Στην ποικιλία της Κούλουρης στη Σαλαμίνα είναι ο Αμπελακιώτης, ο κάτοικος του οικισμού Αμπελάκι, επειδή θεωρείται σκωπτικά ότι οι κάτοικοι του Αμπελακίου είναι απόγονοι των Περσών, οι οποίοι επέζησαν από την ναυμαχία του 480 π.Χ. και έμειναν στο νησί, για αυτό και έχουν υποτίθεται μη ελληνικό μεγάλο κεφάλι.

Παντρεύτηκε Πέρση κεφάλα.

Got a better definition? Add it!

Published

Σαρκαστική έκφραση που συμπληρώνει κάθε εξωτερίκευση οιδιπόδειου συμπλέγματος.

-Άσε ρε είμαι άρρωστος, έχω αναγκάσει τη συγκάτοικο να κάνει τη μαμά μου τώρα.
-και ο Οιδίπους σε μια γωνιά τραβάει μαλακία με τα γόνατα...

Got a better definition? Add it!

Published

Χιουμοριστική παραλλαγή του επιρρήματος «αρκούντως» (αρκετά). Βασίζεται σε εσκεμμένα λανθασμένη αντικατάσταση του «ντ» από «δ» όπως αυτό γινόταν παλιά στα ξένα ονόματα (Codrington -> Κόδριγκτον, Don Juan->Δον Ζουάν κ.ο.κ ). Δείχνει επιδοκιμασία, θετική στάση αλλά και ελαφριά ειρωνεία καθώς παραπέμπει στην αρκούδα και στον αρκουδέη.

- Πώς σου φάνηκε το καινούριο Half Life;
- Αρκούδως καλό αν και θα περίμενα τελειότερα γραφικά.

Αναρκούδωτη μοναξιά (από Khan, 19/09/13)

Βλέπε και τουλάστιχον.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τεχνικός όρος - οξύμωρο σχήμα του Χρήστου Γιανναρά στην «Καθημερινή» για να περιγράψει τον Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα. (Βλ. και τσίπρα, η). Σημαίνει έναν νέο άνθρωπο, ο οποίος όμως αναπαράγει φρασεολογία περασμένων γενεών. Το φαινόμενο είναι πολύ σύνηθες σε αριστερίστικους κύκλους, σε επαναστατημένα τζόβενα, αλλά και σε reborn αγριοχρίστιανους.

Η προέλευση του όρου είναι από την βυζαντινή εικονογραφία, όπου τα παιδάρια - νήπια, και κυρίως το Θείον Βρέφος, εικονίζονται με σοφία, γνώση και σοβαρή έως συνοφρυωμένη έκφραση γέροντος.

- Τα άκουσες τα επαναστατημένα τζόβενα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στο Αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής; Ύφος και τσιτάτα λες κι είμαστε στον Μάη του '68... Για να μην πω στην εποχή του Στάλιν! Τι να πω; Παιδαριογέροντες!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

... Επίρρημα... ο γνωστός αρχαιοελληνικός τρόπος γραφής και ανάγνωσης (βουστροφηδόν), με αλλαγή της κατεύθυνσης ανά στίχο, κατά την τροχιά του βοός στο χωράφι... έγινε στα νεοελληνικά η τροχιά που διανύει το πουστρόνι προκειμένου να πάει από το α στο β: τροχιά λοξή και κουνιστή, με πολλά τσαλίμια και κωλοαναστροφές .
Ε; Ζόρικος όποιος (λαός) το έβγαλε αυτό.

η τελευταία στροφή από ποιηματάρα με άγνωστες λέξεις -οδοντιάτρου (;)- από εδώ.

αναζητούμε τη μισκοτίνη
την άλλη πλευρά της ζωής
να θρονιαστούμε
μα όλα τα όνειρα τελειώνουν
σε πολυθρόνα οδοντιατρική
οδεύοντας πουστροφηδόν
στην έσχατη
τη μάχη

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified