Συνώνυμο του «ορίστε» αλλά πιο μάγκικο. Λέγεται όταν δίνουμε κάτι σε κάποιον.
Συνώνυμο του «ορίστε» αλλά πιο μάγκικο. Λέγεται όταν δίνουμε κάτι σε κάποιον.
Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία.
Got a better definition? Add it!
Προστακτική β' ενικού του ρήματος τρελαίνομαι. Έχει κυρίως χαρακτήρα παρότρυνσης.
Το Σάββατο έχει πάρτυ το Μαράκι. Θα γίνει χαμός! Τρελάσου!
Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία, τρελάσου.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Εναλλακτικός σχηματισμός της προστακτικής στιγμιαίου ποιού ενέργειας (κάνε κάτι άπαξ), με τον τύπο της προστακτικής συνεχούς ποιού ενέργειας (κάνε κάτι συνεχώς, επανειλημμένα): όπως όταν λέμε σε κάποιον τέλειωνε, εννοώντας όμως «τέλειωσε, τώρα».
Ίσως ένα λεπτό παράδειγμα θόλωσης του μηνύματος, η οποία διέπει την αργκό απ' άκρη σ' άκρη (εδώ λίγες πίπες για αργκό και ασάφεια), ωστόσο πρόκειται για εξαιρετικά εδραιωμένο φαινόμενο που ακούγεται συχνότατα και στην καθομιλουμένη, ειδικά όταν ο τύπος που προκύπτει είναι και συντομότερος: συγκεκριμένα στα ρήματα της βήτα συζυγίας (τα σε -άω/-ώ δηλαδή), παίρνεις -α αντί για τα συνηθισμένα -ησε/-εσε και λοιπά (πιχί, «μίλα ρε», αντί για «μίλησε ρέ»). Πάντως, δέν προκύπτει πάντα συντομότερος τύπος, και εκεί είναι που αναδεικνύεται ο αργκοτικός χαρακτήρας του φαινομένου.
Παγιωμένες προστακτικές τέτοιου τύπου είναι για παράδειγμα οι λέγε αντί πες, έμπαινε αντί μπες (ή έστω μπέκα), κατέβαινε αντί κατέβα, φεύγα αντί φύγε, αλλά και δίνε του, κόλλα το και άλλες.
Τέλος, το ενδιαφέρον με το φαινόμενο αυτό είναι ότι έχει εδραιωθεί τόσο ώστε να ενθαρρύνει απ' ότι φαίνεται και τη γενίκευση της προστακτικής σε -α, παρατήρηση που αξίζει όμως δικό της λήμμα (αλλά δες το τελευταίο παράδειγμα).
Το προβλημα σου ειναι μεγαλο... και εγκεφαλικο!!! Χτυπα μια το κεφαλι σου στον τοιχο μπας και παρεις στρωφες και τα ξαναλεμε... (σχόλιο σε ιστολόι)
Κι εσύ πως το ξέρεις αυτό ρε; Έλα έλα 'μολόγα τα όλα, εσύ το παίρνεις το παραδάκι ε; Ξέρνα τα όλα τώρα παλιοχάκερ (από φόρουμ)
Ξύπνα επιτέλους, ρε πούστη! Ξύπνα γαμώ το κέρατο μου... και γάμα τον κουρέα (από ιστολόι)
Αντε ξεκινάτε τις μηνύσεις και μην κολλάτε πουθενα (από εδώ)
Δώσε Shinoharas δώσε ! Έμπαινε ρε ΤΕΡΆΣΤΙΕ ΔΙΝΟΣΑΥΡΕ έμπαινε και πάρτους τα κεφάλια... πάρτους τα όλα και κατά-γάμα τους! (από φόρουμ)
με δυσκολία κρατιέσαι να μην του φωνάξεις «Πολύ ωραία, κατέβαινε το παραδάκι αν με θέλεις σενιαρισμένη» (από εδώ)
έλα στρίβε όπως είσαι, πάρε δρόμο (από ιστολόι)
- Δεν μου λές γυναίκα, με απατάς!; Λέγε τώρα! Ναι ή ού;!
- Ουουουου!
(από εδώ)
-ΦΥΓΕ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΜΟΥ, ΑΝΩΜΑΛΕ!
-Δυο λεπτά θα πάρει, μωρό μου.
-ΔΕ ΘΕΛΩ ΛΕΜΕ ΡΕ, ΦΕΥΓΕ!
(από εδώ)
- Θα συνεχίσει κανείς από την επόχα που το σταμάτησα, γιατί βαριέμαι; Ή να συνεχίσω;
- Συνέχα το
(από φόρουμ)
Δες και σλανγκογραμματική.
Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία.
Got a better definition? Add it!
Η νέα ελληνική δεν έχει όπως ξέρουμε απαρέμφατο, αλλά συχνά μπορούμε να μεταχειριστούμε το β' πρόσωπο της προστακτικής ως απαρέμφατο (βλ. παράδειγμα 1).
Ο διπλασιασμός μάλιστα του «απαρέμφατου» έχει τη σημασία της επανάληψης (βλ. παράδειγμα 2).
Τώρα που είμαστε στο πήγαινε κουραζόμαστε περισσότερο γιατί είναι ανηφόρα. Το απόγευμα θα είμαστε στο έλα και θα είναι πιο ξεκούραστο
Αν το μολύβι τους από το ξύσε-ξύσε δεν γινόταν σαν το νύχι τους, δεν τους έπαιρνε άλλο μολύβι, τόσο τσιγκούνης ήταν.
Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Σλανγκ προστακτική του πιάνω, δηλαδή βάζω κάτι στο χέρι μου, στη παλάμη μου, εγχειρίζω, χουφτώνω. Αντί του «πιάσε».
Χρησιμοποιείται με την έννοια του φέρε, προσκόμισε.
Πιάκε 'να μπουκάλι μπύρα απ' την κασόνα.
Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία.
Got a better definition? Add it!
Λέξη που χρησιμοποιείται κυρίως από τους Θεσσαλονικείς και σημαίνει πήγαινε.
Πάνε να φέρεις μια μπουγάτσα με κεριά για τα γενέθλια του Μιχάλη ρε Μήτσο!
Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Μαγκιόρικη εκδοχή της προστακτικής «μπες». Ουδεμία σχέση με μπεκ πετρελαιοκινητήρων. Οιαδήποτε σχέση με Αστυνόμο Μπέκα-Ιεροκλή-την-έχω-δει-και-πολύ-γαμάουα-εκεί-στο-ντακάπο-που-αράζω, ερευνάται μετά πάσης επιμελείας.
Σοβαρά τώρα: Το «μπέκα» κάθεται ωραία στο αυτί (δλδ να το ακούς) και στο στόμα (δλδ να το προφέρεις) καθότι δισύλλαβο. Όλα τα δισύλλαβα είναι ρε πούστη μου πιασάρικα. Φαίνεται ανταποκρίνονται σε τίποτα στοιχειώδεις δομές εξέλιξης του ανθρώπινου εγκεφάλου και τα ρέστα (τεσπά, γλωσσολόγος δεν είμαι, όχι ακόμη τουλάστιχον).
Τσάκω τώρα παραδείγματα: Βίκη, Λένα, Ρένα, Σάσα, Μάσα, Γωγώ, Λίτσα, Νίτσα, Πίτσα, Τζίνα, Μίνα, Λίνα και λοιπά δευτεράντζικα - και καλά - ονόματα που παίζουν σε 090 καταστάσεις (ένας φίλος μου έχει πει το μεγαλειώδες, ότι δεν πάει με γκόμενα που το όνομά της έχει πάνω από δύο συλλαβές).
Ειδικότερα: το «Μπέκας» πρέπει να είναι αρβανίτικο (ή αλβανικό, μικρή η διαφορά). Βλ. και Λιάπης, Τόσκης, Γκέκης κλπ. Το «μπέκα» επανασυνδέει το λοιπόν - εν πολλοίς ασυνειδήτως - κάποιους από μας με τις αρβανίτικες ρίζες μας. Και δε μιλάμε για ένα απλό δισύλλαβο, αλλά για δισύλλαβο περιέχον ένα από κείνα τα διπλά τα σύμφωνα (μπ, ντ, γκ) που όσο να το κάνεις τη βγάζουν μια μαγκιά, μια αντρίλα, μια λαϊκότητα. Είναι μια απόλαυση να εκστομίζεις λεξούλες όπως μπάσταρδος, μπάστα, γκαμήλω (nick ομοφυλόφιλων), αγγούρι, νταξει, ντάγκλα, νταγλαράς κ.ο.κ.
(δεκαπεντάχρονα έξω από μπουρδέλο)
- Ρε Μήτσο, να το αφήσουμε καλύτερα; Έχω ακούσει εδώ Φυλής δεν παίζουν ωραία μουνιά...
- Ρε άστα σάπια μωρή κότα... Σε τα μας;... Αφού είπαμε, σήμερα χάνεις παρθενιά, δεν το 'παμε;
- Ναι ρε Μήτσο, το 'παμε, αλλά εμένα μου 'χει πάει το σκατό στην κάλτσα.
- Άιντε ρε μπέκα μέσα τώρα που βγήκε αυτός ο πακιστανός κι άσ' τα πολλά τα λόγια..
Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία.
Got a better definition? Add it!
Λέγεται με απειλητικό τόνο και σημαίνει «πλήρωσε», και πιο συγκεκριμένα «πλήρωσε αυτά που χρωστάς». Η ολοκληρωμένη έκφραση είναι «κατέβαινε τα λεφτά» - «κατέβαινε τα φράγκα» παλιά, «κατέβαινε τα γιούρια» τώρα. Η έκφραση με την έννοια αυτή λειτουργεί μόνο στην προστακτική - δεν υπάρχει, δηλαδή, «τα κατέβηκα τα λεφτά» ή «θα τα κατεβούμε».
Κατέβαινε τα λεφτά, ρε ... Άμα δεν είχες, να μην έπαιζες ...
Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία.
Got a better definition? Add it!
Β πρόσωπο αορίστου της ενεργητικής φωνής του ρήματος φεύγω.
Χρησιμοποιείται αυτόνομα στο λόγο με προστακτική σημασία, ως δηλωτικό βεβιασμένης λήξης συνομιλίας η οποία οφείλεται είτε στην έλλειψη χρόνου, είτε στον (μεγαλύτερο ή μικρότερο) εκνευρισμό του προσώπου που το απευθύνει.
Δεν είναι ώρα τώρα να μου κάνεις ανάλυση. Ίσα που προλαβαίνεις το λεωφορείο. Άντε! Έφυγες, έφυγες!
Κόφτο. Είσαι υποκριτής και στην τελική μεγάλο καθίκι. Δε θέλω μα και μου. Τέλος. Έφυγες!! Τώρα! Πριν σ' αρχίσω στις γρήγορες!
Δες και μελλοντικός παρελθόντας. Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία, τρελάσου.
Got a better definition? Add it!
Η φράση έχει δύο χρήσεις, από τις οποίες πιο συνήθης η δεύτερη:
Κυριολεκτική: Ως προστακτική ενεστώτα του ρήματος μπαίνω, άλλος τύπος των «μπες!», «έμπα!»
Μεταφορική: Χρησιμοποιείται από τον ομιλητή για να παρακινήσει κάποιον σε κάτι καλό που έχει ξεκινήσει να κάνει, συνώνυμο των «Προχώρα!», «Καλά το πας!».
Έμπαινε στο αμάξι ρε, κι έχουμε αργήσει! Θα μας χέσει πάλι ο άλλος!
- Μ' αρέσει πολύ η Δανάη, η καινούρια... Και μου έχει δείξει κι αυτή δείγματα ότι ενδιαφέρεται!
- Έμπαινε, μεγάλε!! Και για πες λεπτομέρειες... Το κινητό της το έχεις;;
Κλασική πλέον η φράση έμπαινε Γιούτσο!, δες και γιούτσος.
Η προστακτική στην αργκό: -α, -έκα, -ω, έμπαινε, έφυγες, κατέβαινε, μπέκα, πάνε, πιάκε, τσάκω· ακόμη: προστακτική αντί για απαρέμφατο, συνεχής προστακτική ως στιγμιαία.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified