Selected tags

Further tags

Αρπάζω κάτι που προσφέρθηκε σε πολλούς για δική μου άμεση χρήση χωρίς να υπολογίζω μία. Διαφέρει από το καβατζώνω που ενέχει την έννοια της μετέπειτα χρήσης. Για φαγητό είναι πολύ κοντά στο χλαπακώνω / χλαπακιάζω.

- Τι σκατά μασάω γαμώ το καντήλι σου;
- Ωχχ!! Ανάθεμα!! Κοίτα ψυχή μου. Έφερε χθες τρία η μαμά , κατζάκωσε ο μικρός τα δυο μικρά στο πιτς φιτίλιι κι...
- ...έμεινε για μένα το τρίτο το μακρύτερο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

= Πολύ θα το ήθελες, αλλά φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο.

Ειρωνική έκφραση-γείωση.

Χρησιμοποιείται και όταν θέλουμε να πούμε «όχι» (παρ. 1).

Σα να μου φαίνεται ότι πρέπει είναι έκφραση-παράγωγο της γυναικείας χειραφέτησης, δε μου ακούγεται σα να την πρωτοείπε άντρας.

  1. - Έι, ψτ, μωρό, να σε πάρω μια Θεσσαλονίκη με τη νταλίκα;
    - Θά 'θελες...

  2. - Ευκαιρία σήμερα που δεν έχω πολλή δουλειά να την κοπανήσω μια ωρίτσα από το γραφείο να πάω στη Δεή να πληρώσω τον λογαριασμό μου.
    - Θά 'θελες. Έχουν απεργία.

  3. - Ρε παλιοκαργιόλη, άμα σε πιάσω θα σε κάνω λάσπη!
    - Θά 'θελες!

Got a better definition? Add it!

Published

Εκμεταλλεύομαι ευκαιριακά ή συστηματικά, θεμιτά ή αθέμιτα, ηθικά ή ανήθικα μια ευνοϊκή κατάσταση που μου προσπορίζει διαφορών ειδών οφέλη ή ανταλλάγματα.

Συνώνυμη έκφραση: βρίσκω το μήνα που θρέφει τους έντεκα

- Είδες τον Πανάγο; Από τότενες που άνοιξε νταλαβέριμ' αυτήνες τσι πούστηδοι, είναι κάθε μέρα στη μπούντρα.
- Καλά ξηγιέται, βρήκε βυζί και βυζαίνει, αφού.

(από iwn, 01/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καταβάλω χρηματικό ποσό που είναι κατά κανόνα σημαντικό, τσουχτερό η δυσανάλογα μεγάλο για την οικονομική μου δυνατότητα και υπό το καθεστώς μη εναλλακτικής επιλογής.

Επίσης: πλερώνω, ακουμπάω, ρίχνω.

  1. Πήγαμε προχτέ στο καζίνο. Άσε, τα στάξαμε χοντρά.

  2. Για νυχτιά στη Λάουρα πρέπει να τα στάξεις γερά.

  3. Μας έστειλε τον σφίχτερμαν και αναγκαστήκαμε και τα στάξαμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γείωση. Λέγεται από κάποιον που έχει ένα επίπεδο αυθεντίας παραπάνω προς κάποιον μικρότερο σε κύρος, ο οποίος κομπάζει και καυχιέται για ένα κατόρθωμα αμφίβολης θεμιτότητας / νομιμότητας. Ο πιο παλαίουρας με αυτόν τον τρόπο θέτει εν αμφιβόλω και την αλήθεια του αντικειμένου της κομπορρημοσύνης.

Πάσα: John Black.

  1. - ... και που λες η φίλη του Μάριου, η Λάουρα...
    - Ποια; Το σκυλί του πολέμου; Μ' αυτήν φασωνόμουν προχτές...
    - Η μαμά σου το ξέρει;

  2. - Μίκυ1998, η μαμά σου το ξέρει ότι τρολιάζεις στο σλανγκρ;
    (Λαίουρας του σάιτ αποπαίρνει ναϊντίλα χρήστη).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Γνωστότατο λογοπαίγνιο σε περιβάλλοντα όπως στρατώνες, γυμναστήρια (λες και μοναστήρια;) όπου υπάρχουν κοινά ντους.

  2. Μεταξύ ζευγαριών παίρνει προφανέστατα διαφορετική χροιά.

  1. - Άντε να φεύγουνε οι πρωινοί. - Έλα να συντουζιαστούμε ρε μεγάλε. Χίλιοι καλοί χωρούν μα μήτε ένας πούστης.

  2. - Ααχ!! Τι ζέστη!! - Τι λες, να συντουζιαστούμε;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Υπερθετικός του τραβάω μαλακία, με αναφορά στα γνωστά ασπρίζω τοίχους, «μπογιατίζω ντουβάρια» κι άλλα παρεμφερή.

  2. Κολλάω (κάποιον) στον τοίχο.

  1. - Πού χάθηκες χθες ρε μαλάκα; Πάλι ντουβάρια μπογιάτιζες; - Μέσα έπεσες. Έλειπαν οι δικοί του κι έκανε γκράφιτι στο σαλόνι. - Πόσα κιλά μαλάκες είπατε πως είστε κι οι δυο μαζί;

2α. - Κοίτα μην έρθω 'κει και σε κάνω γκράφιτι παλιομουνοκλανίδι!!

2β. - Πήγαινε μ' όλα τα γκάζια, έγιν' η στραβή κι αν δεν ήταν τα πουρνάρια θα 'χε γίνει γκράφιτι ο κολλητός.

Άσπρισμα τοίχων Πολυτεχνείου με αφηρημένο εξπρεσιονισμό αλά Pollock, που μπορεί να επιτευχθεί και με τη μέθοδο που περιγράφει ο Στέφανος. (από Khan, 20/03/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σούπερ ντούπερ υπερθετικός βαθμός του «πολύ».

Προσδιορίζει μέγα πλήθος, απροσμέτρητο, ατελείωτο, τα πάντα.

Χρησιμοποιείται κυρίως στο επαγγελματικό σινάφι των μουσικών και τραγουδιστών.

- Έχει μεγάλο ρεπερτόριο ο μπουζουκτζής που θέλεις να μας φέρεις;
- Παίζει τον άμμο της θάλασσας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επεξηγηματικό που τονίζει την επεξήγηση που έχει ήδη και μόλις προηγηθεί. Γι' αυτό και μπαίνει πάντα στο τέλος της φράσης και προφέρεται με συρτό το -α, συνοδευόμενο από ταυτόχρονη διαπλάτυνση των ματιών, τράβηγμα του κορμού ελαφρά προς τα πίσω και ελαφρύ άνοιγμα και των δυο χεριών. Ένα μικρό θεατρικό που ενέχει παράπονο ή και μικρή ενόχληση προς το συνομιλητή με νόημα «έλα τώρα που δεν καταλαβαίνεις!!»

- Και γιατί όλο το σόου;
- Μη και ξεχαστείς και δεν πας να τον ψηφίσεις για!! Χθεσινός είσαι κι εσύ βρ' αδερφάκι μου;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χωρίς να το πάρει κανείς χαμπάρι, υπούλως και κρυφίως, χωρίς φανφάρες.

- Τι κάνεις εκεί στα μουλωχτά ρε;
- Τίποτα κύριε καθηγητά, τίποτα σας ορκίζομαι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified