of Salvation;
    - Μόνο το one hour by the concrete lake.
    - Ασταδγιάλα ρε πρωτοδισκάκια.
    - Μα αυτός είναι ο δεύτερος...
    - Ού να γαμήσω...

  5. Ανακοινώνονται τα νούμερα του λόττο και έχει πιάσει τα διπλανά:
    - Να γαμήσω....

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το θυμάμαι να λέγεται κατά κόρον από τύπους στο ενδιάμεσο μάστορα και καθηγητή πανεπιστημίου, στο πολυτεχνείο πάτρας, τμήμα πολιτικών μηχανικών, στο πανεπιστήμιο ο άγιος ανδρέας βοήθειά σας. Λέγεται και από αντίστοιχους τυπαίους γενικότερα πάντως.

Ορίζουμε, λοιπόν, στα μπετά, την οριακή ποσότητα χάλυβα που πρέπει να μπει στο στοιχείο (δοκάρι, κολώνα, πλάκα mechanics). Νορμάλ, υπάρχουν δύο οριακές ποσότητες, μία με την ελάστιχη επιτρεπτή και μία με την μέγιστη, με πιο σημαντική την πρώτη.

Το «οριακός» στα αγλλικά λέγεται limit, συντομογραφείται «lim», και από κει στο να το διαβάσεις λίμες, ε, δυο δάχτυλα και κάτι.

- (καθηγητής)...το ρό λίμες, από τον κανονισμό είναι (αραδιάζει έναν τύπο από δω μέχρι τ' Αντίρριο). Οπότε, κάνετε υπόθεση, ελέγχετε και διορθώνετε και μπούρου-μπούρου ΓΟΚ, και μάτσου-πίτσου μαλακίες.
(φοιτητές μεταξύ τους)
- Άιντε να περάσεις να πούμε με τις λίμες και τα πεντικιούρ. Πάμε μπόμπολα για βρωμιά και τσίπουρα;
- Έφυγε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σχήμα ευγενικής άρνησης σε προσφορά φαγητού, ποτού και τέτοια. Δεν είμαι φίλος ίζολ δεν το συνηθίζω, δε μ'αρέσει.

Χρησιμοποιείται και ως γείωση.

  1. (στο πιο ορίτζιναλ)
    - Γλυκεράκι να κεράσω;
    - Όχι ευχαριστώ, δεν είμαι φίλος...

  2. - Χικ...ένααα...κόκι τζόνικο να κε'άσω φι'α'άκ';
    - Ευχαριστώ μάστορα, δεν είμαι φίλος.

  3. - Ρε τι θες ρε γαμημένε, να σε γαμήσω;
    - Νά 'σαι καλά, δεν είμαι φίλος.

  4. - Ωπ, παλλικάρι, εδώ είσαι. Τσιμπουκάκι, πισωκολλητό, ελεύθερα πιασίματα πενήντα γιούργια. Τι ψυχή έχουνε; Να στανιάρεις να πούμε, να ξεχαρμανιάσεις, να γραδάρεις, να 'ρθείς στα ίσα σου, πώς το λένε.
    - Την είδες τη γριά πού 'χεις μέσα; Ευχαριστώ, δεν είμαι φίλος.

Μια ζωή παρουσιάστε, σαν εκπαιδευμένος σκύλος - εγώ δε θα πάρω άλλο, φχαριστώ δεν είμαι φίλος (από HODJAS, 14/10/11)-Ποια είναι η γνώμη σας για τα Ημισκού; [...] εντάξει, δεν είμαι και πολύ φίλος του ψαριού.  (από xalikoutis, 15/10/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Για τις πιο καθιερωμένες έννοιες, βλέπε τα λεξικά. Χρησιμοποιείται όμως και στην εξής εξαιρετικά συγκεκριμένη περίπτωση.

Σύναξις. Κόσμος πολύς, γκαβλαραίοι αρκετοί, μουνάρα μία. Μουνάρα απίστευτη, σβήνει τις υπόλοιπες γυναίκες. Ψήνεσαι να της την πέσεις. Αλλά αρχίζουν να την απασχολούν τύποι. Αρκετοί τύποι. Και μετά άλλοι λίγοι. Τύποι επάλληλοι. Τύποι που δεν έχουν καμία ελπίδα. Φαίνεται ότι απλά τρώνε τον χρόνο της και ροκανίζουν τις ελπίδες σου. Γιατί όταν καταφέρει ν' ανασάνει, αν πεις να πας καί εσύ, θα είσαι απλά ο δέκατος πέμπτος που της τα 'πρηξε στο ίδιο βράδυ.

Οπότε έχεις μια καλή δικαιολογία που πάλι δεν την έπεσες σε καμία γκόμενα.

Ο λόγος για την παρομοίωση είναι μάλλον μια τραβηγμένη μεταφορά της πιο συμβατικής έννοιας του κηφήνα. Κηφήνες καθ' όσον δεν κάνουν τίποτα, αλλά τριγυρίζουν και τη βασίλισσα.

Διακρίνεται απ' το καταστροφικό ποδόσφαιρο καθ' ότι οι κηφήνες προσπαθούν όντως για την πάρτη τους, αλλά δεν.

Ένιγουέι, το νέτι δεν δίνει τίποτες, είναι κ δύσκολο να το ψάξεις, αλλά είμαι σίγουρος ότι λέγεται.

- Τι είπε χτες στο πάρτυ ρε;
- Ξενέρα, φλωριά και άγιος ο θεός, αλλά ήτανε μία μουνάρα ρε μαλάκα μου, να πηδάει ο μπαμπάς και του παιδιού να μή δίνει.
- Ε, καί; έκανες τίποτα;
- Μπα, όχι.
- Μπράβο ρε, καλά της έκανες.
- Ναι ρε, να μάθει η καργιόλα.
- Ρε, την έχεις σημαδέψει σου λέω. Πάντα θα είσαι αυτός που ποτέ δεν της την έπεσε. Για ψυχοθεραπεία πάει η γκόμενα.
- Σκάσε ρε καραγκιόζη να πούμε, αφού με το που σκάει, αρχίζουν οι κηφήνες. Ένας να μιλάει με το διπλανό της και να της πετάει μια ατάκα κάθε πέντε λεπτά που θυμότανε να πάρει τα μάτια του απ' τα βυζιά της, ένας να της μιλάει για τους Βούδες της Ταϊλάνδης που είναι διαφορετικοί απ' τους Βούδες της Υεμένης, άλλος να της αναλύει τη διαφορά του εκλέρ με τα διαστημικά λεωφορεία, της τα κάνανε μπαλόνια της κοπέλας και την πληρώνουμε εμείς που έχουμε αγνάς προθέσεις.
- Εκεί φαίνεται ο άντρας αγόρι μου. Στα δύσκολα.
- Ποια είναι τα δύσκολα ρε; Οι τσιμπουκοζητιάνες που φορτώνεις εσύ;
- Φίλοι;
- Φιλοι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από τα κλισέ του σχολιασμού αγώνων ποδοσφαίρου.

Περιγράφει κατάσταση κατά την οποία η ομάδα δεν παίζει στην ουσία ποδόσφαιρο, αλλά απλά καταστρέφει το παιχνίδι της άλλης ομάδας, κυρίως με κλαδέματα, χτυπήματα και βρώμικο παιχνίδι. Χρησιμοποιείται ως τακτική από ομάδες που αντιμετωπίζουν ομάδα τρεις κλάσεις ανώτερη, με σκοπό να μην τις αφήσουν να παίξουν έστω και στοιχειωδώς, γιατί αν γίνει αυτό «Γκολ εσείς; Σέντρα εμείς!».

Χρησιμοποιείται και γενικότερα όταν κάποιος ακολουθεί τακτική που δεν αποσκοπεί στο να κερδίσει ο ίδιος, όσο στο να χάσει ο άλλος. Και κυρίως όταν αυτός που παίζει καταστροφικό ποδόσφαιρο δεν έχει κάτι να κερδίσει.

Απλά έρχεται και σου γαμάει τη φάση.

Ειδική περίπτωση που αξίζει αναφοράς είναι η χαλάστρα που σου κάνει κάποιος σαδιστικά.

  1. από εδώ:
    Να προκριθούμε, έστω και με καταστροφικό ποδόσφαιρο

  2. - Τι έγινε με το γκομενάκι τελικά χτες ρε συ;
    - Τι να γίνει με το μαλάκα τον Τάσο...
    - Ότι;
    - Ήρθε δίπλα μου εκεί που την καβλάντιζα και άρχισε να χτυπιέται σαν το μαλάκα, μέχρι που της έριξε μισό ποτήρι γαλοπούλα-κόκα στα μαλλιά.
    - Πέρδικα πίνει ρε βλάκα...
    - Αυτό σ' απασχολεί εσένα, ή που κάθε φορά που με βλέπει να χώνομαι αρχίζει το καταστροφικό ποδόσφαιρο; Άιντε να το μαζέψεις μετά από τέτοια μαλακία. Απλά ξενέρωσε κι έφυγε η γκόμενα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το αυτοκίνητο μάρκας λάντα, επιτιμητικά ή ελαφρώς ειρωνικά, αλλά όχι υποτιμητικά.

  1. - Ακόμα τσουλάει το κάρο ρε;
    - Ίσα ρε, δε μασάει τ' αρχίδια του ο λάντουρας.

  2. - (γκρουγκρουγκρού η μίζα).
    - Έτσι μωρή λαντούρι, πάλι καλά που το πάρκαρες στον κατήφορο.

Και ως λιμουζίνα (από Khan, 30/09/11)

Got a better definition? Add it!

Published

Εξάρτημα που χρησιμοποιείται αντί της κλασσικής μπαγκέτας στα ντραμς, κυρίως σε συγκροτήματα τζαζ ή αντίστοιχου ήχου.

Το γούγλε δίνει χτυπήματα για τη λέξη «βούρτσα», απ' ευθείας μετάφραση του αγγλικού brush, αλλά το θυμάμαι κι έτσι. Ο λόγος για τον οποίο στέκει είναι η ομοιότητα του εξαρτήματος με την κλασσική ψάθινη σκούπα.

Πάσα: Tom Waits.

- Θέλει να παίξει και με σκούπες ο χασάπης. Δεν κοιτάει να μάθει να κρατάει το ρυθμό πρώτα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη εξαιρετικά κλασσική, χτυπάει κάμποσο.

Πρόκειται για το κατ' εξοχήν μπινελίκι που απευθύνεται σε κάποιον του οποίου οι ιδέες, τα λεγόμενα ή οι πράξεις προσήκουν σε ιδεολόγο ή δηλωμένο υποστηρικτή της χούντας της επταετίας. Αν και δικτατορίες είχαμε και παλιότερα σ' αυτόν τον ευλογημένο τόπο, η χούντα, όπως και το Κόμμα και η πρεσβεία, είναι μία, αυτή του '67-'74. Βεβαίως, το κράτος και ο μηχανισμός του κράτησε την απαιτούμενη συνέχεια των θεσμών, «σταθερότητα» στο νιούσπηκ, οπότε τα χουντόσκυλα έχουν ιδεολογική συγγένεια με τους υποστηρικτές παλαιότερων (και επερχόμενων) δικτατορικών καθεστώτων, αλλά δεν χαρακτηρίζονται έτσι γι αυτό.

  1. - Ό,τι και να λέτε, πάντως, ο Παπαδόπουλος, ο Μακαρέζος και όλοι, πέθαναν στην ψάθα, όχι σαν τους πολιντικάντηδες που έχουνε χεστεί στο τάλιρο.
    - Δε μας γαμάς ρε χουντόσκυλο και συ, που σας πήρανε οικογενειακώς μπάτσους το '71 και θα μας κάνεις και καθοδήγηση.

  2. - Γαμάει ο Ζαμπέτας ρε φίλε!
    - Τι να σου πω ρε συ, αυτόν και τ' άλλο το χουντόσκυλο τον Κωνσταντάρα δεν μπορώ να τους κρίνω αντικειμενικά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνώνυμο του τρόμπας, στο πιο γελοίο και ιδιαίτερα εύηχο.

Δεν ξέρω αν υπάρχει γενικότερα, και το μόνο χτύπημα στο νέτι είναι από ποστ του μπρο μου στους 4Τ, αλλά την αγαπάω αυτή τη λέξη και την καταθέτω.

Βλέπε και μαλακαντρέας για το φαινόμενο της βάφτισης του κατέχοντος την ιδιότητα.

  1. - Μάγισσες, να πούμε, και μαλακίες τούμπανα. Τι τρομπογιώργης την σκέφτηκε και την έγραψε αυτήν τη σειρά, δεν μπορώ να καταλάβω.
    - Τα μουνάκια που παίζουν, όμως, δέ σε χάλασαν.

  2. - Σα να ζεστάθηκε το πολύμπριζο. Θα του ρίξω λίγο νερό να πέσει η θερμοκρασία.
    - Τι κάνεις ρε τρομπογιώργη; Κούγκι θα γίνουμε.

Χαρακτηρισμοί με κύριο όνομα για συνθετικό: αστραπόγιαννος, βιαστικοθοδώρα, βουβαντώνης, γερολάζαρος, γυναικοθόδωρος, λωλοστεφανής, μαλακαντρέας, μαλακαντώνης, μουγγοθόδωρος, ντελημπάσχος, ντελήσαββας, παστρικοθοδώρα, στραβόγιαννος, τρελαντώνης, τρεμολάζαρος, τρομπογιώργης, τρυπαντωνάκης, ψευτοθόδωρος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified