Selected tags

Further tags

Είναι το το δάρσιμο, η χειροδικία, το κτύπημα, το βάρεμα, το ξυλοφόρτωμα, άσχετα αν χρησιμοποιηθεί ή όχι σανίδα βρεγμένη ή μη.

Παραλείπεται το «κτυπώ με» ή «δέρνω με» ή «βαρώ με» κλπ.

Πρόκειται για κυριολεκτικό ξυλοδαρμό όπου τη θέση του ξύλου καταλαμβάνει η σανίδα (πεπλατυσμένο, ευθύ τεμάχιο ξύλου, μικρού, πλάτους πάχους και μήκους) και μάλιστα βρεγμένη έτσι ώστε το αποτέλεσμα του πόνου, άμα και τσουξίματος, επί του δαρθέντος ατόμου, να είναι οδυνηρότερο.

Η έκφραση χρησιμοποιείται κυρίως σαν απειλή ή υπόσχεση τιμωρίας, ως επί το πλείστον, σε μαθητές δημοτικού-γυμνασίου.

Σε παλαιότερες εποχές, αυτό το είδος ποινής εκτελείτο από τον δάσκαλο, αυτούσιο, κανονικά και με το νόμο, σε μαθητές -όμως αντί σανίδας επιλέγονταν, ως προσφορότερη, η χρήση κλαδιού δέντρου, κοινώς βίτσα, την οποία προμήθευε και προσεκόμιζε στο σχολείο, όχι σπάνια, ο ίδιος ο μαθητής.

  1. Προς τον άτακτο μαθητή.
    - Κάτσε φρόνιμα, μην αρχίσω και σε περιλάβω με τη βρεγμένη σανίδα.

2- Ποια η γνώμη σας, για τους 300 της Βουλής;
- Α ρε, βρεγμένη σανίδα που τους χρειάζεται.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο άνθρωπος που έχει την ικανότητα να γίνεται όργιο εκμετάλλευσης από τον καθένα.

Έχοντας ως προσευχή του την φράση ''Όλα για όλους και τίποτα για μένα'', φεύγει μετά από κάθε συζήτηση ή διαπληκτισμό όντας εκτεθειμένος. Δεν κρύβει και δεν κρατάει τίποτα για τον εαυτό του, όποτε είναι και ο πιο εύκολος στόχος για κάθε κουτσομπολιό, κατηγορία, κοροϊδία και γενικά για κάθε επίθεση. Δεν έχει καμία αμυντική τάση για τον λόγο ότι τους εμπιστεύεται όλους, ακόμη και αν την έχει φάει πολλάκις από φίλους, γνωστούς, γείτονες και οποιοδήποτε πούστη ψάχνει απλά ένα μαλάκα για να πηδήξει.

  1. - Δεν είμαι καλά.
    - Τι έγινε, ρέ;
    - Είπα στον Τάσο ότι κερατώνω την Μαρία με την Σούλα, και ο βρωμόπουστας με κάρφωσε στην Μαρία. Άρχισε να την παρηγορεί και στο τέλος την πήδηξε κι από πάνω.
    - Ρε φίλε, λέγονται αυτά στον κάθε τυχόντα; Τι δουλειά είχες να το πεις στον Τάσο; Μια ζωή κώλος ανοιχτός θα είσαι ρε αδερφάκι μου;

  2. - Τι έχει ο Νικολάκης και είναι έτσι μελαγχολικός;
    - Τον πούλησε το συνεταιράκι του και του τα πήρε όλα. Έμεινε δηλαδή ταπί και ψύχραιμος.
    - Και του έλεγα ρε συ. Πρόσεχε τον και φαίνεται λαμόγιο.
    - Αυτά είναι. Άμα είσαι κώλος ανοιχτός μια ζωή θα σε πηδάνε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λίγο, ελάχιστα, μέτρια, περίπου.

Συνήθως χαρακτηρίζει αξιολογικά την ικανότητα κατανόησης, ομιλίας, ανάγνωσης, γραφής ξένης γλώσσας.

Όρα και τσάτρα πάτρα.

- Το μιλάς το Γερμανικό;
- Τσατ πατ κάτι πιάνω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Μεταφορικά) Πάρα πολύ, υπερβολικά, τα πλείστα.

kantar = καντάρι, είδος ζυγαριάς, < kantarci = κανταρτζής, ζυγιστής

  1. Έφαγε ξύλο με το καντάρι.

  2. Έβρεξε με το καντάρι.

  3. Λέει τις μαλακίες με το καντάρι.

  4. Πουλάς τρέλλα με το καντάρι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ακούγεται σε φοιτητικά περιβάλλοντα.

Αναφέρεται στο πεντάρι (βαθμός 5) που αποτελεί τη βάση για να περάσεις ένα μάθημα στο Πανεπιστήμιο ή να κοπείς σ' αυτό.

Χρησιμοποιείται και με τα αρχικά ΠΦΣ (που φου σου). Στον πληθυντικό γίνεται πουφουσούδες.

  1. - Πώς τα πήγες Κβάντο δύο;
    - Αν πιάσω την παγκόσμια φοιτητική σταθερά θα κεράσω μπουρδέλο.

  2. - Πώς πήγε η εξεταστική;
    - Ένα εξάρι, τρεις πουφουσούδες και στα υπόλοιπα, τα τρία μου.

Τα θέματα ήταν βατά κι όποιος είχε διαβάσει έγραφε. (από Galadriel, 17/01/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτή η ατάκα διαφήμισης ίσως πρέπει να σταθεί μόνη της. Προέρχεται, αν θυμάμαι καλά, από διαφήμιση του Ούλτρεξ το οποίο έδινε και καλά τρομερή λάμψη και υγεία στα μαλλιά του πρώην πιτυριδούχου, οπότε αυτός μπορούσε πια να αφεθεί χωρίς να κομπλάρει στα χέρια μιας εϊτίλας μούνας που τον χαϊδολογούσε λέγοντάς του καβλιάρικα στ' αυτάκι: «Και σού' κανε ένα μαλλί...» (ενν: «...άλλο πράμα!»).

Τώρα πια λέγεται από κάποια λείψανα των ογδόνταζ (ή σημερινούς πιτσιρικάδες που το άκουγαν από τους μεγαλύτερους) και λέγεται μόνο όταν θέλουμε να κοροϊδέψουμε αυτό που συνέβη στο μαλλί μας -ή στου άλλου- εξαιτίας πχ του αέρα, της υγρασίας, του ύπνου, κόκ.

  1. - ...και σού ΄κανε ένα μαλλί...
    - Πάλι πρόβλημα;
    - Ε δε βλέπεις ρε μαλάκα πώς έγινα; Αυτό το γαμολοτζέλ τα λασπώνει και γίνονται σύσκατα.

  2. Και σου ‘κανε ένα μαλλί…
    Οι στυλίστες υποστηρίζουν ότι ένα κολακευτικό χτένισμα ή κούρεμα μπορεί να καλύψει πολλά λάθη που κάνουμε στην εμφάνισή μας.
    (άρθρο από εδώ

  3. Και σου ‘κανε ένα μαλλί
    To πρώτο SAWARI HAIR BAR άνοιξε τις πόρτες του στην Αθήνα και σας περιμένει για μια απόλυτη περιποίηση μαλλιών. από κει

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτή την υπηρεσία επικαλούνται, αγανακτισμένοι - ή, επιζητούν την ίδρυση και λειτουργία της - στα σινάφια των μουσικών και τραγουδιστών, προκειμένου να τους απαλλάξει από τους ατάλαντους, άσχετους, φάλτσους, αριβίστες, καλαμπόρτζηδες, κακοφωνίξ συναδέλφους τους.

Πολύ καλαμπόρτσος ο κιθαρίστας. Όλο πράσινες παίζει. Αν υπήρχε μουσική αστυνομία θα τον είχε συλλάβει.

(από GATZMAN, 15/11/10)(από GATZMAN, 15/11/10)(από GATZMAN, 15/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφέρεται σε άντρες που έχουν τον τρόπο τους με τις γυναίκες και γι' αυτό προκαλούν το φθόνο των λοιπών.

Είναι ένας ακαταμάχητος συνδυασμός ερωτύλου, μάγκα, γόη (χωρίς απαραίτητα να είναι μόντελος εμφανισιακά), γαμιά, τρακαδόρου (χωρίς να είναι ζιγκολό).

Τις καμακώνει σε χρόνο ντετέ χωρίς να υπόσχεται γάμο, σοβαρή σχέση, τον ουρανό με τ' άστρα. Δεν μπορούν να τον κατηγορήσουν για τίποτα και δεν του αντιστέκονται σε τίποτα. Γουστάρει να προσφέρει οργασμούς σε ό,τι θηλυκό κινείται, αλλά σαβουρογάμης δεν είναι. Δε γουστάρει να μιλάει για τις τριψήφιες κατακτήσεις του, είναι σιγανό, διακριτικό ποταμάκι.

Υπάρχουν και τα: Παίζει τα γκομενάκια/μουνάκια κομπολόι.

- Τι 'ναι δαύτος ρε; Κάθε βράδυ και μ' άλλο μούνο σεργιανάει!!
- Μάγκα μου, δεν τον φτάνεις το Μήτσο με τίποτα!!
- Όσες όλοι μας μαζί, μόνος του το καλοκαίρι.
- Τις παίζει όλες κομπολόι από τότε που μαλλιάσαν τα γκογκόβια του.
- Άλα του το μάστορα!! Δίνει σεμουνάρια;
- Μπά! Κληρονομικό χάρισμα.

Στην original ο Michael Caine σαν Alfie (από sstteffannoss, 14/11/10)Η γυναικεία περίπτωση ("που τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα") (από GATZMAN, 15/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι ο τιποτένιος, μηδαμινός, ασήμαντος, ευτελής, ανάξιος λόγου ή προσοχής.

Το μικρό μέγεθος και η σχετικά χαμηλή τιμή των οσπρίων, παρά την σημαντική διατροφική τους αξία, τους προσέδωσαν αυτή την δευτερεύουσα απαξιωτική εννοιολογική σημασία.

- Ασταδιάλα ρε. Όσπριο !

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τύπος ευκτικής μέλλοντος μαζί με υποτακτική.

Σημαίνει και αντικαθιστά ενδεικτικά τα παρακάτω:

  • θα ήθελε να
  • θα έπρεπε να
  • θα πρέπει να
  • θα όφειλε να
  • θα μπορούσε να
  • θα μπορεί να κλπ

    Λέγεται λίγο αστεία, περιπαικτικά, ειρωνικά, φολκλορικά, ερωτηματικά.

  1. - Και δε μου λες; Πώς θαλανά δουλέψει αυτό το μαραφέτι;

  2. - Και τώρα, όλοι μαζί θαλανά πάμε εκεί και μετά να γυρίσουμε;

  3. - Σήμερα το βράδυ αυτός θαλανά 'ρθει εδώ.

  4. - Καλά φτάσαμε στο χωριό σου. Τι θαλανα κάνουμε τώρα μες σ' αυτή την ερημιά;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified