Το βατράχι στην πατρινή διάλεκτο.

- Τι καλό έχει το τσουκάλι; - Σφορδάκλια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που χρησιμοποιείται ευρύτατα από τους Πατρινούς, αλλά και από τους δυτικοελλαδίτες γενικότερα. Υπάρχει και η ορθογραφία Μοιραλέικα, αλλά δεν είναι ετυμολογικά σωστή.

Η ερμηνεία είναι απλή και δεν θέλει πολλή φαντασία. Όπως συμβαίνει με τα αρχίδια καπαμά και τα αρχίδια μέντολες αναλόγως και εδώ πρόκειται για μαλακίες, για τρίχες, για γελοιότητες.

Ας κοιτάξουμε τώρα και την προέλευση της έκφρασης.

Πολλοί θεωρούν ότι είναι εφεύρεση του πάλαι ποτέ βουλευτή Αχαΐας, Μένιου Κουτσόγιωργα, ο οποίος την έκανε γνωστή πανελληνίως. Για την ιστορία, όταν γνωστός εκδότης ζήτησε από τον Κουτσόγιωργα να σχολιάσει τις φήμες για το σκάνδαλο Κοσκωτά, εκείνος απαξίωσε το ζήτημα, με τον χαρακτηρισμό 'αρχίδια Μιραλέικα'.

Στην πραγματικότητα όμως, άλλη είναι η καταγωγή της έκφρασης. Και συγκεκριμένα, το ένδοξο Μιράλιο ή Μιράλι, μικρό χωριό λίγο έξω από την Πάτρα.

Τι το ξεχωριστό έχουν τα απίδια των Μιραλιωτών; Ό,τι και τα Καλαβρέζικα, φαντάζομαι!

(Από τον Ιστό)

''Τό Πανεπιστήμιο πρώτα είναι χώρος
εκπαίδευσης καί μετά παραγωγής πολιτικής.
Όλα τ΄άλλα είναι αρχίδια Μοιραλέικα
(τό κατά Κουστόγιωργα 1ο,ψαλμός 6ος
στίχος 5ος).

Αναστάσης.''

βλ. και μπαρούφα (-ες)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην πατρινή αργκό, το κατώτατο είδος μινάρα. Ο εντελώς γελοίος και άχρηστος μαλάκας. Αν πεις κάποιον στην Πάτρα μιναροκεφτέ μπροστά σε γκόμενες, ετοιμάσου για κλωτσίδι.

Μερικές φορές χρησιμοποιείται και ως φιλική επίπληξη ή προσφώνηση, αλλά μόνο μεταξύ κολλητών.

  1. Τράβα ρε μιναροκεφτέ!

  2. Έλα ρε μιναροκεφτέ, πλάκα σου κάνω.

Ψίτ, γκαρσόν !  Μιά μερίδα μιναροκεφτέδες...  (από Marco De Sade, 17/03/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λήμμα επίκαιρο των ημερών. Ποδαράτη (ποδαράτο) λέμε την βόλτα με τα πόδια αντίστοιχα όπως λέμε αυτοκινητάδα με το αυτοκίνητο ή βαρκάδα με την βάρκα.

Στην Πάτρα εννοούν την παρέλαση των πληρωμάτων το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς. Υπάρχουν δύο ποδαράτες: η νυχτερινή του Σαββάτου και η Μεγάλη της Κυριακής.

  1. Έχω μείνει ταπί και ψύχραιμος... τι θα έλεγες να το κόψουμε ποδαράτο μέχρι την πλατεία;
  2. Κανονίσαμε για τις Αποκριές να βγούμε με γκρουπ στις ποδαράτες στην Πάτρα. Θα περάσουμε σούπερ! Πατρινό καρναβάλι για πάντα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η συμπαθής ομάδα εκ Πατρών συνήθιζε να ακούει πολλά μπινελίκια από ανθρώπους που ήθελαν να αποφύγουν την εξύβριση στο πρόσωπο της Αειπαρθένου Παναγίας, και έτσι τά 'χωναν σε αυτή λόγω της ακουστικής σχετικότητας μεταξύ των λέξεων. ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΟΜΩΣ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΕΛΟΣ ΕΔΩ! Γιατί τα ηνία της ομάδος πλέον ανέλαβε γνωστός ποινικολόγος (ονόματα δε λέμε) και η εξύβρισις του συγκεκριμένου συλλόγου τιμωρείται από το νόμο. Έτσι η ποινή θα είναι ή τακούνι στο κεφάλι ή πτώση από μάντρα ή εξοστρακισμένος πυροβολισμός. Διαλέχτε και πάρτε.

Έλα ρε Μήτσο, προχώρα γαμώ την Παναχαϊκή μου.
(μπαμ) (ήχος εξοστρακισμένης σφαίρας)

(από rigo21, 30/12/08)(από rigo21, 30/12/08)(από BuBis, 29/06/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ευρύτατα διαδεδομένο και εύχρηστο, σημαίνει ό,τι και το ερημιτζής.

Δικατάληκτο επίθετο: ο, η ερήμης, το ερήμη.

- Ρε μινάρα θα πάμε για καφέ;
- Μπα δε γουστάρω.
- Τι ερήμης που είσαι ρε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

ερήμη(ν): Οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής της Αχαΐας, χρησιμοποιούν αυτή τη λέξη «ερήμη» χωρίς το , τουλάχιστον στο 99% των περιπτώσεων. Είναι μια λέξη που κολλάει παντού, ή μάλλον που ο Πατρινός την κολλάει παντού. Φυσικά αγνώστου προελεύσεως. Δηλώνει περίτρανα την κατάσταση της Πατρινής νοοτροπίας, κοντολογίς αυτό που λέμε ό,τι να 'ναι.

  1. - Θα φάμε ρε συ;
    - Ερήμη μωρέ θα τσιμπήσουμε.

2) - Θα πάμε πουθενά;
- Ερήμη θα δούμε.

3) - Έγραψες τίποτα ρε μινάρα;
- Ε, ερήμη μωρέ περνάω.

(και άλλα πολλά - ελπίζω να σας κατατόπισα)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ηδύποτο αισχίστου είδους και γεύσης που παράγεται κυρίως στη Αχαΐα. Η γεύση του είναι ασύμμετρα αηδιαστική σε βαθμό που να μην μπορεί να παρομοιαστεί με κάτι άλλο. Συνηθίζεται να σερβίρεται στο τέλος σε μαγαζιά της Πάτρας, αλλά λόγω της αθλιότητας του ακόμα και οι πιο τελειωμένοι αλκοολικοί φοιτητές δεν το πίνουν. Ορκισμένη φανατική της τεντούρας φαίνεται να είναι η γιαγιά στην κάβα πλησίον της Αγ. Νικολάου, όπου και πάλι όσες φορές όσοι και αν πάνε στη κάβα δεν ενδίδουν στο αποτρόπαιο κέρασμά της που ακούει στο όνομα τεντούρα...

- Να σας βάλω λίγη τεντούρα παιδιά;
- Εεε, όχι ευχαριστούμε άλλη φορά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πατρινή βρισιά, αγνώστου (σε εμένα) προελεύσεως. Αν δεν ακούσει κανείς τον Ηλία το μάστορα (τον μοκετά) να την εκστομίζει, δεν μπορεί να κατανοήσει το νόημά της...

(Ηλίας): Ρε πού στο διάολο θα τρέχουμε Αγιοβασίλη βραδιάτικα να βάλουμε μοκέτες, γαμώ το μουνί της οικογένειάς του...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συναντάται και ως κολλιάντζα (προφέροντας και στις δυο περιπτώσεις στο -λλιά-, το ι μαζί με το α, όπως το κολιά), και περιγράφει την κατάσταση της ακατάσχετης διάρροιας, ενίοτε και ιδιαίτερα δύσοσμης. Χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον στην περιοχή της Πάτρας.

  1. - Καλά ρε μαλάκα, τι κολιάντζα ήταν αυτή που έκοψες; Σκατά έφαγες χτες;

  2. - Μάγκες δεν ξανατρώμε στου βρωμιάρη, με έπιασε μια κολιάντζα χτες... πήγα να χέσω τ' άντερα μου!!!

(από Galadriel, 13/12/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified