Further tags

Ο καθυστερημένος, ο ηλίθιος νοητικώς, ο τύπος που τον βλέπεις και τον περνάς για μίξη Άντζελας Δημητρίου με Άντζελα Δημητρίου.

- Ρε, η γκόμενά σου είναι από μπρος παρθένα κι από πίσω μπαίνουν τρένα.
- Δε γαμιέσαι ρε μογγόλι! Λες να μην το ξέρω; Κάθε βράδυ τη γαμάω εγώ και παίρνει πίπα απ' το Μήτσο ταυτόχρονα!

Τζέγκινς Χαν ο Μογγόλος (από GATZMAN, 07/03/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σλανγκοφωνολογία. Το /j/ είναι το σύμβολο το οποίο χρησιμοποιούμε ενίοτε (και έχει σχεδόν καθιερωθεί) για να περιγράψουμε και να διακωμωδήσουμε ή να σατιρίσουμε την «χωριάτικη» προφορά, την μη «σωστή» δηλαδή, κυρίως την προφορά που έχουν οι κάτοικοι της ΒΔ Πελοποννήσου, της Στερεάς Ελλάδας κά. Μπαίνει μετά το νι και το λάμδα και «μαλακώνει», λιώνει θα λέγαμε, την προφορά τους. Λειτουργεί δηλαδή όπως το «μαλακό σημείο» (ь) των σλαβικών γλωσσών ή όπως το -gn των Γάλλων (πχ στη λέξη oignon, ονιόν = κρεμμύδι).

Έκφραση: «με το νj και το λj».

  1. Κάθε καλοκαίρι που πάει το παιδί στους παππούδες στο Αίγιο, χαλάει την προφορά του και όταν επιστρέφει στο σχολείο όλα τα παιδάκια το κοροϊδεύουνε γιατί μιλάει με το νj και το λj... Τι θα κάνουμε ρε Σταμάτη;...

  2. από μέσα από το σλανγκρ:
    παράλjυτος
    γκλjίτερ
    θα μου τον(j)ιδείς

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν εμείς οι Έλληνες φτάνουμε σε εθνικοπατριωτική σύγκρουση με τους βαρβάρους - δηλαδή όλους τους αλλοεθνείς που, ως γνωστόν, είναι βάρβαροι γιατί δεν έχουν την ελληνική παιδεία - χρησιμοποιούμε πάντα ένα ακλόνητο επιχείρημα που έχει πάντα τη δομή Όταν εμείς (οι Έλληνες)... εσείς... Παραδείγματα:

  • Όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες εσείς κρεμόσασταν από τα δέντρα
  • Όταν εμείς γράφαμε φιλοσοφία εσείς ζούσατε σε σπηλιές

Ενίοτε ακολουθεί και αντίστροφη δομή, δηλαδή, Όταν εσείς... εμείς (οι Έλληνες)... Παραδείγματα:

  • Όταν εσείς σκαρφαλώνατε στα δέντρα, εμείς τα καίγαμε και χτίζαμε αυθαίρετα.
  • Όταν εσείς ανακαλύψατε το κρέας εμείς είχαμε ήδη χοληστερίνη.

Όποιος ξέρει και άλλα ας σχολιάσει.

(αμερικάνος):
- Εμείς my friend είμαστε η πιο μεγάλη δύναμη του κόσμου.
(ελληνάρας):
- Τι λες ρε πουστόφλωρε αμερικάνε γαμώ το μουνί που σε πέταγε; Όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες εσείς κρεμόσασταν στα δέντρα ρεεεεεεεεεε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επαρχιώτης gay (καλιαρντά).

- Ήρθε κι η βλαχοντάνα να μας φάει το γλυκάκι μας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η γυναίκα με την οποία αν έρθεις σε επαφή θα πάθεις κάτι κακό. Στο ιστορικό μιας φαρμακομούνας υπάρχουν πολλά διαζύγια, θάνατοι, καταστροφές.

-Μεγάλη φαρμακομούνα η Ελένη. Όλοι της οι φίλοι, γονείς, στενοί συγγενείς, γκόμενοι κλπ έχουν σκοτωθεί σε τροχαία. Και τώρα που βρήκε πάλι έναν άντρα, έτοιμη είναι να τον χωρίσει.
-Μακάρι να προλάβει ο καψερός να γλιτώσει!
-Μακριά, μαλάκα, μακριά σου λέω!

(από xalikoutis, 03/08/10)

Got a better definition? Add it!

Published

Ο άντρας χαμηλής μόρφωσης και γενικά χαμηλού επιπέδου, του «δρόμου», που συχνά το παίζει μάγκας. Συνήθως ή δουλειά του (αν όχι μπετατζής) θα είναι υδραυλικός ή κάτι παρεμφερές.

- Γιατί η Μαίρη χώρισε τον Σταύρο; Μια χαρά παιδί ήταν, και μόρφωση είχε, και ευγένεια και απ' όλα...
- Έλα μωρέ την έχεις για σοβαρή; Αυτή κανα μπετατζή θα θέλει να την πάει στα μπουζούκια και να περνάνε καλά.

Αχ βρε betατζή! (από knasos, 20/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο υστερών ως προς το μέγεθος πέους.

Συνώνυμα: μικροτσούτσουνος, μπάμιας, μικροπούλης, μικρός και τριανταφυλλένιος ή Πέτρος Φιλιππίδης. Το αντίθετο είναι ο ένας και μοναδικός Δάσκαλος, ο Γκουσγκούνης ο Μέγας.

- Τάκη, για την Ελένη τά 'μαθες;
- Τι έγινε;
- Άρχισε να βγαίνει με το Νίκο. Εγώ λέω την κανονίζει.
- Όχι ρε πούστη μου. Και πριν από μια βδομάδα την είχα γαμήσει. Και τώρα μ΄ έφτυσε γι΄ αυτόν τον μικροψώλη;
- Γυναίκα φίλε μου, πουτάνα δηλαδή.
- Όχι πουτάνα ρε φιλάρα. Καριόλα είναι!

Δες και -ψώλης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(μειωτικό)

Ο φανατικός Χριστιανός, αυτός που (σχεδόν) πρεσβεύει την βίαιη επιβολή του Χριστιανισμού.

- Αυτός ο Νώντας μωρ' αδερφάκι μου, μας ζάλισε τον έρωτα χθες το βράδυ. Μια κριτική στον αρχιεπίσκοπο πήγα να κάνω και με σκυλόβρισε το καθίκι... μετά άρχισε το γνωστό παραλήρημα περί της «Εθνοσωτήριου» και γίναμε μπίλιες.
- Εμ... Όταν στα λέω να μην τον κάνεις παρέα αυτόν τον χριστιανοταλιμπάν εσύ δεν μ΄ακούς!

Βλ. και σχετικό λήμμα αγριοχρίστιανος

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο που εμπίπτει στην κατηγορία μπαστουνόβλαχος, αλλά αν απομακρυνθεί περισσότερο από 30 χλμ. από τη στάνη του, και ειδικά αν βρεθεί σε αστικό κέντρο, η συμπεριφορά του θυμίζει ούφο με σκούφο -και με φλογέρα. Κατά πολύ πιο βλάχος από τον απλό μπαστουνόβλαχο ή ακόμα και τον καράβλαχο.

(Διάλογος μέσα σε αυτοκίνητο σε μποτιλιαρισμένο δρόμο στο κέντρο της πόλης)
- Πού πάει ρε μαλάκα το άτομο με την κατσίκα στην καρότσα από το Navara;
- Απίστευτος διαστημόβλαχος! Φέρε το κινητό, αυτός είναι για φωτό.

διαστημόγυφτος; (από xalikoutis, 24/11/08)(από Khan, 18/03/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η λούγκρα.

λούγκρα + Λουκρητία = λουγκρητία.

-Κοίτα το Λέλο τη λουγκρητία ρε. Κρίμα τον πατέρα του που κέρναγε στα καφενεία κι έλεγε «έκανα γιο ρε!». Τσκ τσκ...

Got a better definition? Add it!

Published